9.2.17

Μπορεί η Γαλλία να αναχαιτίσει την λαϊκιστική παλίρροια;

Οι επερχόμενες γαλλικές προεδρικές εκλογές προσφέρουν μια ένδειξη για την ταραχώδη πολιτική της εποχής μας. Είμαστε μάρτυρες της κατάρρευσης του παραδοσιακού χάσματος μεταξύ αριστεράς και δεξιάς, καθώς και των κομμάτων που συνδέονται με αυτό. Στην θέση του,
μια νέα αντιπολίτευση αναδύεται μεταξύ του εθνικιστικού λαϊκισμού αφενός, και της φιλελεύθερης τεχνοκρατίας, από την άλλη. Αυτό που διακυβεύεται είναι το ίδιο το μοντέλο της κοινωνίας -και της δημοκρατίας- που δέσποζε στην Δύση μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Η γαλλική πολιτική κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει χαρακτηριστεί από μια σχετικά σταθερή εναλλαγή στην εξουσία μεταξύ του κεντροδεξιού κόμματος (πρόσφατα μετονομάστηκε σε Ρεπουμπλικανικό), με θέσεις υπέρ της απελευθέρωσης της αγοράς και των παραδοσιακών κοινωνικών αξιών, και του κεντροαριστερού αντιπάλου του (το Σοσιαλιστικό Κόμμα), που υπερασπίζεται την περισσότερη κοινωνική πρόνοια και την οικονομική αναδιανομή. Ενώ τα δύο αυτά κόμματα διαφωνούσαν σχετικά με το βαθμό της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, υπήρχε μια βασική συναίνεση για μοντέλο του κράτους πρόνοιας, καθώς και στην δέσμευση της Γαλλίας στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και την πολυμέρεια στις διεθνείς υποθέσεις.
Σήμερα, αυτά τα κόμματα δεν είναι παρά σκιές του προηγούμενου εαυτού τους. Αντιμετωπίζοντας ιστορικά χαμηλά ποσοστά αποδοχής, ο νυν πρόεδρος των Σοσιαλιστών, Φρανσουά Ολάντ, αποφάσισε να μην επιδιώξει επανεκλογή. Ο πρώην πρωθυπουργός του, Manuel Valls, έχασε στο προκριματικές έναντι του αουτσάιντερ Benoît Hamon, του οποίου η βασική πρόταση για καθολικό βασικό εισόδημα [1] κατόρθωσε να κινητοποιήσει υποστήριξη από την ακροαριστερή βάση του κόμματος, αλλά φαίνεται να έχει ελάχιστες πιθανότητες να ληφθεί σοβαρά υπόψη από το ευρύτερο εκλογικό σώμα.
Από την πλευρά των Ρεπουμπλικάνων, οι προκριματικές εκλογές κερδήθηκαν από ένα άλλο αρχικά αουτσάιντερ, τον Φρανσουά Φιγιόν, ο οποίος πρότεινε επίσης μια ριζοσπαστικοποιημένη εκδοχή της παραδοσιακής πλατφόρμας του κόμματος. Η συνταγή του για μια «θεραπεία σοκ» της απελευθέρωσης της αγοράς σε συνδυασμό με έναν πρόδηλο θρησκευτικό συντηρητισμό, αποδείχθηκε ελκυστική για ένα μικρό τμήμα της βάσης του κόμματος, αλλά θεωρείται ως εμπόδιο για την απόκτηση υποστήριξης από το πιο κεντρώο εκλογικό σώμα που του χρειάζεται για να κερδίσει στις γενικές εκλογές.
Επιπλέον, η εκστρατεία του Φιγιόν έχει πρόσφατα βασανιστεί από τους ισχυρισμούς ότι προσέλαβε την σύζυγό του ως εικονική βοηθό όταν εκείνος υπηρετούσε ως μέλος του κοινοβουλίου. Επιβεβαιώνοντας ότι ανήκει σε μια πολιτική τάξη που εκλαμβάνεται ευρέως ως διεφθαρμένη και αυτοαναφορική, αυτό το σκάνδαλο ίσως να καταφέρει ακόμη και θανατηφόρο πλήγμα στην εκστρατεία του. Δεν είναι σαφές, ωστόσο, το ποιός θα μπορούσε να αναδειχθεί για να τον αντικαταστήσει τώρα, αφού έχουν ολοκληρωθεί οι προκριματικές εκλογές.
Είτε έτσι είτε αλλιώς, είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι αμφότεροι οι ηγέτες των δύο κομμάτων που κάποτε κυριαρχούσαν στην γαλλική πολιτική προβλέπεται πλέον να αποκλειστούν από το δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών [2]. Ακόμα και μαζί, στις δημοσκοπήσεις παίρνουν λιγότερο από το 35% των ψήφων στον πρώτο γύρο. Ο πραγματικός αγώνας για την εξουσία γίνεται αλλού.
Ο πρώτος κύριος υποψήφιος είναι η ηγέτις του Εθνικού Μετώπου, Μαρίν Λε Πεν, η οποία κυριαρχεί σταθερά στις δημοσκοπήσεις τους τελευταίους μήνες. Στον απόηχο των προεδρικών εκλογών των ΗΠΑ, αρκετοί σχολιαστές [3] έχουν παρομοιάσει την ρητορική της κατά του κατεστημένου της και τον επιδεικνυόμενο κοινωνικό και οικονομικό προστατευτισμό της με εκείνον του Donald Trump: Μια σύγκριση που η ίδια προκάλεσε με την ελπίδα να την μετατρέψει σε εκλογικό πλεονέκτημα. Λιγότερο παρατηρηθείς, όμως, είναι ο τρόπος που η πολιτική πλατφόρμα της αναμιγνύει παραδοσιακές πολιτικές κατηγορίες και διακρίσεις.
Το Εθνικό Μέτωπο συνήθως περιγράφεται ως ακροδεξιό κόμμα. Αλλά ενώ ο οικονομικός εθνικισμός του και η ρητορική του κατά των μεταναστών πράγματι δανείζονται από τον παραδοσιακό δεξιό λόγο, η Le Pen έχει επίσης αναδειχθεί ως η πλέον εξέχουσα υποψήφια που υπερασπίζεται το κράτος πρόνοιας και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Για παράδειγμα, έχει προτείνει έναν φόρο επί των εισαγωγών, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να χρηματοδοτηθεί μια άμεση επιδότηση σε μετρητά προς εκείνους με τα χαμηλότερα εισοδήματα και, επίσης, υποσχέθηκε να ξεκινήσει ένα τεράστιο έργο «ανα-βιομηχάνισης» της εθνικής οικονομίας [4]. Ίσως δεν αποτελεί έκπληξη ότι η πιο σταθερή υποστήριξή της προέρχεται από περιοχές που προηγουμένως κυριαρχούσε το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Ο άλλος κύριος υποψήφιος είναι ο Emmanuel Macron. Προηγουμένως ήταν ένας τραπεζίτης στην Rothschild, και υπηρέτησε για λίγο ως υπουργός Οικονομικών υπό τον François Hollande πριν φύγει από την κυβέρνηση τον Αύγουστο του 2016 για να ιδρύσει το δικό του κίνημα που ονομάζεται En Marche! Το σήμα κατατεθέν του είναι «ούτε αριστερά, ούτε δεξιά», αλλά πιο πολύ «διπλά φιλελεύθερο» για αμφότερες τις κοινωνικές και οικονομικές υποθέσεις.
Η νεότητα και ο δυναμισμός του Μακρόν -καθώς και η φιλο-ευρωπαϊκή και όχι και τόσο αντι-μεταναστευτική του στάση- τον έχουν κάνει γρήγορα τον διαλεχτό της κύριας τάσης της χώρας, καθώς και του διεθνούς Τύπου [5]. Αλλά οι πολιτικές προτάσεις του Macron υπήρξαν μοναδικά ασαφείς και, χωρίς μια παγιωμένη κομματική μηχανή να τον υποστηρίξει, δεν είναι σαφές από πού θα αντλήσει την υποστήριξή του στο πλαίσιο των νομοθετικών οργάνων, εάν επιτύχει να κερδίσει την προεδρία.
Μέχρι τώρα, το πιο εντυπωσιακό πράγμα σχετικά με την υποψηφιότητα του Macron υπήρξε η ικανότητά του να συνδυάζει με κάποιο τρόπο την έφεσή του κατά του κατεστημένου που απορρέει από την καινοτομία και την νεότητά του, με τα τεχνοκρατικά διαπιστευτήριά του που προέρχονται από την εμπειρία του ως τραπεζίτης υψηλού προφίλ. Το ερώτημα παραμένει, ωστόσο, αν θα είναι δυνατόν να συνεχίσει να λειτουργεί ως αουτσάιντερ, ενώ ουσιαστικά υπερασπίζεται μια διαιώνιση του status quo. [6]
http://foreignaffairs.gr