23.10.17

Γιατί οι τράπεζες παρέμειναν «ζόμπι»

Κακοδιαχείριση, «βενιζέλειο» PSI και Μνημόνια, οι παράγοντες που οδήγησαν στο μεγαλύτερο σκάνδαλο της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας
Σαν πηγάδι δίχως πάτο θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κάποιος τις ελληνικές τράπεζες και να μην πέσει ούτε κατά έναν τόνο έξω.
Κι αυτό παρά τις κολοσσιαίες κεφαλαιακές ενέσεις που έκανε ο Ελληνας φορολογούμενος και οι οποίες φτάνουν και μπορεί ακόμα και να ξεπερνούν συνολικά το ένα τρίτο του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ).
Πρόκειται, όπως γίνεται αντιληπτό, για ένα τεράστιο σκάνδαλο, το οποίο οφείλεται σε τρεις παράγοντες. Ο πρώτος είναι η κακοδιαχείριση από τους τραπεζίτες, που έδιναν δάνεια χωρίς κριτήρια και εξασφαλίσεις. Ο δεύτερος είναι το βενιζέλειας έμπνευσης PSI, που έστειλε τις τράπεζες στο καναβάτσο, αφού το δημοσιονομικό πρόβλημα το έκανε και τραπεζικό χωρίς, όμως, να λύσει το πρώτο.
Και η τρίτη αιτία είναι τα μνημόνια που προκάλεσαν τη φτωχοποίηση των Ελλήνων, την αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα δάνεια που είχαν πάρει και συνεπώς τη γιγάντωση των «κόκκινων» δανείων.

Πάντως, από την αρχή της κρίσης το Δημόσιο, δηλαδή ο φορολογούμενος πολίτης, έχει ξοδέψει σε χρήμα περίπου 50 δισ. ευρώ, αλλά τράπεζες δεν έχει, διότι οι σημερινές τράπεζες μόνο ως τραπεζικά ζόμπι μπορούν να χαρακτηριστούν, αφού δεν επιτελούν τον βασικό σκοπό τους, δηλαδή τη χορήγηση κεφαλαίων στην οικονομία.

Το χειρότερο είναι ότι τα χρήματα που διέθεσε μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας δεν πρόκειται να τα πάρει πίσω, αφού στη δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση μετά το PSI (τρίτη από την αρχή της κρίσης, όπως θα εξηγήσουμε) απαγορεύτηκε η συμμετοχή του Δημοσίου στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών, με αποτέλεσμα το Δημόσιο να χάσει τον έλεγχο και να υποστεί τεράστιες ζημιές. Δηλαδή ουσιαστικά πλήρωσε το ένα τρίτο του ΑΕΠ, αλλά τις τράπεζες τις ελέγχουν ξένα funds.

Στην πραγματικότητα, λοιπόν, οι ανακεφαλαιοποιήσεις άρχισαν από το 2008 με τον νόμο Αλογοσκούφη.
Αυτή περιλάμβανε 23,5 δισ. ευρώ σε εγγυήσεις Δημοσίου και 4,5 δισ. σε μετρητά. Για τα μετρητά δόθηκαν ειδικές προνομιούχες μετοχές. Σε αυτό το ποσό υπολογίζονται και οι υποχρεώσεις που προέκυψαν από τις διάφορες συγχωνεύσεις - απορροφήσεις μικρότερων ιδρυμάτων.
Η δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση ήταν μακράς διάρκειας και έγινε τα έτη 2011, 2012 και 2013. Συνολικά κόστισε στον Ελληνα φορολογούμενο 40,2 δισ. ευρώ. Τα χρήματα αυτά δόθηκαν, κυρίως, με τη μορφή ομολόγων έκδοσης του European Financial Stability Facility.

Σε αυτήν τη φάση ανήκουν και τα ομόλογα ύψους 10,9 δισ. ευρώ που είχαν προβλεφθεί στο Μνημόνιο 2 σαν μαξιλάρι για πιθανές νέες ανάγκες των τραπεζών και επεστράφησαν με τη συμφωνία Βαρουφάκη στο Eurogroup την 20ή Φεβρουαρίου 2015.
Η τρίτη κεφαλαιοποίηση καλύφθηκε από ιδιώτες με αποτέλεσμα το ΤΧΣ να χάσει τον έλεγχο των τραπεζών, τον οποίο πήραν ξένα funds που αγόρασαν τις μετοχές σε πολύ χαμηλές τιμές σε σύγκριση με τα χρήματα που είχε πληρώσει το ΤΧΣ. Πάντως, οι συνολικές κεφαλαιακές ανάγκες του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, που κάλυψαν ιδιώτες και ΤΧΣ, έφτασε τα 14,4 δισ. ευρώ, από τα οποία τα 5,7 δισ. θα τα εισφέρει το ΤΧΣ.
Συνεπώς, κάνοντας μία απλή πρόσθεση 2,7 + 40,2 + 5,7 = 48,9 δισ. ευρώ.

Ο λογαριασμός γίνεται βαρύτερος, αν συμπεριλάβουμε και κόστη όπως στήριξη των τραπεζών με εγγυήσεις (ομόλογα), εξυγίανση τραπεζών (Αγροτικής, T.T. κ.λπ.), αναδιάταξη του τραπεζικού συστήματος με εξαγορές και συγχωνεύσεις που... δεν απέδωσαν.
Και βεβαίως ο λογαριασμός θα γίνει ακόμα πιο αλμυρός, αν υπάρξει και τέταρτη κεφαλαιοποίηση, όπως ζητάει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Στην περίπτωση αυτή το ύψος των κεφαλαίων που θα απαιτηθούν θα κυμαίνεται από 6 ως 12 δισ., ανάλογα με τη λύση που θα επιλεγεί, και δεν ξέρουμε ακόμα πόσα θα κληθεί να βάλει το Δημόσιο (υπάρχουν προτάσεις να χρησιμοποιηθούν κεφάλαια από αυτά που είχαν προβλεφθεί στο τρίτο Μνημόνιο για τις τράπεζες, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκαν). Οπως αντιλαμβάνεστε, ό,τι συνέβη με τις τράπεζες στα χρόνια της κρίσης συνιστά το μεγαλύτερο σκάνδαλο στην ιστορία της Ελλάδας και ενδεχομένως τη μεγαλύτερη μεταφορά πλούτου από τους φορολογουμένους στις τράπεζες.

Το χειρότερο όλων είναι, όπως επισημάναμε, ότι παρά τα κολοσσιαία ποσά το πρόβλημα δεν λύθηκε, αφού σήμερα υπάρχουν «κόκκινα» δάνεια που ξεπερνούν τα 100 δισ. ευρώ και συνιστούν μέγιστη απειλή για το τραπεζικό σύστημα και τη χώρα.
Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι στην ανακοίνωση για τη δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση τονιζόταν ότι με τη λύση που δινόταν οι τράπεζες θα μπορούσαν να βοηθήσουν την ελληνική οικονομία να βγει από την κρίση.
Οι οφειλές των «κακών» τμημάτων και το δυνατό προεκλογικό «χαρτί»
Οι απώλειες όμως δεν σταματούν εκεί. Συνεχίζονται και με την τεράστια «κακή τράπεζα», στην οποία έχουν συγκεντρωθεί 14 «κακές» τράπεζες του πρόσφατου παρελθόντος, η Τράπεζα Κρήτης (τη θυμάστε άραγε την τράπεζα του Γιώργου Κοσκωτά;) και μία επιχείρηση Λήζινγκ.

Συγκεκριμένα τα ζόμπι της «κακής» τράπεζας που βρίσκονται υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης είναι: α) Αγροτική Τράπεζα, β) Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, γ) Proton δ) Probank Α.Ε., ε) FBB, στ) Πανελλήνια Τράπεζα, ζ) Αχαϊκή Συνεταιριστική Τράπεζα ΣΥΝΠΕ, η) Συνεταιριστική Τράπεζα Λαμίας, θ) Συνεταιριστική Τράπεζα Λέσβου - Λήμνου ΣΥΝΠΕ, ι) Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου ΣΥΝΠΕ, ια) Συνεταιριστική Τράπεζα Ευβοίας ΣΥΝΠΕ, ιβ) Συνεταιριστική Τράπεζα Δυτικής Μακεδονίας ΣΥΝΠΕ, ιγ) Συνεταιριστική Τράπεζα Πελοποννήσου ΣΥΝΠΕ, ιδ) T−Bank, ιε) Παλαιά Τράπεζα Κρήτης και ιστ) ΑΤΕΛΗΖΙΝΓΚ Ανώνυμη Εταιρία Χρηματοδοτικής Μίσθωσης.

Η περιουσία τους, δηλαδή τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ανέρχονται σε 12 δισ. ευρώ και εκτιμάται ότι είναι εφικτό να εισπραχθούν 3 ως 4 δισ. ευρώ. Δηλαδή στην καλύτερη περίπτωση το Δημόσιο θα χάσει άλλα 8 δισεκατομμύρια ευρώ.
Τα δάνεια που έχουν συγκεντρωθεί στην «κακή» υπερτράπεζα είναι κατά 4 δισ. ευρώ επιχειρηματικά και 4 δισ. ευρώ καταναλωτικά.

Από τα υπόλοιπα τα 2 δισ. ανήκουν στους αμαρτωλούς συνεταιρισμούς (μόνο ένας πληρώνει τώρα) και τα υπόλοιπα 2 δισ. είναι μη εξυπηρετούμενα δάνεια αγροτών.
Για τους τελευταίους έχουν αρχίσει οι χαριστικές ρυθμίσεις, αφού ως τώρα με απόφαση της Τραπέζης της Ελλάδος τα στελέχη της «κακής» τράπεζας μπορούσαν να «κουρέψουν» ως και το 50% της συνολικής οφειλής.

Τώρα το σύστημα αλλάζει και στη ρύθμιση θα λαμβάνεται υπόψη και η ακίνητη περιουσία του αγρότη, που σημαίνει, σύμφωνα με τραπεζικούς κύκλους, ότι το «κούρεμα» θα είναι μικρότερο.
Ομως, οι κυβερνητικοί ινστρούχτορες κρατούν στα χέρια τους ένα δυνατό προεκλογικό χαρτί και είναι η ρύθμιση των δανείων των συνεταιρισμών, τα οποία, όπως ήδη επισημάνθηκε, φτάνουν στα 2 δισ. ευρώ.

Ετσι, για άλλη μία φορά οι υπόλοιποι φορολογούμενοι καλούνται να πληρώσουν για τα αγροτικά χρέη, όπως συνέβη πολλές φορές κατά το παρελθόν.