5.2.18

Κολωνάκι: Οι «σκληροί» της πλατείας και η μάχη με τον Καμίνη

Οι ιδιοκτήτες των φημισμένων καφέ-εστιατορίων της πλατείας παραμερίζουν τις διαφορές τους και βρίσκονται από κοινού σε συνεχείς επαφές με μεγάλα δικηγορικά γραφεία ώστε να αντιμετωπίσουν
τον κοινό τους εχθρό: τον δήμαρχο Αθηναίων Γιώργο Καμίνη που έχει βαλθεί να ξηλώσει τις πέργκολες του «Da Capo», του «Peros», του «Tops» και της «Λυκόβρυσης», με τον πόλεμο καλά να κρατεί.
Οσο οι δυνάμεις του Δήμου Αθηναίων καταλαμβάνουν το Κολωνάκι, ξεκινώντας από την αποκόλληση με δίσκους κοπής των αυθαίρετων τραπεζοκαθισμάτων και συνεχίζοντας με τα ντεσιμπελόμετρα στα μπαρ όπου κραδαίνουν χαρτιά με αποφάσεις περί αυστηρής τήρησης ωραρίου στη μετάδοση μουσικής, οι «ηγέτες» της πλατείας, ήτοι οι ιδιοκτήτες των πλέον προβεβλημένων καφέ-εστιατορίων της περιοχής, καταστρώνουν τα δικά τους σχέδια αντίστασης. Στο δίλημμα αν θα συνθηκολογήσουν με τον δήμαρχο ή θα τον αντιμετωπίσουν στα ίσια ή υπογείως στο πεδίο της μάχης, η πλάστιγγα γέρνει προς το δεύτερο. 


 Λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρή απειλή της εισβολής των συνεργείων της δημοτικής αρχής σε λιγότερο από 20 ημέρες (μετρώντας από σήμερα) και παραμερίζοντας τις όποιες προσωπικές τους διαφορές, παίρνουν τη μεγάλη απόφαση: να πολεμήσουν ενωμένοι για τα μαγαζιά τους.
Τους έγινε άλλωστε σαφές ότι με την υπ’ αριθ. 1776/2017 κανονιστική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία αφορά τον καθορισμό όρων και προϋποθέσεων χρήσης κοινόχρηστου χώρου, δεν υπάρχει ούτε δευτερόλεπτο για χάσιμο. Και αυτό διότι η απόφαση αναφέρει ξεκάθαρα ότι καταργείται η προηγούμενη που είχε βγάλει το δημοτικό συμβούλιο με αριθμό 3514/1997 για την έγκριση αρχιτεκτονικής μελέτης στεγάστρων των κοινόχρηστων χώρων των τραπεζοκαθισμάτων της πλατείας Κολωνακίου και ειδικότερα επί των πεζοδρομίων αυτής. 

Κάτι που σημαίνει ότι τα στέγαστρα που τοποθετήθηκαν στα καφέ της πλατείας επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου πρέπει να ξηλωθούν το συντομότερο δυνατό. Σε διαφορετική περίπτωση, ο Δήμος Αθηναίων είναι υποχρεωμένος να προχωρήσει στην αφαίρεσή τους, επιβάλλοντας επιπλέον στους ιδιοκτήτες των μαγαζιών τόσο τα έξοδα μεταφοράς και όσο και εκείνα της αποθήκευσής τους. Από την πλευρά του ο κ. Γιώργος Καμίνης βρίσκεται αντιμέτωπος με τους «μπροστάρηδες» της πλατείας και κυρίως με δύο από αυτούς που έχουν γράψει τη δική τους ιστορία στον χώρο της εστίασης και έγιναν μάρτυρες περιστατικών που ενδεχομένως και να περιέχονται στις σελίδες της νεότερης ιστορίας της χώρας.

Η πλατεία Κολωνακίου όπως ήταν τη δεκαετία του ’60, με την Τσακάλωφ να μην έχει πεζοδρομηθεί και τη «Λυκόβρυση» να αποτελεί στέκι μεγάλων προσωπικοτήτων όπως ο Ελύτης και ο Σεφέρης


Τα «αφεντικά» της πλατείας


Ο ιδιοκτήτης του «Da Capo», Στάθης Χριστοδουλόπουλος, αυτός που έκανε μόδα τον espresso στην Ελλάδα, αλλά και ο ιδιοκτήτης των καφέ-εστιατορίων «Peros» και «Tops», Περικλής Κοροβέσης, ή Πέρος όπως τον ξέρουν όλοι, διεκδικούν από κοινού τον τίτλο των ηγεμονικών προσωπικοτήτων της πλατείας. Ο πρώτος έγινε ίσως ο μοναδικός άνθρωπος στην Ελλάδα που μπορούσε να συναναστρέφεται με τόση άνεση τους ανθρώπους της εκάστοτε εξουσίας, των media, αλλά και τους μεγαλοεπιχειρηματίες, όλοι τακτικοί θαμώνες του «Da Capo» στη γωνία Τσακάλωφ και Πατριάρχου Ιωακείμ. 

Οι πρώην πρωθυπουργοί Κώστας Σημίτης και Γιώργος Παπανδρέου, η Ντόρα Μπακογιάννη, ο Δημήτρης Σιούφας, ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, ο Αλέκος Φλαμπουράρης, ο πρώην ισχυρός άνδρας του ΔΟΛ Σταύρος Ψυχάρης μέχρι και ο τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος είναι κάποια μόνο από τα ονόματα που απαρτίζουν τη μακροσκελή λίστα των επώνυμων θαμώνων του. Οσο για τον ιδιοκτήτη του «Peros», οι παλαιότεροι τον θυμούνται ως beach bum («ο παραλίας»), μια που μοίραζε τη ζωή του μεταξύ πλατείας και πλαζ του «Αστέρα» Βουλιαγμένης φλερτάροντας με τις καλλονές της εποχής και παίζοντας για ατελείωτες ώρες ρακέτες κάτω από τον καυτό ήλιο. Μια ασυμβίβαστη προσωπικότητα και ιδρυτικό μέλος της άτυπης λέσχης της κομψής αλητείας του Κολωνακίου, που καλό ήταν να μη σε έπιανε στο στόμα της αφού η καζούρα ήταν ανελέητη.


Με απόφαση Καμίνη το φημισμένο «Da Capo» πρόκειται να αποχωριστεί σύντομα το στέγαστρό του, με τους ιδιοκτήτες του να είναι αποφασισμένοι να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη


Και αν την εποχή εκείνη οι πόρτες των ελιτίστικων καφέ της πλατείας ήταν κλειστές για τον Πέρο και την παρέα του, θα έρθει η στιγμή που η ζωή θα τα φέρει τούμπα και θα γίνει εκείνος το αφεντικό στα μαγαζιά που κάποτε τον σνόμπαραν. Κι ας χρειάστηκε γι’ αυτό να αφήσει μια στρωμένη δουλειά ως συνιδιοκτήτης μονάδας παραγωγής βουτύρου που είχε μαζί με τον πατέρα της γυμνάστριας και πρώην παίκτριας του «Survivor» Σόφης Πασχάλη προκειμένου να αγοράσει cash και τα δύο καφέ-εστιατόρια. Αυτούς τους δύο δαιμόνιους επιχειρηματίες έχει να αντιμετωπίσει, λοιπόν, ο δήμαρχος Αθηναίων, με τον Πέρο να δηλώνει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί ότι προτιμά «να τον πάρουν σηκωτό» παρά να δει να πέφτει το κάστρο της επιχείρησής του.

 Ηδη ο «καράφλας», όπως αποκαλούν τον εδώ και χρόνια μάνατζερ στα μαγαζιά του, μπαινοβγαίνει καθημερινά στις υπηρεσίες του δήμου για να ενημερωθεί για τις προθέσεις τους. Αντίστοιχα και ο ιδιοκτήτης του «Da Capo» φέρεται αποφασισμένος να κινηθεί άμεσα νομικά και κατά παντός υπευθύνου σε περίπτωση που οι δημοτικές αρχές πάρουν το πράσινο φως για να εισβάλουν στην πλατεία. 

 Οι άνθρωποι του δήμου έχουν συστήσει στους καταστηματάρχες της να αντικαταστήσουν μόνοι τους τα στέγαστρα με μεγάλες ομπρέλες που καλύπτουν 16 τ.μ. η καθεμιά. Μάλιστα θα συζητήσουν μαζί τους το ενδεχόμενο να προμηθευτούν όλοι τις ίδιες σε σχήμα και χρώμα ώστε να υπάρχει ομοιομορφία, κάτι που προφανώς θα αναβαθμίσει την εικόνα της πλατείας.

Τα συνεργεία του Δήμου Αθηναίων αφαίρεσαν τα τραπεζοκαθίσματα και ξήλωσαν μέχρι και το ξύλινο δάπεδο της «Λυκόβρυσης» για χρέος 400.000 ευρώ καθώς οι ιδιοκτήτες της δεν πλήρωναν το μίσθωμα για τον εξωτερικό χώρο επί σειρά ετών


 Από την πλευρά τους οι επιχειρηματίες προβάλλουν σοβαρές ενστάσεις, υποστηρίζοντας ότι η ομπρέλα δεν θα μπορέσει να προφυλάξει τους πελάτες από την παγωνιά του χειμώνα, ούτε και από τη ζέστη των καλοκαιρινών μηνών, με αποτέλεσμα να δουν τα έσοδά τους να μειώνονται.  

Η πρώτη ανταλλαγή λεκτικών πυρών, πάντως, συνέβη το μεσημέρι της Πέμπτης, όταν ο δήμαρχος Αθηναίων έκανε αυτοψία στην Τσακάλωφ για να διαπιστώσει αφενός αν έχουν αφαιρεθεί όλα τα παράνομα τραπεζοκαθίσματα, αφετέρου τι κλίμα επικρατεί εν όψει της δεύτερης φάσης του πολέμου με την αφαίρεση των στεγάστρων από τα διάσημα καφέ της πλατείας. Περνώντας, λοιπόν, χαμογελαστός μπροστά από το «Da Capo», άθελά του μπήκε στο οπτικό πεδίο της συζύγου του ιδιοκτήτη του, Ολγας Χριστοδουλοπούλου. Θαμώνες του καφέ που ήταν αυτόπτες μάρτυρες λένε ότι το ζεύγος αντέδρασε ακαριαία τρέχοντας σχεδόν προς το μέρος του δημάρχου για να τον προλάβει. Ισχυρίζονται δε ότι ο επιχειρηματίας τράβηξε σχεδόν από το χέρι τον δήμαρχο, ο οποίος αντέδρασε εκνευρισμένος κάνοντας κίνηση να απεγκλωβιστεί ώστε να συνεχίσει την πορεία του. 

Ο ιδιοκτήτης του «Da Capo», Στάθης Χριστοδουλόπουλος, είναι ίσως ο μοναδικός άνθρωπος στην Ελλάδα που μπορούσε να συναναστρέφεται με τόση άνεση τους ανθρώπους της εκάστοτε εξουσίας


Ο διάλογος που ακολούθησε ήταν ενδεικτικός τού τι πρόκειται να ακολουθήσει τις επόμενες ημέρες: 

Ιδιοκτήτης «Da Capo»: Εμείς έχουμε άδεια για τα στέγαστρα εδώ και 21 χρόνια βάσει σχεδίου του δήμου. Με ποια λογική θες να τα κατεδαφίσεις; 

Καμίνης: Καταργούμε την απόφαση που σας επέτρεψε να βάλετε τα στέγαστρα. Πρέπει να τα αντικαταστήσετε με ομπρέλες. Ιδιοκτήτης «Da Capo»: Στην παραλία βάζουν ομπρέλες, όχι στο Κολωνάκι. Μα στέκονται ομπρέλες εδώ, κύριε δήμαρχε;

Ερώτηση που έμεινε χωρίς απάντηση αφού ο κ. Καμίνης συνέχισε τον δρόμο του - αποφασισμένος, όπως φαίνεται να συνεχίσει και το έργο αποκαθήλωσης που ξεκίνησε.

Ο ασυμβίβαστος και εκκεντρικός ιδιοκτήτης των «Peros» και «Tops» Περικλής Κοροβέσης ή Πέρος



Η «σιδηρά κυρία» της πλατείας Κολωνακίου, Ολγα Χριστοδουλοπούλου



Ξήλωσαν τη «Λυκόβρυση» για χρέος €400.000

Μέχρι και το ξύλινο πάτωμα του ιστορικού καφέ και στέκι των μεγαλοαστών του Κολωνακίου ξήλωσε ο Δήμος Αθηναίων. Λειτούργησε για πρώτη φορά και πήρε τη σημερινή του μορφή στη δεκαετία του ’60 - Πελάτες του υπήρξαν τα μεγαλύτερα ονόματα της αθηναϊκής κοινωνίας

«Ο ακριβής χρόνος ιδρύσεως του καταστήματος “Λυκόβρυση”, το οποίο στεγαζόταν αρχικά σε ένα κτίριο της δεκαετίας 1920, δεν είναι γνωστός», όπως γράφει ο δημοσιογράφος και ιστορικός Ελευθέριος Σκιαδάς για το καφέ-εστιατόριο που έμελλε να γίνει ένα από τα αγαπημένα σημεία συνάντησης των αστών του Κολωνακίου. Ωστόσο η ίδρυσή του τοποθετείται κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1960.


Αν δεν ήταν το πρώτο, ήταν σίγουρα ένα από τα πρώτα μαγαζιά της πλατείας, λειτουργώντας αρχικά ως μικρό καφέ σε χώρο επί της οδού Αναγνωστοπούλου, για να μεταφερθεί λίγο πριν το 1980 στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα, έχοντας απολέσει το λούστρο από τις ένδοξες στιγμές του παρελθόντος. Μαζί με αυτό, ήρθαν να προστεθούν και δύο ακόμα απώλειες: εκείνη της πλειονότητας των τραπεζοκαθισμάτων αλλά και του ξύλινου πατώματος στον εξωτερικό του χώρο μετά τη διπλή έφοδο που πραγματοποίησαν συνεργεία του Δήμου Αθηναίων τις τελευταίες ημέρες.

 Οι ιδιοκτήτες του ιστορικού καφέ της πλατείας Κολωνακίου, σύμφωνα με τους ανθρώπους του Δήμου Αθηναίων, αμελούσαν επί χρόνια να πληρώσουν το μίσθωμα για τα τραπεζοκαθίσματα στο μπροστινό μέρος της επιχείρησης και έτσι προχώρησαν στην αφαίρεσή τους.
« Ξεκινήσαμε από τη “Λυκόβρυση” γιατί λόγω της μεγάλης οφειλής δεν μπορεί να λάβει άδεια κοινόχρηστου χώρου», εξηγεί στο «ΘΕΜΑ» η αντιδήμαρχος Αθηναίων Νέλλη Παπαχελά. Αν και οι δημοτικές αρχές προφανώς και εφάρμοσαν τον νόμο, τα νέα για το ξήλωμα στη «Λυκόβρυση», το καφέ που έχει το δικό του κεφάλαιο στο βιβλίο με τις μποέμ ιστορίες της πλατείας, διαδόθηκαν με ταχύτητα φωτός στα πέριξ, με τους ιδιοκτήτες γειτονικών καφέ να φοβούνται ότι σύντομα θα έρθει και η σειρά τους. 

Αλίκη Βουγιουκλάκη, Γρηγόρης Μπιθικώτσης και Τζένη Καρέζη την εποχή που το «Τops» ήταν το σημείο συνάντησης των διασήμων


 

Οι ιστορίες που έγιναν αστικοί μύθοι


«Λίγο πριν τη δεκαετία του ’80 η πλατεία Κολωνακίου διατηρούσε ακόμα την αίγλη της. Το περίφημο "Ελληνικόν" ήταν τότε στη γωνία της πλατείας με την Πατριάρχου Ιωακείμ, το οποίο γκρεμίστηκε για να γίνει μπανιέρες και τράπεζα», διηγιόταν ο surviror του τζετ σετ Μηνάς Γκούμας σε παλαιότερη συνέντευξή του περιγράφοντας το σκηνικό αλλοτινών εποχών, «όταν η Τσακάλωφ δεν ήταν πεζόδρομος, η ιστορική “Λυκόβρυση” ήταν στέκι του Σεφέρη, του Ελύτη και μετά του Σημίτη, του Κατσιφάρα, του Ροκόφυλλου, της Ματούλας, του υπουργού Παπακωνσταντίνου, του Φοίβου Ραζή και τόσων άλλων φοβερών και γραφικών τύπων. Τότε, αν έφερνε κάποιος ένα κατσικάκι πεσκέσι από το χωριό, η “Λυκόβρυση” το έψηνε στον φούρνο και το έτρωγαν όλοι μαζί». 

Οι ιστορίες από τους θιασώτες της πλατείας για όσα συνέβαιναν στη «Λυκόβρυση», το καλύτερο τότε μαγαζί στο Κολωνάκι, γίνονται πότε ο καμβάς ενός χρονογραφήματος της εποχής και πότε το υλικό για το τέλειο κοσμικό ρεπορτάζ. 

Ο φωτορεπόρτερ Λάκης Γιακουμής που έχει απαθανατίσει όλο το rat pack της εποχής, φίλος και ο ίδιος όλης της πάλαι ποτέ κοσμικής Αθήνας, έχει πολλά να θυμάται: «Ηταν παραμονές Χριστουγέννων, κάπου μέσα της δεκαετίας του ’80. Στα σκαλιά της “Λυκόβρυσης” καθόταν ο Κίτσος Τεγόπουλος, καθώς δεν υπήρχε ούτε σκαμπό ελεύθερο από την πολυκοσμία. Δίπλα του ο Κατσιφάρας και το δεξί χέρι του Νιάρχου, ο Μίμης Κουτρουμπούσης, και παραδίπλα ο Στάθης Ροκόφυλλος, αδελφός του υπουργού του ΠΑΣΟΚ Χρήστου Ροκόφυλλου. 

Πιο κει ο Παμίνος Αναστασόπουλος, ένας πανέξυπνος χιουμορίστας, γιος παλαιού βιομηχάνου και φίλος του Τεγόπουλου, τον οποίο συναντούσε στις ολονυχτίες στο Κολωνάκι μαζί με τη διακοσμήτρια σκαφών Καρίνα Λύρα, τον Μίμη Γαλανό από τη Μύκονο και τον Μάκη Ζουγανέλη. Εχουμε ανοίξει σαμπάνιες και έχουν σκάσει μύτη οι γύφτοι με τα κλαρίνα. Περνάει και ο γύφτος με τα λουλούδια που μάζευε από το Α’ Νεκροταφείο βάζοντάς τα σε ένα ξύλινο καρότσι. Του βουτάμε το καρότσι με τον Παμίνο και το πετάμε πάνω στον Κίτσο Τεγόπουλο! “Πάρε την Αστυνομία!”, φωνάζει στον Μαρίνο, “να μαζέψει τους αληταράδες!”».

Θρυλείται στην πλατεία ότι o ηθοποιός Κώστας Βουτσάς που ήταν παρών στο περιστατικό μαζί με τη Θεανώ Παπασπύρου κατουρήθηκε δημοσίως από τα γέλια αφού δεν πρόλαβε να φτάσει μέχρι την τουαλέτα. 

 Ενα άλλο περιστατικό, σύμφωνα με τις διηγήσεις του φωτορεπόρτερ Λάκη Γιακουμή, είχε ως πρωταγωνιστή τον πρώην πρόεδρο της Βουλής επί κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, Αθανάσιο Τσαλδάρη.

«Ο Τσαλδάρης καθόταν στο διπλανό από το δικό μας τραπέζι. Εγώ ήμουν μαζί με τη Ρόζι Παππά, χορεύτρια εκ Παρισίων και μετέπειτα αντιπρόσωπο της εταιρείας καλλυντικών Guerlain, και μαζί μας είχαμε και έναν μεγιστάνα που κυκλοφορούσε στο Κολωνάκι με Rolls Royce, ονόματι Ξανθόπουλο. Ηταν αρχές της δεκαετίας του ’90, τότε που οι ΗΠΑ έκαναν επιχείρηση στο Ιράκ κατά του Σαντάμ Χουσεΐν. Πιο δίπλα καθόταν ο συχωρεμένος ο Φιλιππής από τη Μύκονο, ο οποίος μιλούσε από το τηλέφωνο του μαγαζιού για να παραγγείλει κάτι στεφάνια για μια κηδεία. Τότε η Ρόζι, που είχε πιει και δυο-τρία ποτηράκια παραπάνω, φωνάζει στον Τσαλδάρη: “Πρόεδρε, θέλω το τηλέφωνο του Σαντάμ!”. 

Για να της απαντήσει ο Τσαλδάρης που την ήξερε από παλιά: “Να πάρω το υπουργείο Εξωτερικών να στο βρω, αλλά τι το θέλεις το τηλέφωνό του;”. Τότε η Ρόζι κάνει μια άγαρμπη κίνηση για να δείξει με το χέρι της ότι θέλει να μιλήσει στον Σαντάμ “για να του πει να ξεκουμπιστεί” και άθελά της γυρνάει τούμπα ένα πιάτο με σούπα πάνω στο κοστούμι του Τσαλδάρη. Τι να κάνει ο πρόεδρος, φωνάζει αμέσως τον οδηγό του και φεύγουν». 

 Εκείνες τις εποχές για να καθίσεις σε ένα από τα τραπέζια της «Λυκόβρυσης» έπρεπε να ήσουν «κάποιος», είτε διάσημος, είτε ισχυρός. Αλλιώς δεν είχες ελπίδα να διαβείς την πόρτα του. 
Το «διαβατήριο» για να καθίσεις σε ένα από τα τραπέζια της ήταν να ξέρεις τον κ. Σπύρο, έναν εκ των τριών ιδιοκτητών της, που ήξερε να λέει τα ζώδια καλύτερα και από αστρολόγο, ή τον Θανάση «τον μουστάκα», έναν σερβιτόρο που είχε την κακή συνήθεια να κλωτσάει τις καρέκλες των πελατών τη στιγμή που έπαιρνε παραγγελία.

«Αν του έλεγες ότι το φαγητό δεν ήταν καλό, εκείνος σου απάνταγε “να μην ξαναπατήσεις”», θυμάται ένας θαμώνας. 

 Ο αστικός μύθος θέλει τους σερβιτόρους της «Λυκόβρυσης» να βγάζουν περισσότερα λεφτά απ’ όσα οι ιδιοκτήτες της. 

«Παράγγελνες ένα ουίσκι και έπρεπε να δώσεις και ένα ουίσκι πουρμπουάρ στον σερβιτόρο», θυμάται ένας άλλος. 

«Κάποιοι σερβιτόροι, οι πιο παλιοί, έβγαλαν από ένα διαμέρισμα ο καθένας από τα φιλοδωρήματα που έπαιρναν», προσθέτει. 

 Σύμφωνα με τις διηγήσεις παλαιών πελατών, μεταξύ «Λυκόβρυσης» και «Tops» έχουν γίνει σκηνικά που έμειναν ιστορικά. Οπως αυτό με πρωταγωνιστή έναν πανίσχυρο καναλάρχη, ο οποίος είχε γίνει ο καλύτερος πελάτης ενός Τσιγγάνου που κυκλοφορούσε στο Κολωνάκι πουλώντας «μαϊμού» ρολόγια Bulgari.  

Αγόραζε τα ρολόγια δέκα-δέκα και μετά τα έβαζε σε κουτάκια τις ίδιας φίρμας για να τα μοιράσει σε αιθέριες υπάρξεις που φλέρταρε επίμονα. Φυσικά καμία δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ένας τόσο ισχυρός καναλάρχης θα τολμούσε να τις δελεάσει με φτηνές απομιμήσεις. 
Παρόμοιες ιστορίες από το παρελθόν της «Λυκόβρυσης» κυκλοφορούν δεκάδες. Δεν ισχύει το ίδιο και σήμερα. Οι πρωταγωνιστές έχουν αλλάξει, η «Λυκόβρυση» το ίδιο, όπως και όλο το Κολωνάκι. 

Η εικόνα τεσσάρων προβεβλημένων βουλευτών να κρατάνε μπουγάτσες από τον απέναντι φούρνο και να κάθονται στα τραπέζια του διπλανού «Tops» χωρίς να παραγγείλουν ούτε πορτοκαλάδα είναι απλά ενδεικτική της νέας φάσης της πλατείας όπου εκτός από τα τραπεζοκαθίσματα περισσεύουν και οι καλοί τρόποι.

πρωτο θεμα