7.2.18

Κάθε φορά που απειλείται η ταυτότητα των Ελλήνων κατεβαίνει μαζικά στους δρόμους..

syllalitirio-syntagma-plateia.jpg
Από τον
Μανώλη Κοττάκη
H ανακίνηση του Μακεδονικού ζητήματος υπήρξε μιας πρώτης τάξεως αφορμή προκειμένου να διαλυθούν οι αυταπάτες του πολιτικού συστήματος σε μια σειρά από ζητήματα: Από τη στάση του διεθνούς
παράγοντα απέναντι στα εθνικά συμφέροντα ως τη βαθιά πολιτική και κοινωνική διεργασία που συντελείται στο εκλογικό σώμα στη μετα-Μνημόνιο εποχή. Από την αυταπάτη του Μαξίμου ότι η έξοδος από το πρόγραμμα το καθιστά παντοδύναμο μέσα στο σύστημα ως την ψευδαίσθηση της αντιπολίτευσης ότι τα εθνικά θέματα δεν «πουλάνε». Πουλάνε, όταν ο λαός αντιληφθεί ότι κάποιοι τα «πουλάνε». 
Ο αιφνιδιασμός της κυβέρνησης, που πορευόταν με την εντύπωση ότι ο συμμαχικός παράγων είναι μαζί της, υπήρξε πλήρης. Οπως τελικά αποδεικνύεται, ούτε αυτή τη φορά έχουμε τη διαιτησία μαζί μας. «Σαράντα – εξήντα» και αν! Η περασμένη εβδομάδα άρχισε με τον υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά να τονίζει: «Εγώ δημόσιο πόλεμο, όπως ζητά η αντιπολίτευση, με τον κ. Νίμιτς -γιατί έκανε τη μία ή την άλλη δήλωση που δεν τους άρεσε- δεν πρόκειται να κάνω»! Και η εβδομάδα τέσσερις μέρες αργότερα έκλεισε με δημόσια δήλωση του κ. Κοτζιά κατά του Νίμιτς με αφορμή δηλώσεις του στα Σκόπια, όπου επιχειρούσε να προεξοφλήσει την ελληνική θέση για το επίμαχο θέμα της «μακεδονικής ταυτότητας». Τόσο κράτησε η εκεχειρία.
Οταν κάποιοι επισημαίναμε δημοσίως ότι η κυβέρνηση πρέπει να «τραβήξει το αυτί» του μεσολαβητή για τις προκλητικά άνισες αποστάσεις που τηρεί από τα δύο μέρη, ήμασταν κακοί, ενοχλητικοί και «κομματικοί». Τώρα ο κ. Κοτζιάς μας λέει ότι «του επισήμανα με αυστηρότητα ότι δεν είναι αρμόδιος να ομιλεί για την πολιτική των Αθηνών». Εστω.
Νομίζω ότι την ίδια έκπληξη με τον υπουργό Εξωτερικών πρέπει να ένιωσε και το Μαξίμου, που διαπράττει σοβαρότατο λάθος στρατηγικής. Τη στιγμή που ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Ελλάδα στέλνει δημοσίως το μήνυμα ότι οι ΗΠΑ «στηρίζουν» τον Νίμιτς, στην κυβέρνηση πιστεύουν ότι μπορούν να τον προσπεράσουν για να κάνουν απευθείας διαπραγματεύσεις με τους Σκοπιανούς στο παρασκήνιο. Κάποιος που το προσπάθησε αφελώς το 2010-2011, ο Γιώργος Παπανδρέου, εκτέθηκε ανεπανόρθωτα. Οταν κάνεις παράλληλη διαπραγμάτευση και επιχειρείς να τα βρεις με το άλλο μέρος σε ειδυλλιακά μέρη, όπως το Νταβός, στέλνεις λάθος μήνυμα. Εμφανίζεσαι ωσάν να μην πιστεύεις στις δυνάμεις σου, παίζεις αφόρητα βαλκανικά. Και το αποτέλεσμα ποιο είναι; Νέο μήνυμα: Θα το λύσεις με διαιτησία Νίμιτς και με τους όρους μας: Το «Δημοκρατία της Μακεδονίας» παραμένει ως την ένταξη των Σκοπίων στην Ε.Ε., ξέχνα την αλλαγή στο Σύνταγμά τους, η δέσμη ιδεών Νίμιτς τα προβλέπει όλα αυτά.
Ηθικό συμπέρασμα για την κυβέρνηση, που ονειρεύεται ότι κάνει διάλογο με την Ιστορία: Το θέμα θα λυθεί, αν λυθεί, με τη γνωστή στημένη διαιτησία. Με την ίδια διαιτησία που πήγε και ο Καραμανλής στο Βουκουρέστι.
Η ανακίνηση του Μακεδονικού και η μεγάλη λαϊκή κινητοποίηση αιφνιδίασε όμως σε πρώτο στάδιο και την αντιπολίτευση.
Οι κορυφές της θεωρούσαν παρωχημένα και ξεπερασμένα τα τμήματα εκείνα του πληθυσμού που έχουν ιδιαίτερη ευαισθησία για θέματα εθνικής ταυτότητας. Δεν ανέμεναν τέτοια αντίδραση. Αποδίδεται μάλιστα στον Κυριάκο Μητσοτάκη η φράση «η Δεξιά δεν βγήκε στον δρόμο για τους φόρους και βγήκε για το Μακεδονικό». Στην πράξη απεδείχθη ότι υπάρχει μια μεγάλη ασύντακτη πατριωτική παράταξη, κρυμμένη σε πολιτιστικούς συλλόγους, σε εξειδικευμένες πολιτικές, διπλωματικές, στρατιωτικές, θρησκευτικές σελίδες στο διαδίκτυο, σε αθλητικούς φορείς, παντού, και δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο από τον προσδιορισμό τόπου και χρόνου συνάντησης για να κατέβει στον δρόμο.
Οι άνθρωποι αυτοί, που έφτιαξαν τη ζωή τους χάρη στην ατομική προκοπή και όχι στην κομματική παρέμβαση, δεν περίμεναν από το κράτος να τους σώσει, γι’ αυτό στην κορύφωση της κρίσης ανασκουμπώθηκαν και έσωσαν τις επιχειρήσεις και τις οικογένειες μόνοι τους. Μακριά από το πεζοδρόμιο.
Αντιθέτως, μόλις απειλήθηκε πάλι η ταυτότητά τους (το ίδιο είχε συμβεί επί Σημίτη το 2001), κατέβηκαν μαζικά στους δρόμους. Διότι η «Δεξιά», αγαπητέ πρόεδρε, μόνο για τέτοια θέματα κατεβαίνει στον δρόμο. Θέματα που αφορούν την τιμή του έθνους. Οχι για τις τιμές του πληθωρισμού.