Η στρατηγική σχέση της Ελλάδας με το Ισραήλ κλείνει φέτος 16 χρόνια ζωής. Φτάνει τώρα σε ένα σημείο ενηλικίωσης που θα απαιτήσει δύσκολες αποφάσεις από την κυβέρνηση αλλά και όλη την ελληνική πολιτική ηγεσία.
ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΠΑΠΑΧΕΛΑ
ΠΗΓΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Η σχέση αυτή στηρίχθηκε άλλωστε από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις και εξασφάλισε μια ευρύτατη όσο και σπάνια συναίνεση. Τι έχει αλλάξει σήμερα; Το Ισραήλ θεωρεί πλέον την Τουρκία βασικό στρατηγικό αντίπαλο στην περιοχή. Δεν είναι μόνο προσωπική επιλογή του Νετανιάχου, αλλά όλου του κατεστημένου εθνικής ασφάλειας. Αυτό δεν ίσχυε πριν από δεκαπέντε ή ακόμη και δέκα χρόνια.
Το βαθύ κράτος του Ισραήλ διατηρούσε παρασκηνιακά κανάλια επικοινωνίας και προσπαθούσε να διασώσει ό,τι μπορούσε από τη σχέση με την Άγκυρα. Υπήρχε καχυποψία, αλλά και πολύ συγκεκριμένες «κόκκινες γραμμές» που δεν ξεπερνούσε το Ισραήλ. Αυτό έχει αλλάξει.
Οι Έλληνες αξιωματούχοι που συνομιλούν με τους ομολόγους τους στην Ιερουσαλήμ αποκομίζουν πλέον την εικόνα ότι το ρήγμα είναι βαθύ και ότι η Τουρκία αντιμετωπίζεται περίπου όπως το Ιράν, με τη διαφορά πως η Τουρκία έχει καταστεί ισχυρός παράγοντας στους εξοπλισμούς και στον κόσμο των μυστικών υπηρεσιών.
Η εκτίμηση αυτή, σε συνδυασμό με την πρόβλεψη πως «η μαντίλα θα κυριαρχεί πολιτικά για πάντα στην Τουρκία», έχει αλλάξει το πώς τη βλέπουν οι Ισραηλινοί. Η αντιπαλότητα είναι μάλιστα τόσο βαθιά ώστε να δημιουργεί αμηχανία στους Έλληνες αξιωματούχους που προσπαθούν να διατηρήσουν τα «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο. Η εξίσωση δεν θα είναι εύκολη, όμως, από εδώ και πέρα.
Η Ελλάδα θα κληθεί να πάρει σημαντικές αποφάσεις, γιατί από την ώρα που το Ισραήλ αποφάσισε να «παίξει μπάλα», θα περιμένει το ίδιο από την Αθήνα. Περιμένει, για παράδειγμα, ότι η κυβέρνηση δεν θα φοβάται το πολιτικό κόστος κάθε φορά που θα πρέπει να φέρει στη Βουλή μια συμφωνία αγοράς ή συμπαραγωγής πολεμικού υλικού.
Ή ότι θα στείλει Έλληνες στρατιωτικούς στο πλαίσιο της ειρηνευτικής αποστολής στη Γάζα. Τα, κρυφά και φανερά, διλήμματα θα είναι πολλά σε μια περίοδο έντονης και τοξικής πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ελλάδα και με εκλογές στον ορίζοντα.
Οι Ισραηλινοί είναι, όπως πάντα, ανυπόμονοι και πιεστικοί όταν βάζουν στόχους. Έχουν κουραστεί με το μπλα-μπλα των ατέλειωτων τριμερών και τετραμερών συναντήσεων και είναι σαν να μας λένε «ενηλικιωθείτε και παίξτε μπάλα όπως πρέπει για να επιβιώσετε στη γειτονιά μας».
Από την άλλη, η Αθήνα πρέπει να ζυγίσει τα συν και τα πλην, από το ρίσκο μιας τρομοκρατικής επίθεσης ή ενός νεκρού Έλληνα στρατιωτικού μέχρι τον κίνδυνο να επέλθει ρήξη με την Άγκυρα από μια καραμπόλα. Τα όσα συμβαίνουν στη Γάζα και τα συνακόλουθα ηθικά διλήμματα, αλλά και η στάση των Ευρωπαίων εταίρων μας δυσκολεύουν πολύ τις αποφάσεις μας.
Το πολύ ενδιαφέρον σε αυτό το σκηνικό είναι η στάση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος μοιάζει να έχει ανεξάντλητο θαυμασμό για τον Ερντογάν και την Τουρκία. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν συμμερίζεται καθόλου την αντιπαλότητα του Νετανιάχου και συνεχίζει να τον «αδειάζει» κάθε φορά που η συζήτηση επικεντρώνεται στην Άγκυρα.
Οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι χρησιμοποιούν όμως και αυτό το γεγονός σαν επιχείρημα για να πείσουν τους Έλληνες ομολόγους τους ότι στο τέλος της ημέρας «είσαστε και είμαστε μόνοι μας σε μια πολύ επικίνδυνη γειτονιά».
Και προτείνουν την κλασική ισραηλινή συνταγή, να γίνουμε μια χώρα που θα μας φοβούνται και θα μας υπολογίζουν στην περιοχή και η οποία, αντί να ζητάει στήριξη από τις ΗΠΑ, θα έχει τους μοχλούς να την εξασφαλίσει με δικά της μέσα. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
