Ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης πρωταγωνίστησε σε ένα ακόμη επεισόδιο στη Βουλή, αυτή τη φορά κατηγορώντας τη Ζωή Κωνσταντοπούλου ότι τον βιντεοσκοπούσε παράνομα.
Όντως, ο Άδωνις Γεωργιάδης έχει δίκιο. Η βιντεοσκόπηση μέσα στη Βουλή με τέτοιους όρους δεν επιτρέπεται.
Βεβαίως, ο ίδιος έχει παραβιάσει αυτόν τον κανόνα στο παρελθόν βιντεοσκοπώντας τον Παύλο Πολάκη, όπως αρκετοί έσπευσαν να θυμίσουν, αλλά ας υποθέσουμε ότι η τωρινή του διαμαρτυρία αποτελεί και έμπρακτη μεταμέλεια για προηγούμενα ατοπήματα.
Ωστόσο, η ευαισθησία του υπουργού για τα προσωπικά του δεδομένα – γιατί περί αυτού πρόκειται όταν έχουμε να κάνουμε με απαγορεύσεις βιντεοσκόπησης άνευ συναίνεσης – είναι κάπως επιλεκτική. Για την ακρίβεια δεν επεκτείνεται στα πολύ πιο σημαντικά και πολύ πιο ευαίσθητα δεδομένα που προσπάθησαν να υποκλέψουν από το κινητό του τηλέφωνο με χρήση παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator. Ενός κατασκοπευτικού λογισμικού που δεν περιορίζεται μόνο στο να παρακολουθεί τηλεφωνικές επικοινωνίες και μηνύματα κειμένου, αλλά καταγράφει και τις επικοινωνίες στις άλλες πλατφόρμες επικοινωνίας και δικτύωσης και ουσιαστικά μετατρέπει το τηλέφωνο σε σταθμό παρακολούθησης.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης παρότι στοχοποιήθηκε με τέτοιο λογισμικό δεν έκανε απολύτως τίποτα για αυτό. Δεν έβγαλε ανακοίνωση στην οποία να καταγγέλλει την απόπειρα υποκλοπής του τηλεφώνου του, δεν ζήτησε να ελεγχθεί το τηλέφωνό του, δεν έκανε μήνυση έστω κατ’ αγνώστων και όταν ξεκίνησε η δίκη των τεσσάρων ιδιωτών που εμπλέκονται στην υπόθεση, δεν ζήτησε παράσταση πολιτικής αγωγής, ούτε ως ιδιώτης, ούτε ως υπουργός.
Σημειώνουμε εδώ ότι η άρνησή του να ζητήσει να εξεταστεί και το δικό του τηλέφωνο στην πραγματικότητα ήταν ως ένα βαθμό και παρακώλυση της δικαστικής έρευνας. Και αυτό γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις όσα περισσότερα τηλέφωνα ελεγχθούν, τόσα περισσότερα στοιχεία θα συλλεχθούν και αυτό θα διευκολύνει την αναζήτηση των υπαιτίων και το «δέσιμο» των κατηγοριών.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως έχει ο τρόπος με τον οποίο έχει προσπαθήσει να τεκμηριώσει την άρνησή του να συμβάλει με οποιονδήποτε τρόπο στη διαλεύκανση της υπόθεσης και την επιμονή του ότι αυτό που συμβαίνει δεν αποτελεί επί της ουσίας παραβίαση των αρχών του Κράτους Δικαίου.
Η βασική επιχειρηματολογία του, την οποία επανέλαβε και πολύ πρόσφατα είναι ότι «αυτά συμβαίνουν», δηλαδή ότι σήμερα καμιά επικοινωνία δεν είναι ασφαλής απέναντι σε ενδεχόμενη υποκλοπή και όπως χαρακτηριστικά υπογράμμισε καλύτερα να μην έχει και ο πολίτης ευαίσθητες πληροφορίες στο κινητό του.
Φαινομενικά ο υπουργός Υγείας υποστηρίζει κάτι κοινότυπο. Όντως αποτελεί πλατιά διαδεδομένη εκτίμηση ότι οι υπηρεσίες ασφαλείας, είτε εγχώριες, είτε -πρωτίστως- άλλων κρατών «παρακολουθούν τα πάντα». Το βλέπουμε και σε ταινίες όπου βλέπουμε να ξεκλειδώνουν όλα τα τηλέφωνα, όλες οι κάμερες, και να καταγράφονται τα πάντα.
Μόνο που το ερώτημα δεν είναι εάν όλα αυτά συμβαίνουν. Το ερώτημα είναι εάν θα ανεχτούμε να συμβαίνουν όλα αυτά, θα ανεχτούμε όλες αυτές τις παράνομες παραβιάσεις του απορρήτου των επικοινωνιών, εάν θα εκχωρήσουμε βασικά δικαιώματα. Το κρίσιμο ερώτημα δηλαδή, είναι εάν θα υπάρξει υπεράσπιση της νομιμότητας.
Το ερώτημα αυτό είναι ακόμη πιο επιτακτικό για έναν υπουργό. Γιατί η ευθύνη ενός υπουργού απέναντι στην τήρηση της νομιμότητας και την προάσπιση βασικών δικαιωμάτων είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή ενός απλού πολίτη. Η νομιμότητα είναι η κατεξοχήν δουλειά ενός υπουργού.
Όταν λοιπόν έρχεται ένας υπουργός και, επί της ουσίας, λέει «πάρτε το χαμπάρι, ‘μας ακούνε’ και τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε για αυτό», τότε πώς να αισθανθεί ο απλός πολίτης που νιώθει ανυπεράσπιστος απέναντι σε μια συνθήκη γενικευμένης παρακολούθησης;
Μάλιστα, ο Άδωνις Γεωργιάδης πήγε και ένα βήμα παρακάτω, είπε ότι θεωρεί αυτονόητο οι αρχές να «επισυνδέουν» τηλέφωνα υπουργών, κρατικών αξιωματούχων και αξιωματικών. Βεβαίως, ξεχνά ότι υποτίθεται ότι «επισυνδέονται» τα τηλέφωνα όσων είναι ύποπτοι για εγκληματικές ενέργειες ή αποτελούν απειλή για την εθνική ασφάλεια. Πώς εντάσσονται σε αυτή την πρακτική οι υπουργοί και λοιποί κρατικοί αξιωματούχοι; Για ποιες πράξεις είναι ύποπτοι;
Ακόμη όμως και αν κάποιος δεχθεί την λογική Γεωργιάδη περί αυτονόητης επιλογής των Αρχών, στην περίπτωση των υποκλοπών έχουμε να κάνουμε – υποτίθεται…– με ιδιώτες, που είναι άγνωστο -σύμφωνα πάντα με το κυβερνητικό αφήγημα- τι σκοπό είχαν και ποιος ήταν ο εντολέας τους. Επομένως γιατί δεν αντέδρασε; Δεν υπάρχει ένα θέμα συνολικότερης απειλής εδώ;
Όμως, οι παλινωδίες του Άδωνι Γεωργιάδη και τα βίαια χτυπήματα στην κοινή λογική δεν σταματούν εδώ. Η πρώτη αντίδραση του Γεωργιάδη που είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων ήταν ότι η αδιαφορία του για τις υποκλοπές οφειλόταν στο ότι «δεν είχα τίποτα να κρύψω». Τώρα ο Άδωνις Γεωργιάδης έχει κατ’ επανάληψη πει ότι ο ίδιος δεν εμπιστεύεται τα τηλέφωνα θεωρώντας ότι παρακολουθούνται. Από ποιους; Και σε κάθε περίπτωση δεν ισχύει πλέον το «καθαρός ουρανός, υποκλοπές δεν φοβάται»; Τι περιλαμβάνει στις επικοινωνίες του ο υπουργός που θα ήταν πρόβλημα εάν καταγράφονταν; Δεν ζει και πράττει ως να ήταν σε «γυάλινο πύργο» χωρίς να φοβάται να έρθουν όλα στο φως;
Να το πω διαφορετικά, εάν αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση έχει «πετάξει πετσέτα» σε σχέση με τη μάχη απέναντι στις παραβιάσεις του απορρήτου των επικοινωνιών, ή, ακόμη χειρότερα, εάν θεωρεί ότι δεν είναι βασική προτεραιότητα να ασχοληθεί με αυτό το θέμα, τότε είναι σαφές ότι απέχουμε πολύ από οποιαδήποτε έννοια θεσμικής λειτουργίας και φιλελεύθερης διακυβέρνησης.
Για να μην αναφερθώ στο ότι ο Άδωνις Γεωργιάδης είναι υπουργός μιας κυβέρνησης που αυτή τη στιγμή δηλώνει ότι «θωρακίζει» τον εθνικό χώρο, αναβαθμίζει την άμυνα της χώρας, «σφραγίζει» τα σύνορα απέναντι στις μεταναστευτικές ροές και εν γένει διατείνεται ότι προασπίζει την πατρίδα. Πώς συνάδει αυτό με το ότι ένας υπουργός δηλώνει ότι αδιαφορεί για το εάν το τηλέφωνό του στοχοποιήθηκε από μια ομάδα – ας δεχτούμε προσωρινά το αφήγημα περί «ιδιωτών» – που περιλάμβανε και έναν υπήκοο ξένης χώρας με προϋπηρεσία μάλιστα στις ένοπλες δυνάμεις, την ώρα μάλιστα που πλέον η δικαστική διερεύνηση στρέφεται και προς το ερώτημα της κατασκοπείας.
Αναρωτιέται, κανείς, γιατί ένας υπουργός δεν επιθυμεί να διαλευκανθεί μια υπόθεση ενδεχόμενης κατασκοπείας και γιατί δεν θέλησε να συνδράμει τις διωκτικές και δικαστικές αρχές σε μια υπόθεση που δεν έχει μόνο ποινική διάσταση, αλλά και εθνική. Ιδίως εάν αναλογιστούμε και την προτίμησή του για μια πατριωτική ρητορική. Σταματά ο πατριωτισμός του Άδωνι Γεωργιάδη, όταν πρόκειται για το τηλέφωνό του; Δεν είναι τυχόν παρακολούθησή του από ξένες δυνάμεις και μια εκδοχή αμφισβήτησης της εθνικής κυριαρχίας (ιδίως όταν στοχοποιήθηκαν και άλλοι υπουργοί και ανώτατοι αξιωματικοί του στρατού); Δεν θα έπρεπε να ζητήσει να εξεταστεί αυτό, αλλά και να προσφερθούν ασφαλή μέσα επικοινωνίας στους υπουργούς; Ή μήπως έχουμε φτάσει στο σημείο οι υπουργοί να βάζουν στο κινητό τους τηλέφωνο το παλιό αυτοκόλλητο που υπήρχε στα καρτοτηλέφωνα στα στρατόπεδα που έγραφε «προσοχή ο εχθρός ακούει»;
Βεβαίως, ο «ελέφαντας στο δωμάτιο», είναι οι πολλαπλές ενδείξεις ότι το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό δεν χρησιμοποιήθηκε από ιδιώτες αλλά από την ΕΥΠ, και το προμηθεύτηκε κρατικός φορέας, κάτι άλλωστε που επεσήμανε και ο ίδιος ο Ισραηλινός Ταλ Ντίλιαν, ιδιοκτήτης της Intellexa και ένας εκ των καταδικασθέντων «ιδιωτών», όταν δήλωσε ότι η εταιρεία του πουλάει το κατασκοπευτικό λογισμικό μόνο σε κράτη και κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας.
Κατανοώ, βάσει και των νέων δεδομένων, ότι ίσως είναι αμήχανο και δύσκολο για έναν εν ενεργεία υπουργό και βουλευτή να τοποθετηθεί πάνω στο ότι πιθανώς πίσω από τις απόπειρες στοχοποίησης του τηλεφώνου του να βρισκόταν το Μέγαρο Μαξίμου. Δηλαδή, είναι σαν να μας λέει: «τι θέλετε να σας πω και εγώ, ότι μας παρακολουθούν για να μας έχουν από κοντά;».
Ωστόσο, ακόμη και έτσι η όλη συνθήκη δεν παύει να είναι ιδιαίτερα προβληματική. Οι υπουργοί οφείλουν προφανώς να ακολουθούν τις οδηγίες του πρωθυπουργού, άλλωστε αυτός τους διορίζει και τους παύει. Σε ποιο, όμως, πρότυπο «χρηστής» διακυβέρνησης ανήκει το να τους παρακολουθεί η ΕΥΠ; Σε ποια «εργαλειοθήκη» περιλαμβάνεται ως «καλή πρακτική», να πρέπει να υποκλέπτονται τα τηλέφωνά τους; Σε ποια πλευρά της αξιολόγησης του κυβερνητικού έργου εντάσσεται η καταγραφή των επικοινωνιών; Ποια ικανότητα υπεράσπισης της δημοκρατικής διακυβέρνησης και των αρχών της αποτυπώνει το να το δέχονται αυτό αδιαμαρτύρητα υπουργοί; Αποτελεί εκδοχή «επιτάχυνσης του κυβερνητικού έργου» το να «κρατάει» το Μέγαρο Μαξίμου τους υπουργούς, μέσω της παρακολούθησης των επικοινωνιών τους;
Και βέβαια, επί της ουσίας, εάν ο Άδωνις Γεωργιάδης είχε όντως τη δημοκρατική ευαισθησία που διατείνεται ότι έχει, θα έπρεπε αυτός να είχε απαιτήσει να εξεταστεί σε βάθος το ενδεχόμενο εμπλοκής του Μεγάρου Μαξίμου και θα είχε κάνει σαφές ότι εάν δεν ξεκαθάριζε το τοπίο δεν θα μπορούσε να ασκεί υπουργικά καθήκοντα υπό ένα τέτοιο καθεστώς που υπονομεύει τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος. Δηλαδή, υπό κανονικές συνθήκες, ο δημοκράτης Άδωνις Γεωργιάδης θα έπρεπε να ήταν ο πρώτος που θα έβγαινε στο δρόμο να καταγγείλει ένα απαράδεκτο καθεστώς εκβιασμού των υπουργών από το Μέγαρο Μαξίμου. Όμως, δεν το έκανε.
Με αυτή την έννοια η θεσμική ευαισθησία του Άδωνι Γεωργιάδη ως προς το εάν βιντεοσκοπείται, θα ήταν πολύ πιο πειστική ως προς την ειλικρίνειά της, εάν έπαιρνε θέση και στο ζήτημα των υποκλοπών. Γιατί η σιωπή του ως προς την ουσία του ζητήματος και η κατ’ επανάληψη υποβάθμιση της σημασίας του ζητήματος παραπέμπει πολύ περισσότερο στην ένοχη παραδοχή ότι έχουμε να κάνουμε με διακυβέρνηση που απέχει από το χαρακτηρίζεται από δημοκρατικό ήθος.
Μείζων θεσμικό ζήτημα, ουσιαστικό για τη λειτουργία του κράτους είχε χαρακτηρίσει ο βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ και συνταγματολόγος Παναγιώτης Δουδωνής την αποκάλυψη Ντίλιαν, στηλιτεύοντας τη στάση παρακολουθούμενων υπουργών να μην παραστούν στο δικαστήριο, αλλά να σιωπούν και να κρύβονται. Και είναι μάλλον ενδεικτικό ότι τον κ. Δουδωνή με αυτές τις τοποθετήσεις που σέβονται και υπηρετούν το Κράτος Δικαίου, ο Άδωνις Γεωργιάδης τον χαρακτήρισε «χτεσινό» που δεν έχει δικαίωμα να κρίνει τον Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλο. Δεν ξέρω εάν είναι «χτεσινός» ο κ. Δουδωνής, όμως ξέρω ότι σε νεαρή ηλικία κατάφερε να «χτίσει» ένα εντυπωσιακό ακαδημαϊκό βιογραφικό, με διδακτορικό, διδακτική εμπειρία και ερευνητικό έργο ζηλευτό, ενώ οι παρεμβάσεις του στη Βουλή δεν είναι σόου και τσακωμοί καφενείου, αλλά καίριες και συχνά αποκαλυπτικές. Αν αυτά κάνουν κάποιον «χτεσινό», χρειαζόμαστε πολύ περισσότερους τέτοιους «χτεσινούς» και απαλλαγή από τηλεβιβλιοπώληδες με θυρίδες σκέψης.
in.gr
