24 Μαΐ 2026

Η κτηνοτροφία καταρρέει

 


Οι διαδοχικές κρίσεις, η ανικανότητα της πολιτείας και τα νέα επεισόδια στο σήριαλ του ΟΠΕΚΕΠΕ εξοργίζουν αγρότες και κτηνοτρόφους.

Την πρώτη Ιουλίου του 2025 η κ. Μαίρη Μάρω, κτηνοτρόφος στη Λάρισα είδε το κοπάδι της να θανατώνεται ως επίπτωση..

της ζωονόσου της ευλογιάς και μαζί με το κοπάδι αφανίστηκαν οι κόποι μιας ζωής.

Σήμερα σχεδόν ένα χρόνο μετά παραμένει σε απόγνωση και αβοήθητη. Ένα χρόνο μετά και ενώ έχουν μεσολαβήσει πρωτοφανείς κινητοποιήσεις του αγροτικού και κτηνοτροφικού κόσμου, ενώ έχουν μεσολαβήσει ατελείωτες υποσχέσεις η πολιτεία παραμένει ανίκανη, όχι μόνο να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της, αλλά κυρίως να αντιμετωπίσει τη νόσο.

«Μας είπαν σε έξι μήνες θα γίνει η ανασύσταση του κοπαδιού, μετά από έξι μήνες μας είπαν ότι η ανασύσταση θα γίνει όταν δεν υπάρχει κρούσμα στην περιοχή και μετά μας είπαν ότι θα γίνει όταν δεν υπάρχει κρούσμα σε όλη την Ελλάδα» τονίζει η κ. Μάρω, μιλώντας στο Dnews. Την περίοδο των μπλόκων είχαν λάβει την υπόσχεση ότι θα λάβουν εισόδημα για το 2026. Σχεδόν ένα χρόνο χωρίς κοπάδι, με χρέη και υποχρεώσεις, εξαντλούνται τα περιορισμένα χρήματα που είχαν λάβει για την ανασύσταση του κοπαδιού, η οποία όμως κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει πότε θα γίνει.

Χωρίς δουλειά και χωρίς εισόδημα, η κ. Μάρω επισημαίνει ότι πριν από λίγες ημέρες, η Ομοσπονδία Κτηνοτρόφων τους κάλεσε στη Λάρισα και εκεί αντί για χρονοδιαγράμματα και απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα, εκπρόσωποι τράπεζας τους πρότειναν δάνεια για να ξαναφτιάξουν τα κοπάδια τους με επιτόκιο… 6,6%.

Οι περισσότεροι κτηνοτρόφοι είναι καταχρεωμένοι επισημαίνει η κ. Μάρω. «Δεν ζητιανεύουμε χρήματα, να μας δώσουν τα ζώα που μας σκότωσαν ζητάμε και να αρχίσουμε ξανά να δουλεύουμε» τονίζει και αναρωτιέται γιατί έχει περάσει τόσο μεγάλο διάστημα και το κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μία νόσο που όλα τα προηγούμενα χρόνια σταματούσε στα σύνορα της χώρας. Η κ. Μάρω, προσθέτει ότι «ο κόσμος νομίζει ότι έχουμε πάρει χρήματα αλλά η πραγματικότητα είναι ότι οι κτηνοτρόφοι είμαστε σε απόγνωση, εάν δεν θέλουν την κτηνοτροφία στην Ελλάδα, ας μας το πουν».

Στις 30 Απριλίου, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Ιόνιαν και του Βασίλη Δελημάρη, ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Γιάννης Ανδριανός, μιλώντας σε κτηνοτρόφους της Δωρίδας, αναφέρθηκε στις αποζημιώσει για την απώλεια εισοδήματος, τονίζοντας ότι θα καταβάλλονταν τις επόμενες ημέρες. Ο υφυπουργός, αναφέρθηκε και στο απολεσθέν εισόδημα, στις ζωοτροφές, αλλά και στους καλλιεργητές που παράγουν ζωοτροφές και δεν μπόρεσαν να τις πουλήσουν.

Ωστόσο, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, οι κτηνοτρόφοι ακόμη περιμένουν. Ο Γιάννης Μάνθος, κτηνοτρόφος στην Αιτωλοακαρνανία τονίζει ότι «μας τάξανε ότι θα μας δώσουν και χαμένο εισόδημα για το 2026, ακόμη δεν έχουμε πάρει τίποτα. Μας τάξανε χαμένο εισόδημα για ζωοτροφές, ακόμη δεν έχουμε πάρει τίποτα. Μας τάξανε χαμένο εισόδημα για την παραγωγή τριφυλλιού, ακόμη περιμένουμε».

«Η κτηνοτροφία στη Βόρεια Ελλάδα καταρρέει και η πολιτεία μας γυρνά την πλάτη»

Η κτηνοτροφία στη Βόρεια Ελλάδα δεν βρίσκεται απλά σε φάση κρίσης. Βρίσκεται σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Τα διαδοχικά χτυπήματα από τις ζωονόσους, όπως καταγράφει το ρεπορτάζ του Θωμά Καλέση από την parallaxi.gr σε συνδυασμό με την οικονομική ασφυξία και την απουσία ουσιαστικής κρατικής στήριξης, οδηγούν τους ανθρώπους της παραγωγής σε μαζική έξοδο από το επάγγελμα.

Μιλωντας με εκπροσώπους του κλάδου από την πρώτη γραμμή, η λέξη που κυριαρχεί είναι μία: τραγωδία.

Το οικονομικό αδιέξοδο

Η οικονομική εξίσωση για έναν κτηνοτρόφο σήμερα απλώς δεν βγαίνει. Όπως εξηγεί ο Στέργιος Λίτος, πρόεδρος Αγροτών και Κτηνοτρόφων Βισαλτίας, η ρίζα του κακού εντοπίζεται στο δυσβάσταχτο κόστος των ζωοτροφών, το οποίο έχει γίνει πλέον μη βιώσιμο.

Το οξύμωρο και εξοργιστικό για τους παραγωγούς είναι ότι, παρά τις διεθνείς κρίσεις, τον πληθωρισμό και - κυρίως - την πρόσφατη κρίση με την ευλογιά των αιγοπροβάτων που οδήγησε στη θανάτωση χιλιάδων ζώων, οι τιμές που απολαμβάνει ο κτηνοτρόφος για τα προϊόντα του δεν αυξήθηκαν. Η μείωση του ζωικού κεφαλαίου θα έπρεπε λογικά να πιέσει τις τιμές προς τα πάνω για τη στήριξη των πληγέντων, όμως οι παραγωγοί βλέπουν τα έσοδά τους στάσιμα και τα έξοδά τους στα ύψη.

Η αίσθηση ότι η κεντρική διοίκηση είναι αποκομμένη από την πραγματικότητα της ελληνικής υπαίθρου είναι διάχυτη. Η ψυχολογία στον κλάδο είναι στο ναδίρ, με πολλούς έμπειρους κτηνοτρόφους να αποθαρρύνονται και να αποφασίζουν να μην ξανασχοληθούν ποτέ με την κτηνοτροφία.

Υγειονομικό και γραφειοκρατικά «μπλόκο»

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο κτηνοτρόφος και συνδικαλιστής Θωμάς Μόσχος περιγράφει την σκληρή πραγματικότητα, όπου οι διαδοχικές επιδημίες (Πανώλη, Ευλογιά, Οζώδης Δερματίτιδα) έχουν εγκλωβίσει τους παραγωγούς σε έναν γραφειοκρατικό παραλογισμό που καθιστά αδύνατη την ανανέωση κοπαδιών.

Αδυναμία ανασύστασης: σε όποια περιοχή χαρακτηρίζεται «κόκκινη» ένας κτηνοτρόφος δεν μπορεί να ανοίξει νέο κωδικό ή να αποκαταστήσει τα ζώα που έχασε, αν δεν περάσουν 6 μήνες από το τελευταίο κρούσμα σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Το φιάσκο των «νέων αγροτών»: Ενώ το πρόγραμμα προέβλεπε 60.000 θέσεις, μόλις 6.800 άνθρωποι έκαναν αίτηση σε όλη τη χώρα. Το κράτος τους ανάγκασε να βάλουν πρόβατα και να κάνουν μεγάλες επενδύσεις, αλλά εδώ και δύο χρόνια οι επιδοτήσεις των 40.000 ευρώ παραμένουν απλήρωτες.

Η ερημοποίηση της υπαίθρου: Το πρόβλημα είναι πλέον βαθιά κοινωνικό. Όπως καταγγέλλει ο κ. Μόσχος κανείς δεν πρόκειται να επενδύσει μια περιουσία για να στήσει μία σύγχρονη μονάδα σε ένα ξεχασμένο χωριό, όταν δεν υπάρχει σχολείο για τα παιδιά του ούτε γιατρός για τους ηλικιωμένους γονείς του.

«Μας έβαλαν να κάνουμε την επένδυση και περιμένουμε δύο χρόνια χωρίς να έχουν δώσει τα χρήματα της επιδότησης. Οι μισοί απέμειναν επειδή δεν έχουν άλλο επάγγελμα να κάνουν και οι άλλοι μισοί από καθαρή αγάπη για τον κλάδο. Και δυστυχώς, δεν φαίνεται να υπάρχει φως στο τούνελ» καταλήγει ο κ. Μόσχος.

Τη σφαιρική και θεσμική εικόνα του κλάδου έρχεται να δώσει ο Χρήστος Τσομπάνος, αναπληρωτής πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας (ΣΕΚ) και μέλος του ανώτατου συνδικαλιστικού οργάνου της Εθνικής Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΘΕΑΣ), υπεύθυνος για την κτηνοτροφία.

Ο κ. Τσομπάνος αναγνωρίζει τις μεγάλες δυσκολίες, εστιάζοντας κυρίως στην έλλειψη εργατικού δυναμικού και τις εξαντλητικές ώρες εργασίας που αποτρέπουν τους νέους, αλλά και στη ραγδαία συρρίκνωση της αγελαδοτροφίας, η οποία έχει συγκεντρωθεί σε μόλις 200 με 400 εκμεταλλεύσεις σε όλη τη χώρα.

Παράλληλα σημειώνει ότι το μεγάλο πρόβλημα βρίσκεται αυτή τη στιγμή στην βιοπροστασία του ζωικού κεφαλαίου στις κτηνοτροφικές μονάδες. «Αρχικά είχαμε την πανώλη, μετά ήρθε η ευλογιά και τελευταία έχουμε και τον αυθώδη πυρετό από την Τουρκία που χτύπησε τη Λέσβο. Δεν έχουμε καλή βιοπροστασία γι' αυτό και οι νόσοι μας χτυπάνε. Και είναι κάτι τραγικό, γιατί με τούτα και με εκείνα κινδυνεύουμε να χάσουμε την φέτα. Η φέτα μας είναι η ναυαρχίδα της ελληνικής κτηνοτροφίας στην εξαγωγή. Εξάγουμε πάνω από 200.000 τόνους φέτα τον χρόνο, το οποίο είναι ΠΟΠ και μας φέρνει συνάλλαγμα ύψους 250 εκατομμυρίων τον χρόνο. Δυστυχώς, όποιος συνάδελφος κτηνοτρόφος φεύγει από το επάγγελμα δεν επιστρέφει ξανά. Και ειδικά αυτοί που έχουν πρόβατα».

Ένας κλάδος σε οριακή ισορροπία

Αυτή τη στιγμή η κτηνοτροφία στη Βόρεια Ελλάδα δείχνει να ισορροπεί σε μια λεπτή γραμμή. Τα κοινά σημεία των μαρτυριών συνθέτουν ένα SOS για την ελληνική κτηνοτροφία συνολικά. Αν δεν υπάρξουν άμεσες αποζημιώσεις, γενναία ελάφρυνση στο κόστος των ζωοτροφών και απλοποίηση των υγειονομικών πρωτοκόλλων για την ανασύσταση των κοπαδιών, η Βόρεια Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει οριστικά τον παραγωγικό της ιστό.

Και φυσικά, όπως καταλήγει το ρεπορτάζ του Θωμά Καλέση, υπάρχει πάντα το σημαντικό στοίχημα: να περάσουν οι κυβερνητικές υποσχέσεις από τα χαρτιά στην τσέπη του κτηνοτρόφου χωρίς άλλες γραφειοκρατικές και προσχηματικές καθυστερήσεις.

Η Λέσβος χάνει το ζωικό της κεφάλαιο και ζητά απαντήσεις

Σε μια από τις μεγαλύτερες αγροτικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών βρίσκεται η Λέσβος, με τον αφθώδη πυρετό να έχει προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις στην κτηνοτροφία, τη μεταποίηση, το εμπόριο και συνολικά την οικονομική ζωή του νησιού. Από τα μέσα Μαρτίου, όπως καταγράφει το ρεπορτάζ του Θράσου Αβραάμ από την ιστοσελίδα stonisi.gr, όταν εντοπίστηκε το πρώτο επιβεβαιωμένο κρούσμα, η κατάσταση εξελίχθηκε σε μια βαθιά κρίση χωρίς σαφές τέλος, με χιλιάδες παραγωγούς να βρίσκονται σε απόγνωση και την τοπική οικονομία να βλέπει έναν από τους βασικότερους παραγωγικούς της πυλώνες να καταρρέει.

Τα τελευταία στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Βορείου Αιγαίου την Πέμπτη 14 Μαΐου αποτυπώνουν το μέγεθος της καταστροφής.

Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, 30.140 ζώα έχουν ήδη θανατωθεί, ενώ πρόκειται να θανατωθούν ακόμη περίπου 12.000 το επόμενο διάστημα. Παράλληλα συνεχίζονται καθημερινά οι έλεγχοι σε κτηνοτροφικές μονάδες σε όλο το νησί, με νέα θετικά κρούσματα να εξακολουθούν να εντοπίζονται, διατηρώντας την αγωνία των παραγωγών στα ύψη και εντείνοντας την αβεβαιότητα για το πότε θα μπει τέλος στην υγειονομική κρίση.

«Μας τελειώνουν τα κοπάδια και δεν υπάρχει σχέδιο σωτηρίας»

Στα χωριά της δυτικής Λέσβου, όπου η κτηνοτροφία αποτελεί βασική πηγή εισοδήματος, η κατάσταση είναι δραματική. Παραγωγοί βλέπουν μέσα σε λίγες ώρες να χάνονται κοπάδια που έχτιζαν για δεκαετίες, ενώ πολλοί δηλώνουν ότι δεν γνωρίζουν αν θα μπορέσουν να συνεχίσουν το επάγγελμα.

Η οργή τους έχει μεταφερθεί πλέον και στους δρόμους. Εδώ και εβδομάδες πραγματοποιούν κινητοποιήσεις ζητώντας να σταματήσουν οι μαζικές θανατώσεις και να εφαρμοστεί άμεσα πρόγραμμα εμβολιασμού, υποστηρίζοντας ότι η σημερινή στρατηγική οδηγεί σε πλήρη αποψίλωση του ζωικού κεφαλαίου της Λέσβου. Οι κτηνοτρόφοι επιμένουν ότι χωρίς εμβολιασμούς δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική ανάσχεση της κρίσης και προειδοποιούν πως αν συνεχιστεί η ίδια πολιτική, η παραγωγική βάση του νησιού θα υποστεί ανεπανόρθωτο πλήγμα.

Παράλληλα, έντονη είναι η κριτική που ασκείται στην κυβέρνηση, καθώς όπως τονίζουν εκπρόσωποι του πρωτογενούς τομέα, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης πιάστηκε απροετοίμαστο μπροστά στην κρίση. Όπως υποστηρίζουν, τις πρώτες κρίσιμες ημέρες επιβλήθηκαν αυστηρά περιοριστικά μέτρα χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός σχεδιασμός για τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες που θα προκαλούσαν.

Μόνο μετά τις έντονες αντιδράσεις και τις κινητοποιήσεις των παραγωγών, η κυβέρνηση προχώρησε στην ανακοίνωση μέτρων ανακούφισης. Ωστόσο, οι κτηνοτρόφοι τα χαρακτηρίζουν ανεπαρκή, τονίζοντας ότι δεν απαντούν στο βασικό ζήτημα της επόμενης ημέρας και της ανασύστασης του ζωικού κεφαλαίου.

Παραγωγοί και μεταποιητές αποδίδουν ευθύνες για τη διαχείριση

Σχεδόν το σύνολο των φορέων του πρωτογενούς τομέα στο νησί, από κτηνοτρόφους μέχρι μεταποιητές και επαγγελματίες που συνδέονται με την παραγωγική αλυσίδα, αποδίδουν ευθύνες και στη Διεύθυνση Κτηνιατρικής της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου για τον τρόπο διαχείρισης της κρίσης.

Οι επικρίσεις στρέφονται κυρίως προς τον Διευθυντή της υπηρεσίας, με παραγωγούς να υποστηρίζουν ότι υπήρξαν σοβαρές αστοχίες στη διαχείριση της κατάστασης. Από την πλευρά του, ο ίδιος απαντά πως εφαρμόζει τις οδηγίες και τα πρωτόκολλα που προβλέπει το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, επισημαίνοντας ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται σε κεντρικό επίπεδο.

Τυροκομεία, σφαγεία και αγορά σε ασφυξία

Η κρίση έχει πλήξει σοβαρά και τα τυροκομεία του νησιού, που για εβδομάδες βρέθηκαν αντιμέτωπα με περιορισμούς στη διακίνηση προϊόντων. Οι εξαγωγές τυριών επηρεάστηκαν, η παραγωγή μειώθηκε, ενώ σφαγεία, μεταφορείς, προμηθευτές ζωοτροφών και δεκάδες επαγγέλματα που εξαρτώνται από την κτηνοτροφία βλέπουν τον τζίρο τους να καταρρέει.

Η Λέσβος διαθέτει ένα από τα σημαντικότερα κτηνοτροφικά αποθέματα της χώρας και η απώλεια χιλιάδων ζώων απειλεί όχι μόνο το εισόδημα των παραγωγών αλλά και προϊόντα ταυτισμένα με το νησί, όπως η φέτα και το λαδοτύρι.

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε αποζημιώσεις για το γάλα που δεν διατέθηκε στην αγορά και για τις οικονομικές απώλειες των κτηνοτρόφων, καθώς και μέτρα για φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις. Ωστόσο, η αγορά παραμένει επιφυλακτική και οι παραγωγοί επιμένουν ότι χωρίς ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανασύστασης του ζωικού κεφαλαίου, οι εξαγγελίες δεν αρκούν.

Στη Λέσβο πλέον όπως καταλήγει το ρεπορτάζ του Θράσου Αβραάμ, το ερώτημα δεν είναι μόνο πότε θα τελειώσει ο αφθώδης πυρετός. Για πολλούς, το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα έχει απομείνει όρθιο από την κτηνοτροφία και την τοπική οικονομία όταν αυτή η κρίση ολοκληρωθεί,.

Δεν πιστεύουν κανέναν

Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι δεν πιστεύουν πλέον καμία υπόσχεση. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει πληγώσει ανεπανόρθωτα την κυβερνητική αξιοπιστία και οι περισσότεροι το αντιλαμβάνονται ως την απόδειξη της κακοδιαχείρισης αλλά και των προτεραιοτήτων της κυβερνητικής Αγροτικής… Ανάπτυξης.

Και εάν τα εκατομμύρια των «μαϊμού» επιδοτήσεων μας ζάλισαν και εάν οι χασάπηδες και οι φραπέδες εξόργισαν ακόμη και αυτούς που δεν έχουν δει χωράφι στη ζωή τους, αυτά που έρχονται είναι πολύ χειρότερα.

Ο Βάιος Γκανής, πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Βόρειας Φθιώτιδας, μιλώντας στο ραδιόφωνο 9.84 του Ηρακλείου Κρήτης και τον Γιώργο Σαχίνη, υποστηρίζει πως οι χρόνιες παθογένειες στον πρωτογενή τομέα εργαλειοποιήθηκαν από ένα πολιτικό σύστημα που, αντί για χάραξη εθνικής στρατηγικής, μετέτρεψε ακόμη και τις επιδοτήσεις σε έναν καλοστημένο ψηφοθηρικό μηχανισμό που τα τελευταία 5 χρόνια έχει στην κυριολεξία απογειωθεί.

Όπως τονίζει, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, παρότι αφορά εκατομμύρια επιδοτήσεων σε μη δικαιούχους, είναι πολύ μικρότερο μπροστά σε αυτά των βιολογικών και ακόμη περισσότερο του λεγόμενου Εθνικού Αποθέματος, που και αυτό έρχεται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. «Ας μας εξηγήσει κάποιος, αν δεν είναι ψηφοθηρία, πώς γίνεται μέσα σε 10 χρόνια από 19 χιλιάδες παραγωγούς βιολογικών, με «μαϊμού» πιστοποιήσεις, να φτάσουμε σε 34 χιλιάδες και μόνο το 2024 να ανέβουν σε 119 χιλιάδες» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Οι επιδοτήσεις σε ημέτερους και η απουσία Εθνικής Στρατηγικής δεν συνιστούν ένα σκάνδαλο από το οποίο κάποιοι πλουτίζουν, είναι πολύ πιο σοβαρό ζήτημα καθώς όπως τονίζει ο κ. Γκανής «η μη αναστροφή της κατάστασης δεν θα σημάνει μόνο επισιτιστική κρίση για τον γηγενή πληθυσμό, αλλά και πλήρη διάλυση στην παραγωγική εναπομείνασα βάση της χώρας».

https://www.dnews.gr/