απο τον Βαγγέλη Τριάντη
Στην υπόθεση αυτή, έχει ήδη σχηματιστεί δικογραφία ποινικής δίωξης μετά από καταγγελία που υπέβαλε ο επιχειρηματίας Γιώργος Φλώρας τόσο στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσο και στην Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού. Τον περασμένο Νοέμβριο, η Data Journalists δημοσίευσε εκτενές ρεπορτάζ σχετικά με την επίσημη καταγγελία του κ. Φλώρα, το οποίο αναφερόταν σε «ισχυρές ενδείξεις συμπαιγνίας μεταξύ των συμμετεχουσών εταιρειών στο πλαίσιο του διαγωνισμού». Οι εμπλεκόμενες εταιρείες ήταν οι κοινοπραξίες «WIND-AKTIB» και «COSMOTE-BYTE ABEE», καθώς και η Vodafone.
Όπως τονίζεται στην καταγγελία, «εάν αυτό αποδειχθεί, η ζημία για το ελληνικό κράτος και την Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι σημαντική», καθώς το έργο χρηματοδοτήθηκε από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης.
Το ερώτημα, φυσικά, είναι ποιες ενέργειες έχει κάνει η Επιτροπή Ανταγωνισμού μετά την καταγγελία του κ. Φλώρα. Η Data Journalists δημοσιεύει γραπτή απάντηση που απέστειλε η Επιτροπή στον κ. Φλώρα, στην οποία η Επιτροπή Ανταγωνισμού φαίνεται να αποφεύγει να απαντήσει σχετικά με το εάν η καταγγελία του κ. Φλώρα συνιστούσε επίσημη καταγγελία. Εν τω μεταξύ, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξετάζει διεξοδικά τις προσφορές και τους ισχυρισμούς που έχουν γίνει. Ας ξεκινήσουμε όμως από την αρχή.
Ο διαγωνισμός για 36.000 διαδραστικούς πίνακες
Το Υπουργείο Παιδείας προχώρησε στην προκήρυξη ανοιχτού ηλεκτρονικού διαγωνισμού για την «Προμήθεια και Εγκατάσταση Συστημάτων Διαδραστικής Μάθησης». Το έργο αφορούσε την εγκατάσταση 36.000 διαδραστικών συστημάτων μάθησης, συμπεριλαμβανομένων πινάκων, φορητών υπολογιστών, διαδραστικών προβολέων και εσωτερικής καλωδίωσης, στις τάξεις των δημοτικών και γυμνασίων.
Σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού, το έργο «ενισχύει σημαντικά τον ψηφιακό μετασχηματισμό της εκπαίδευσης εισάγοντας νέες τεχνολογίες στην καρδιά της εκπαιδευτικής διαδικασίας: την τάξη».
Το έργο, το οποίο χρηματοδοτήθηκε από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, είχε συνολικό κόστος σχεδόν 120 εκατομμύρια ευρώ. Σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων, το κριτήριο ανάθεσης της σύμβασης ήταν «η πλέον οικονομικά συμφέρουσα προσφορά με βάση την καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής» και η συνολική σύμβαση χωριζόταν σε τρία μέρη: ΠΑΡΤΙΔΑ 1 με προϋπολογισμό 50,163 εκατομμύρια ευρώ, ΠΑΡΤΙΔΑ 2 με προϋπολογισμό 49,425 εκατομμύρια ευρώ και ΠΑΡΤΙΔΑ 3 με προϋπολογισμό 49,093 εκατομμύρια ευρώ.
Τρεις εταιρείες — ή μάλλον, τρεις εταιρικές κοινοπραξίες — συμμετείχαν στον διαγωνισμό: η «WIND-AKTIB», η «COSMOTE-BYTE ABEE» και η «VODAFONE».
Όσον αφορά το πρώτο μέρος του έργου (LOT 1), και οι τρεις εταιρείες υπέβαλαν προσφορές. Πιο συγκεκριμένα, η Vodafone υπέβαλε προσφορά ύψους 40.349.000 € χωρίς ΦΠΑ, η Wind-AKTIB 40.351.000 € και η Cosmote-Byte ABEE 40.450.000 €, όλες χωρίς ΦΠΑ. Η VODAFONE τελικά έλαβε τη σύμβαση επειδή έλαβε την υψηλότερη βαθμολογία, σύμφωνα με τα έγγραφα της σύμβασης που δημοσιεύθηκαν στην κυβερνητική πλατφόρμα διαφάνειας Διαύγεια. Για το δεύτερο μέρος του έργου (LOT 2), δύο εταιρείες υπέβαλαν προσφορές: η COSMOTE-BYTE ABEE με 39.721.000 € και η VODAFONE με 39.755.000 €, αμφότερες χωρίς ΦΠΑ. Η σύμβαση ανατέθηκε στην κοινοπραξία COSMOTE-BYTE ABEE σε αυτό το τμήμα του διαγωνισμού. Ομοίως, στο τρίτο μέρος του διαγωνισμού (LOT 3), η κοινοπραξία WIND–AKTIB ήταν ο μοναδικός πλειοδότης, υποβάλλοντας προσφορά 39.514.000 € χωρίς ΦΠΑ. Στη συνέχεια ανακηρύχθηκε ανάδοχος για το εν λόγω τμήμα του έργου. Με λίγα λόγια, σε καθεμία από τις τρεις εταιρείες ανατέθηκε ένα μέρος του συνολικού έργου.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και η Επιτροπή Ανταγωνισμού
Σύμφωνα με την καταγγελία του κ. Φλώρα, η οποία βασίζεται σε δημόσια διαθέσιμα στοιχεία διαγωνισμού, φαίνεται να υπάρχουν «ισχυρές ενδείξεις συντονισμού μεταξύ των συμμετεχουσών εταιρειών στο πλαίσιο του διαγωνισμού».
Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Φλώρας παρουσίασε, σημείο προς σημείο, πτυχές των προσφορών που εγείρουν ερωτήματα. Μία από αυτές αφορά τις προσφορές που υπέβαλαν οι τρεις εταιρείες. Η συγγραφή υποχρεώσεων προέβλεπε ότι κάθε εταιρεία μπορούσε να συμμετάσχει σε δύο από τα τρία τμήματα του έργου. Με άλλα λόγια, εάν μια εταιρεία υπέβαλε προσφορές για το ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ 1 και το ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ 2, δεν θα της επιτρεπόταν να υποβάλει προσφορά για το ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ 3. Όπως σημειώνεται στην καταγγελία, «Δεδομένης αυτής της προϋπόθεσης, θα περίμενε κανείς οι συμμετέχοντες να υποβάλουν προσφορές σε δύο κατηγορίες και να αναδυθεί ανταγωνισμός με σκοπό τη μείωση των τιμών, προς το δημόσιο συμφέρον».
Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη. Στην πραγματικότητα, και οι τρεις εταιρείες υπέβαλαν προσφορές μόνο για ένα τμήμα του διαγωνισμού (ΠΑΡΤΙΔΑ 1). Στο δεύτερο τμήμα (ΠΑΡΤΙΔΑ 2), υπέβαλαν προσφορές δύο εταιρείες και στο τρίτο τμήμα (ΠΑΡΤΙΔΑ 3), μόνο μία εταιρεία το έπραξε.
Επιπλέον, όπως τονίζεται στην καταγγελία, «στα τμήματα που έχασαν, οι τρεις συμμετέχουσες εταιρείες προσέφεραν τόσο γελοία μικρές εκπτώσεις που θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι ήταν σίγουρες ότι δεν θα υπήρχε πραγματικός ανταγωνισμός και ότι ως εκ τούτου δεν άξιζε να προσφέρουν μεγαλύτερες εκπτώσεις». Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρόλο που κάθε προσφορά είχε αξία άνω των 40 εκατομμυρίων ευρώ (χωρίς ΦΠΑ), οι εκπτώσεις κυμαίνονταν από μόλις 0,01% έως 0,26% — που ισοδυναμεί με όχι περισσότερο από περίπου 4.000 ευρώ ανά τμήμα.
Σύμφωνα με την καταγγελία, αυτό «είναι εντελώς ασυνήθιστο αν γνωρίζετε ότι θα υπάρξει ανταγωνισμός». Κατά συνέπεια, εγείρονται ερωτήματα σχετικά με το εάν υπήρξε συντονισμός μεταξύ των συμμετεχόντων, εκτός εάν ο προμηθευτής είχε ορίσει περιθώρια κέρδους τόσο χαμηλά που ακόμη και η παραμικρή έκπτωση θα ήταν αδύνατη — με όλες τις επιπτώσεις που θα είχε αυτό για τη διαδικασία του διαγωνισμού.
Ένα άλλο ζήτημα που εγείρεται στην καταγγελία αφορά τις βαθμολογίες που έλαβαν οι εταιρείες για τις τεχνικές τους προτάσεις. Σύμφωνα με τον κ. Φλώρα, οι βαθμολογίες ήταν σχεδόν πανομοιότυπες, κάτι που είναι στατιστικά απίθανο να συμβεί, εκτός εάν τα προσφερόμενα προϊόντα ήταν ακριβώς τα ίδια.
Η ίδια καταγγελία αναδεικνύει επίσης ένα άλλο ζήτημα. Παρόλο που αρκετές εταιρείες που ειδικεύονται σε διαδραστικούς πίνακες συμμετείχαν στη φάση διαβούλευσης για τον διαγωνισμό, τελικά καμία από αυτές δεν συμμετείχε στον ίδιο τον διαγωνισμό των 120 εκατομμυρίων ευρώ. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι καμία άλλη εταιρεία δεν επιθύμησε να συμμετάσχει.
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού παίζει με τις λέξεις
Τον περασμένο Σεπτέμβριο, η Επιτροπή Ανταγωνισμού απέστειλε στον κ. Φλόρα απαντητική επιστολή. Ουσιαστικά, οι υπάλληλοι της Επιτροπής δεν έδωσαν σαφή απάντηση ως προς το εάν η επιστολή του κ. Φλόρα συνιστά καταγγελία με την τυπική ή την ουσιαστική έννοια. Αυτό δίνει την εντύπωση ότι το πραγματικό ζήτημα στην προκειμένη περίπτωση ήταν οι σημασιολογικοί ορισμοί και όχι το εάν ενδέχεται να έχουν διαπραχθεί κακουργήματα και στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.
Στην επιστολή αναφέρεται ότι «η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού διεξάγει αυτεπάγγελτη έρευνα σε δημόσιους διαγωνισμούς στον τομέα της πληροφορικής και της τεχνολογίας (υλικό, λογισμικό και συναφείς υπηρεσίες, όπως συμβουλευτικές υπηρεσίες και υποστήριξη), προκειμένου να διαπιστωθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 περί «Προστασίας του Ελεύθερου Ανταγωνισμού».
Σημειώνεται επίσης ότι «η ανωτέρω έρευνα, κατ’ αρχήν, καλύπτει όλους τους δημόσιους διαγωνισμούς με συναφές αντικείμενο» και ότι «στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, διενεργήθηκαν επιτόπιοι έλεγχοι στα γραφεία εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην οικεία αγορά». Σύμφωνα με την Επιτροπή Ανταγωνισμού, «η υπόθεση παραμένει στο στάδιο της διερεύνησης», ενώ τα ζητήματα που έθεσε ο κ. Φλώρας «αξιολογούνται από κοινού στο πλαίσιο της προαναφερθείσας αυτεπάγγελτης έρευνας».


Διαβάστε ολόκληρη την απαντητική επιστολή της Επιτροπής Ανταγωνισμού:
Ρομποτικά κιτ αξίας 30 εκατομμυρίων ευρώ
Αυτή δεν είναι η πρώτη προσφορά του Υπουργείου Παιδείας για την οποία ο κ. Φλώρας υπέβαλε επίσημη καταγγελία στην Επιτροπή Ανταγωνισμού και στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Μια άλλη καταγγελία υποβλήθηκε σχετικά με τον «διαγωνισμό για την προμήθεια ρομποτικής και εξοπλισμού STEM για την εκπαίδευση». Ο διαγωνισμός αυτός, αξίας 30,122 εκατομμυρίων ευρώ, αφορούσε την προμήθεια 177.000 κιτ ρομποτικής. Χρηματοδοτήθηκε μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και υλοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της θητείας της Νίκης Κεραμέως στο Υπουργείο Παιδείας.
Σε σχετική ανακοίνωση, ο Τομέας Διαφάνειας του «Κινήματος για τη Δημοκρατία» αναφέρθηκε σε «σκάνδαλο υπεξαίρεσης ευρωπαϊκών κονδυλίων» και σε «στημένο διαγωνισμό», παραθέτοντας λεπτομερώς τα ζητήματα που θεωρεί σοβαρά. Ένα από αυτά αφορά τον «διαχωρισμό» του διαγωνισμού σε τρία τμήματα (LOTS). Το ίδιο συνέβη και στον διαγωνισμό των 120 εκατομμυρίων ευρώ για διαδραστικούς πίνακες. Το εντυπωσιακό σε αυτόν τον συγκεκριμένο διαγωνισμό ήταν ότι μόνο μία εταιρεία υπέβαλε προσφορά για κάθε τμήμα. Συγκεκριμένα, η NOVA υπέβαλε προσφορά μόνο για το LOT 1, η COSMOTE μόνο για το LOT 2 και η VODAFONE μόνο για το LOT 3. Με άλλα λόγια, αυτές οι τρεις εταιρείες τηλεπικοινωνιών κέρδισαν τα τμήματα χωρίς κανέναν ανταγωνισμό και χαρακτηρίστηκε ως «στατιστικά εξαιρετικά απίθανο οι τρεις εταιρείες να είχαν επιλέξει τυχαία διαφορετικά τμήματα», όπως σημειώνεται στην ανακοίνωση.
Αναφέρθηκε επίσης ότι η «επιλογή» των τριών εταιρειών να υποβάλουν προσφορές σε διαφορετικά τμήματα του διαγωνισμού «φωνάζει» προσυνεννόηση με κεντρικό συντονισμό από το Υπουργείο Παιδείας.
Ένα άλλο ζήτημα που εγείρει ερωτήματα είναι η «αμελητέα έκπτωση μόλις μερικών χιλιάδων ευρώ» που προσέφεραν οι εταιρείες, η οποία ακριβώς προσφέρθηκε στον διαγωνισμό για τους διαδραστικούς πίνακες. Επιπλέον, η δήλωση του Κινήματος για τη Δημοκρατία αναφερόταν σε «υπερτιμολόγηση προϊόντων, με τον δημόσιο τομέα να πληρώνει ποσά αρκετές φορές υψηλότερα από την πραγματική τους αξία». Για τον τύπο προϊόντος R2, για παράδειγμα, το Υπουργείο Παιδείας πλήρωσε 168 ευρώ ανά σετ, ενώ η λιανική τιμή από την POLYTECH είναι 120,30 ευρώ. Για τον τύπο προϊόντος S1, το Υπουργείο πλήρωσε 240 ευρώ ανά σετ, ενώ η λιανική τιμή από την POLYTECH είναι 114,16 ευρώ. Για τον τύπο προϊόντος R3, το Υπουργείο πλήρωσε 198 ευρώ ανά σετ, ενώ η λιανική τιμή από την POLYTECH ήταν 100,40 ευρώ. Επομένως, «μόνο για τις παραπάνω ποσότητες (88.413 μονάδες), οι οποίες αφορούν μόνο την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, η διαφορά μεταξύ των τιμών λιανικής και των τιμών προσφοράς ανήλθε σε περίπου 8.000.000 ευρώ».
https://www.datajournalists.co.uk/
