1 Σεπ 2026

«Ασπίδα του Αχιλλέα» ή ισραηλινό δεκανίκι; Τα 3 δισ., η εξάρτηση και το επικίνδυνο γεωπολιτικό στοίχημα

 


Η ανάγκη να αποκτήσει η Ελλάδα σύγχρονη, πολυεπίπεδη αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα δύσκολα αμφισβητείται. Οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς, τα drones, τα περιφερόμενα πυρομαχικά και οι νέες μορφές πολέμου καθιστούν τα σημερινά συστήματα της χώρας ανεπαρκή ή παρωχημένα.

Άλλο, όμως, η αναγνώριση της ανάγκης και άλλο η άνευ όρων αποδοχή μιας συμφωνίας ύψους άνω των 3 δισ. ευρώ με το Ισραήλ. Οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί γύρω από την «Ασπίδα του Αχιλλέα» αφήνουν αναπάντητα ορισμένα απολύτως κρίσιμα ερωτήματα: Γιατί το Ισραήλ; Γιατί σε αυτήν την έκταση; Γιατί με τόσο βαθιά τεχνολογική εξάρτηση; Και με ποιες γεωπολιτικές συνέπειες;

Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη συμφωνία σαν μια σχεδόν αυτονόητη επιλογή. Δεν είναι. Είναι ένα εξοπλιστικό και στρατηγικό στοίχημα δεκαετιών, με το οποίο η Ελλάδα συνδέει ένα ζωτικό τμήμα της εθνικής της άμυνας με μια περιφερειακή δύναμη που έχει δική της ατζέντα, δικούς της πολέμους και απολύτως μεταβαλλόμενες σχέσεις με την Τουρκία. Μία χώρα που συμπεριφέρεται ως “χωροφύλακας” στην περιοχή, προκαλεί και συμμετέχει στο διαμελισμό άλλων χωρών. Και επιπλέον μία χώρα που επιδίδεται σε γενοκτονία.

Μια χώρα του ΝΑΤΟ αγοράζει προστασία από τρίτη χώρα έναντι μιας άλλης χώρας του ΝΑΤΟ

Εδώ βρίσκεται ο πρώτος παραλογισμός. Η Ελλάδα, μέλος της βορειοατλαντικής συμμαχίας, δαπανά περισσότερα από 3 δισ. ευρώ για να προμηθευτεί από μια χώρα εκτός ΝΑΤΟ συστήματα τα οποία σχεδιάζονται, σε σημαντικό βαθμό, για την αντιμετώπιση της στρατιωτικής ισχύος μιας άλλης χώρας του ΝΑΤΟ: της Τουρκίας.

Αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της ελληνικής αδράνειας. Η Τουρκία διατηρεί αναθεωρητικές διεκδικήσεις και αναπτύσσει ταχέως τη δική της πυραυλική και μη επανδρωμένη τεχνολογία. Αποτελεί, όμως, ισχυρό επιχείρημα για να αναρωτηθεί κανείς γιατί η Αθήνα δεν επένδυσε κατά προτεραιότητα σε μια ευρωπαϊκή ή νατοϊκή λύση, με μεγαλύτερη διαλειτουργικότητα, περισσότερες εγγυήσεις εφοδιασμού και ουσιαστική συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Και επιπλέον σε μία λύση που θα ενίσχυε και το διπλωματικό κεφάλαιο στην αντιπαράθεση με την Άγκυρα.

Το Ισραήλ δεν είναι ο μοναδικός παραγωγός αντιαεροπορικών συστημάτων – για παράδειγμα το IRIS-T SLM χρησιμοποιείται ήδη από χώρες του ΝΑΤΟ για την προστασία υποδομών, πληθυσμών και στρατιωτικών μονάδων. Μπορεί οι ισραηλινές προτάσεις να είναι επιχειρησιακά ελκυστικές ή οικονομικά ανταγωνιστικές. Αυτό, όμως, πρέπει να αποδειχθεί με μια διαφανή συγκριτική αξιολόγηση – όχι να αντιμετωπίζεται σαν δόγμα που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.

Δεν αγοράζεις απλώς πυραύλους – αγοράζεις εξάρτηση δεκαετιών

Η κυβέρνηση δεν αγοράζει ένα έτοιμο προϊόν που το τοποθετεί κάπου και το ξεχνά. Ένα πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας απαιτεί διαρκείς αναβαθμίσεις λογισμικού, ανταλλακτικά, πυρομαχικά, τεχνική υποστήριξη, εκπαίδευση, πιστοποιήσεις και πρόσβαση σε κρίσιμους κώδικες (ας ελπίσουμε ότι δεν θα είναι κι αυτά “κλειστά” και διαχειρίσιμα από τους πωλητές, ανάλογα με τις διαθέσεις των πωλητών) και δεδομένα – μην ξεχνάμε ότι το Predador μας ήρθε από το Ισραήλ.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» σχεδιάζεται να συνδέσει τα υφιστάμενα Patriot με ισραηλινά συστήματα όπως τα SPYDER, Barak MX, David’s Sling και Drone Dome, μέσω ενός ενιαίου δικτύου διοίκησης και ελέγχου. Η συμφωνία ξεπερνά τα 3 δισ. ευρώ και, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, το σύστημα αναμένεται να καταστεί πλήρως επιχειρησιακό σε περίπου 35 μήνες.

Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής αεράμυνας θα εξαρτάται επί χρόνια από την πολιτική βούληση, τις βιομηχανικές δυνατότητες και τις στρατηγικές προτεραιότητες του Ισραήλ.

Τι θα συμβεί εάν αύριο το Ισραήλ επαναπροσεγγίσει την Τουρκία; Οι δύο χώρες είχαν για δεκαετίες στενή στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική συνεργασία. Σήμερα ανταγωνίζονται στη Συρία και στην Ανατολική Μεσόγειο, αυτό όμως δεν αποτελεί αιώνια σταθερά. Τα κράτη δεν έχουν μόνιμες φιλίες και έχθρες – έχουν συμφέροντα.

Η ελληνική ασφάλεια δεν μπορεί να στηρίζεται στην υπόθεση ότι η αντιπαλότητα Ισραήλ–Τουρκίας θα διαρκέσει για πάντα, είναι τόσο απλό.

Ούτε άτρωτος ούτε αποκλειστικά ισραηλινός είναι ο «θόλος»

Η πολεμική εμπειρία του Ισραήλ αποτελεί ασφαλώς ισχυρό πλεονέκτημα – για το Ισραήλ. Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι τα συστήματά του δημιουργούν έναν αδιαπέραστο θόλο.

Καμία αεράμυνα δεν εξασφαλίζει απόλυτη προστασία. Οι ισραηλινές εταιρείες επικαλούνται εντυπωσιακά ποσοστά αναχαίτισης, αλλά οι αριθμοί αυτοί αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες απειλών και επιλεγμένους στόχους. Ακόμη και το ισραηλινό σύστημα, που λειτουργεί με αμερικανική συνδρομή, δορυφορικές πληροφορίες και πολυεπίπεδη υποστήριξη, δέχθηκε πλήγματα από ιρανικούς πυραύλους.

Ιδιαίτερα τα πυρομαχικά διασποράς και οι μαζικές επιθέσεις ανέδειξαν τα όρια της αναχαίτισης, καθώς κάθε αμυντικό δίκτυο μπορεί να κορεστεί. Επιπλέον, η αντιμετώπιση φθηνών drones με πανάκριβους αναχαιτιστές δημιουργεί μια δυσμενή οικονομία πολέμου: ο επιτιθέμενος ξοδεύει χιλιάδες και ο αμυνόμενος εκατομμύρια.

Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι αν τα ισραηλινά συστήματα είναι χρήσιμα – είναι. Το ζήτημα είναι αν η Ελλάδα έλαβε την καλύτερη δυνατή απόφαση ως προς το κόστος, την αυτονομία, την επάρκεια πυρομαχικών και τη δυνατότητα αντιμετώπισης επιθέσεων κορεσμού.

Τρία δισ. που ενισχύουν και την ισραηλινή πολεμική μηχανή

Υπάρχει και η πολιτική και ηθική διάσταση, την οποία η κυβέρνηση επιχειρεί να εξαφανίσει πίσω από την επίκληση του «ρεαλισμού».

Η Ελλάδα επιλέγει να διοχετεύσει περισσότερα από 3 δισ. ευρώ στην ισραηλινή αμυντική βιομηχανία την ώρα που η κυβέρνηση Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπη με διεθνή κατακραυγή για τη γενοκτονία στη Γάζα και εντείνει την εποικιστική πολιτική στη Δυτική Όχθη. Στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης παραμένει ανοικτή η υπόθεση που κινήθηκε βάσει της Σύμβασης για τη Γενοκτονία, με το Δικαστήριο να έχει επιβάλει προσωρινά μέτρα στο Ισραήλ.

Μια συμφωνία τέτοιου μεγέθους δεν είναι πολιτικά ουδέτερη. Προσφέρει χρήματα, διεθνή νομιμοποίηση, εξαγωγικό κύρος και οικονομίες κλίμακας στην ισραηλινή πολεμική βιομηχανία. Χωρίς να αγοράζει η Ελλάδα τις βόμβες που πέφτουν στη Γάζα, απελευθερώνει πόρους και ενισχύει το ίδιο αμυντικό οικοσύστημα που στηρίζει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και την κατοχή.

Η χώρα μας μετακινείται έτσι από μια παραδοσιακή θέση σχετικής ισορροπίας στην Ανατολική Μεσόγειο προς μια ολοένα βαθύτερη ταύτιση με το Ισραήλ. Και όσο αυτή η ταύτιση ενσωματώνεται στην καρδιά της εθνικής άμυνας, τόσο δυσκολότερο γίνεται για οποιαδήποτε μελλοντική ελληνική κυβέρνηση να ασκήσει ανεξάρτητη πολιτική απέναντι στο Τελ Αβίβ.

Ποιος γίνεται τελικά δορυφόρος ποιου;

Η κυβερνητική αφήγηση υπονοεί ότι, μέσα από τον άξονα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, η Αθήνα αποκτά έναν πανίσχυρο σύμμαχο και ενισχύει τη θέση της απέναντι στην Άγκυρα.

Αλλά η σχέση δεν είναι ισότιμη. Το Ισραήλ αποκτά μια μεγάλη αγορά για τα οπλικά του συστήματα, επιχειρησιακό βάθος, διπλωματικά ερείσματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έναν σταθερό εταίρο απέναντι στην Τουρκία. Αποκτά δωρεάν ζωικό χώρο. Η Ελλάδα από την άλλη αποκτά τεχνολογία, αλλά ταυτόχρονα αναλαμβάνει κόστος, εξάρτηση και γεωπολιτικό ρίσκο.

Εάν αύριο τα συμφέροντα του Ισραήλ απαιτήσουν συμβιβασμό με την Τουρκία, είναι αφελές έως και επικίνδυνο να πιστεύουμε ότι το Τελ Αβίβ θα θυσιάσει τη δική του περιφερειακή στρατηγική για να υπερασπιστεί τις ελληνικές θέσεις στο Αιγαίο ή στην Κύπρο.

Η Τουρκία, από την άλλη, είναι πιθανό να ερμηνεύσει τη δημιουργία ενός ελληνικού θόλου ισραηλινής τεχνολογίας, σε συνδυασμό με τις τριμερείς συνεργασίες και την αυξανόμενη ισραηλινή παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, ως μέρος μιας στρατηγικής περικύκλωσης. Αυτό δεν δικαιώνει τις τουρκικές αξιώσεις, αλλά δημιουργεί τον κίνδυνο ενός νέου εξοπλιστικού σπιράλ ή ακόμη και κινήσεων με τις οποίες η Άγκυρα θα επιχειρήσει να δοκιμάσει την αποτελεσματικότητα και τις πολιτικές αντοχές του νέου άξονα.

Η αποτροπή χρειάζεται ισχύ, αλλά χρειάζεται και προβλεψιμότητα. Όταν η αμυντική θωράκιση μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής επίδειξης, μπορεί να προκαλέσει ακριβώς την ανασφάλεια που υποτίθεται ότι περιορίζει.

Ασπίδα χρειάζεται η χώρα – όχι λευκή επιταγή στο Ισραήλ

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «θόλος ή ανυπεράσπιστη Ελλάδα». Αυτό είναι το βολικό δίλημμα της κυβέρνησης. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η χώρα μπορούσε να αποκτήσει ένα εξίσου αποτελεσματικό σύστημα με μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συμμετοχή, ουσιαστική και άκρως διασφαλισμένη εγχώρια συμπαραγωγή, περισσότερες πηγές εφοδιασμού και μικρότερη εξάρτηση από ένα μόνο κράτος – και τι κράτος. Εάν εξετάστηκε ένας συνδυασμός ευρωπαϊκών και νατοϊκών συστημάτων. Εάν διασφαλίστηκε ελληνικός έλεγχος στο λογισμικό, στις επικοινωνίες και στη συντήρηση. Εάν το κόστος περιλαμβάνει επαρκές απόθεμα πυραύλων και όχι απλώς τις αρχικές συστοιχίες. Και εάν υπήρξε σοβαρή εκτίμηση των πολιτικών και ηθικών συνεπειών.

Η Ελλάδα χρειάζεται σύγχρονη αεράμυνα. Δεν χρειάζεται, όμως, να μετατραπεί σε πελάτη και γεωπολιτικό εξάρτημα της ισραηλινής στρατηγικής. Μια πραγματική «Ασπίδα του Αχιλλέα» θα έπρεπε να ενισχύει την εθνική αυτονομία.

Εάν αντιθέτως δένει την ασφάλεια της χώρας με τις αποφάσεις μιας ασταθούς και επιθετικής περιφερειακής δύναμης, τότε κινδυνεύει να αποδειχθεί όχι ασπίδα, αλλά η νέα αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

https://www.topontiki.gr/