25 Μαρ 2013

Τα παιδικά χρόνια της Έλλης Κοκκίνου

Η Έλλη Κοκκίνου έχει μάθει να κάνει καινούργια ξεκινήματα στη ζωή της, μην ξέροντας πού θα την οδηγήσουν. Όταν όμως πιστεύει σε κάτι δίνεται ολοκληρωτικά, δουλεύει πολύ και προσπαθεί να βρει την έξοδο. Συνήθως τα καταφέρνει γιατί δεν παρασύρεται, δεν κομπάζει για τα ...
πρόσκαιρα κατορθώματά της, δεν ψάχνει και δεν ζει για το εφήμερο. Συνοδοιπόροι στην πορεία της οι δικοί της άνθρωποι. Ένας μικρός πυρήνας που κάνει την Έλλη να χαμογελά στα δύσκολα, να ξανασηκώνεται όταν σκοντάφτει, να νιώθει σιγουριά.

Παιδί αισιόδοξο, χαμογελαστό αλλά και ανήσυχο, ήθελε να μαθαίνει τα πάντα. «Μεγάλωσα σε μια οικογένεια με πολλή αγάπη και φροντίδα. Γεννήθηκα στην Ανάβυσσο. Μέναμε αρχικά στην Κυψέλη. Μετακομίσαμε στη Φιλοθέη, στου Παπάγου, αλλά και σε άλλες περιοχές της Αθήνας. Λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων του πατέρα μου στα 6 μου χρόνια πήγαμε στη Σαουδική Αραβία. Πρώτη δημοτικού πήγα σε ελληνικό σχολείο εκεί. Ο μπαμπάς μου ήταν αρχιτέκτων και εργαζόταν σε διάφορα εργοστάσια. Η μητέρα μου δεν εργαζόταν. Άρχισε να δουλεύει όταν χώρισαν οι δικοί μου», λέει η τραγουδίστρια.

Ο γονείς της αποφάσισαν να ακολουθήσουν δρόμους χωριστούς όταν η Έλλη ήταν επτά ετών. Δύσκολη ηλικία για να συνειδητοποιήσει ένα παιδί μια τόσο μεγάλη αλλαγή, όμως οι δικοί της κατάφεραν να κρατήσουν τις ισορροπίες. «Ναι, είναι δύσκολη ηλικία για ένα παιδί να ακούει ότι θα χωρίσουν οι γονείς του. Όμως ευτυχώς στη δική μου περίπτωση ήρθε πολύ ομαλά. Όταν μου το ανακοίνωσαν η αλήθεια είναι ότι πέρασα μια μεγάλη κρίση, αλλά στην πορεία όλα κύλησαν αρμονικά. Μεγάλωσα σε ένα υγιές περιβάλλον, αρμονικά και ευτυχισμένα. Είχα κοντά μου τα αδέλφια μου αλλά και τον μπαμπά μου τον έβλεπα πολύ συχνά και κάναμε μαζί διακοπές», εξομολογείται.

Τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια της, ο Κώστας και ο Δημήτρης από τον πρώτο γάμο του πατέρα της, ήταν πάντα σύμμαχοί της. Στο παιχνίδι, στην καθημερινότητά της και αργότερα στην ενήλικη ζωή της «Ο Κώστας είναι έντεκα χρόνια πιο μεγάλος από εμένα και ο Δημήτρης δέκα. Με προστάτευαν, με πρόσεχαν πάντα. Ήθελα να κάνω ό,τι έκαναν κι εκείνοι. Μάλιστα με έπαιρναν μαζί τους στο ψάρεμα ή στο κυνήγι όταν πήγαιναν με τον πατέρα μου. Είχα κι εγώ ένα δικαννάκι. Έπαιζα και με τις κούκλες μου, αλλά προτιμούσα να υπάρχει δράση στα παιχνίδια μου. Μεγαλώνοντας η σχέση μας παρέμεινε το ίδιο δεμένη και περισσότερο ουσιαστική. Θυμάμαι ότι ο Κώστας με έπαιρνε μαζί του όταν πήγαινε εκδρομές τα καλοκαίρια. Ακόμα και όταν πήγαινε με τις κοπέλες του, ήμουν η μικρή του αδελφή», λέει η τραγουδίστρια.

Τα καλοκαίρια το χωριό του παππού της στην Ηλεία ήταν για εκείνη ο παράδεισος. Σκαρφάλωνε στα δέντρα, έπαιζε ατελείωτες ώρες στη θάλασσα, έσκαβε και φύτευε. «Νιώθω πολύ τυχερή που έχω ζήσει στιγμές στη φύση. Έχω φυτέψει, έχω μαζέψει αβγά ζεστά, φρέσκα από τις κότες, έχω παίξει στα χωράφια, στο χώμα. Το καλύτερό μου ήταν όταν κόβαμε από το μποστάνι λαχανικά φρέσκα και τα κάναμε σαλάτα και από τα δέντρα τρώγαμε σύκα, ροδάκινα, αχλάδια. Εικόνες που τις κουβαλάω μέσα μου», λέει με ενθουσιασμό.

Παράλληλα με το σχολείο ασχολήθηκε με τον πρωταθλητισμό. «Ήμουν αθλήτρια στο θαλάσσιο σκι. Με μύησε η μητέρα μου που ήταν αθλητικός τύπος. Όμως εγώ αρχικά φοβόμουν πολύ τα φύκια και το απέφευγα ως σπορ. Όταν ο δάσκαλος του σκι και προπονητής της ομάδας με παρότρυνε να κάνω το άθλημα, λέγοντάς μου ότι θα περάσουμε πάνω από την άμμο και όχι από τα φύκια, τον πίστεψα. Επειδή έκανα καλό σκι βουνού, μου ήταν εύκολο. Σηκώθηκα αμέσως και έπεσα μόνο μία φορά. Ε, αυτή η φορά ήταν πάνω στα φύκια. Με αυτό τον τρόπο ξεπέρασα τον φόβο μου και ξεκίνησα το άθλημα».

Αν και συμμετείχε στη χορωδία του σχολείου και έκανε μαθήματα κλασικής κιθάρας, δεν είχε περάσει από το μυαλό της να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική και το τραγούδι. «Ήμουν και μέλος ενός συγκροτήματος. “Ανώνυμοι” λεγόταν και το είχαμε φτιάξει με τους φίλους μου. Δεν το είχα σκεφτεί σοβαρά. Είχα αποφασίσει να γίνω γραφίστρια και μπήκα στη Βακαλό. Τον δεύτερο χρόνο όμως άρχισα να εργάζομαι ως τραγουδίστρια. Ήρθε πολύ απαλά και αρμονικά. Με παρότρυνε ο Κώστας Τουρνάς. Μέναμε δίπλα-δίπλα στο “Πόρτο Ύδρα” και είπε στη μητέρα μου ότι έχω επαγγελματική φωνή και ότι θα έπρεπε να ασχοληθώ με το τραγούδι. Η μαμά μου βέβαια δεν τρελάθηκε από τη χαρά της, αλλά με προέτρεψε να κάνω αυτό που ήθελα».

Κατάλαβε γρήγορα ότι η ενασχόλησή της με τη μουσική και το τραγούδι δεν ήταν κάτι παροδικό. Έτσι αποφάσισε να σπουδάσει θεωρία μουσικής, φωνητική και πιάνο και έφυγε για την Αμερική. «Αρχικά ήταν να πάω για έναν χρόνο, αλλά πήρα υποτροφία. Η μητέρα μου μού έστελνε χρήματα, αλλά για να είμαι πιο άνετα έκανα διάφορες δουλειές. Έκανα την μπέιμπι σίτερ στο παιδί ενός καθηγητή από τη σχολή μου και εκείνος με συνέστησε και σε έναν μουσικό και φρόντιζα και το δικό του παιδί. Δούλεψα ως DJ σε ένα καραόκε γιαπωνέζικο μπαρ. Για ένα διάστημα έκανα και τη γραμματέα του καθηγητή. Φρόντιζα το σπίτι του όταν έλειπαν για λίγες ημέρες και έβγαζα βόλτα τον σκύλο της οικογένειας», αποκαλύπτει.

Ο πατέρας της αγαπούσε τη jazz μουσική, η μητέρα της την disco. «Έμαθα λοιπόν να εκτιμώ την jazz, να χαίρομαι και να διασκεδάζω με την discο. Επιστρέφοντας από την Αμερική ήξερα πλέον τι θα κάνω. Μου άρεσε να τραγουδάω. Έφτιαξα ένα demo με δικά μου έξοδα και το πήγα στη Sony. Το demo δεν άρεσε, αλλά μάλλον τους άρεσα εγώ, κι έτσι υπέγραψα συμβόλαιο», λέει γελώντας.

ΠΗΓΗ: Espresso

Πηγή: real.gr