αυτή καθαυτή την παραίτησή του από τη θέση του αντιπροέδρου της Νέας Δημοκρατίας όσο, πολύ περισσότερο, με την πολιτική πλατφόρμα που παρουσίασε στην ομιλία του ενώπιον της «γαλάζιας» Πολιτικής Επιτροπής, τάραξε τα ήδη τρικυμιώδη ύδατα στο εσωτερικό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
«Μπορεί η αποστολή μου να θέλει να βρίσκομαι στις Βρυξέλλες, μην έχετε καμία αμφιβολία όμως ότι η καρδιά μου και o νους μου είναι στην Ελλάδα», διαβεβαιώνει σε κάθε ευκαιρία τους συνομιλητές του ο κ. Αβραμόπουλος. Και, όπως υπογραμμίζουν τακτικοί συνομιλητές του, αυτό ακριβώς το νόημα είχε η κίνησή του να αποστασιοποιηθεί από την ατμόσφαιρα που επικρατεί μετά τις εκλογές στη Ν.Δ., παραιτούμενος από το «τιμητικό και χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα», όπως το θεωρεί, αξίωμα του αντιπροέδρου.
Ο ίδιος εμφανίζεται ανήσυχος για τις εξελίξεις που δρομολογούνται και εκτιμά ότι αργά ή γρήγορα «οι υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις του τόπου θα βρεθούν αντιμέτωπες με την ανάγκη να συμφωνήσουν σε μια κυβέρνηση εθνικής ανασυγκρότησης». Πεποίθησή του, όπως εκμυστηρεύεται στο περιβάλλον του, είναι ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝ.ΕΛ. δεν μπορούν να αντέξουν το φορτίο της διακυβέρνησης που κλήθηκαν να αναλάβουν». Γι’ αυτό και η άποψή του είναι ότι ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας θα υποχρεωθεί «να διευρύνει το κυβερνητικό σχήμα που έχει συγκροτήσει και με άλλες δυνάμεις, οι οποίες θα κληθούν είτε να μοιραστούν τα βάρη από τις αναγκαίες αλλαγές είτε να αντικαταστήσουν τους ακραίους που δεν θα αντέξουν την αναγκαία κυβερνητική στροφή προς τον ευρωπαϊκό ρεαλισμό».
Κατά την άποψη του Ευρωπαίου επιτρόπου, τις ημέρες, τις εβδομάδες και τους μήνες που ακολουθούν «δοκιμάζεται και κρίνεται το ευρωπαϊκό μας μέλλον, η πολιτική μας σταθερότητα, η κοινωνική μας συνοχή, οι προσδοκίες όλων μας». Υποστηρίζει ότι «είναι ώρα να γίνει τώρα ό,τι δεν έγινε επί των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Σαμαρά, ή, ακόμη και παλαιότερα, επί Κώστα Καραμανλή», δηλαδή, όπως εξηγεί «να συνεννοηθούμε και να μπουν στην άκρη οι ακραίοι που κρατούν αιχμάλωτη τη χώρα».
Ο κ. Αβραμόπουλος, όπως επισημαίνουν από το περιβάλλον του, κινούνταν πάντα έτσι και γι’ αυτόν τον λόγο παραιτήθηκε του βουλευτικού αξιώματος για να συμμετάσχει στην κυβέρνηση του κ. Λουκά Παπαδήμου. Είχε επίσης διαφωνήσει με τη διάρρηξη των σχέσεων της κυβέρνησης Σαμαρά με τη ΔΗΜ.ΑΡ., τον Ιούνιο του 2013, που, όπως εκτιμά, μείωσε σημαντικά την πολιτική νομιμοποίησή της με όλα όσα ακολούθησαν. Συνεργάτες του, μάλιστα, συμπληρώνουν ότι με τη μετακίνησή του τότε στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας «αποτραβήχτηκε διακριτικά», καθώς τασσόταν αναφανδόν υπέρ «εθνικά πιο υπεύθυνης στάσης», ενώ ήταν απόλυτα αντίθετος με τη «στρατηγική του φόβου» που ακολουθήθηκε τόσο πριν από τις ευρωεκλογές του Μαΐου όσο και πριν από τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές της 25ης Ιανουαρίου.
