26 Αυγ 2017

Ο Χότζα και ο υπερφορτωμένος «γάιδαρος»

Για την κυβέρνηση Τσίπρα η ελάφρυνση του χρέους, η συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων
μετά το 2018, δεν ήταν απλώς και μόνο ένα αφήγημα για εσωτερική πολιτική κατανάλωση. Στο Μαξίμου θεωρούσαν όλα τα ανωτέρω όρο πολιτικής επιβίωσης. Όπως είναι γνωστό, για να κλείσουν τη 2η αξιολόγηση υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν ουσιαστικά τους στόχους τους.
Η οριστικοποίηση των μεσοπρόθεσμων μέτρων για την ελάφρυνση του χρέους μετατέθηκε για το καλοκαίρι του 2018 και μάλιστα θα κριθεί τότε εάν είναι αναγκαία, όπως εμμένει να υπογραμμίζει ο Σόιμπλε. Όσον αφορά τη συμμετοχή στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, έχει κι αυτό μετατεθεί χρονικά, χωρίς να είναι κι αυτή σίγουρη.
Τέλος, με τη συμφωνία η Ελλάδα δεσμεύθηκε για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ (περίπου 6,2 δισ) μέχρι το 2022. Για τα επόμενα πάρα πολλά χρόνια έχει δεσμευθεί για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 2% του ΑΕΠ. Χωρίς πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, οι στόχοι αυτοί είναι ανέφικτοι.
Όπως είναι η ελληνική οικονομία, ανάπτυξη μπορεί να προκύψει από ισχυρό ρεύμα άμεσων ξένων επενδύσεων. Χωρίς γενναία ελάφρυνση του χρέους η αβεβαιότητα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας δεν πρόκειται να αρθεί. Αυτό σημαίνει πως δεν πρόκειται να έλθουν μεγάλες παραγωγικές επενδύσεις.
«Μη επιδιορθώσιμη»
Ο Τόμσεν έχει από το 2016 χαρακτηρίσει την ελληνική οικονομία «ΜΗ ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΣΙΜΗ». Και για να μην αφήσει καμία αμφιβολία έχει υπογραμμίσει ότι αν δεν γίνει γενναία ελάφρυνση καμία κυβέρνηση δεν θα μπορεί να σώσει την κατάσταση. Πρόκειται για δήλωση, η οποία ναι μεν αντανακλούσε τη σύγκρουση μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωζώνης, αλλά συνιστά και ομολογία της δραματικής αποτυχίας των Μνημονίων.
Είναι αληθές ότι η συμφωνία για το κλείσιμο της 2ης αξιολόγησης έδωσε μία ανάσα στην αγορά, με την έννοια ότι αποκατέστησε ένα κλίμα στοιχειώδους σταθερότητας και στο οικονομικό και στο πολιτικό επίπεδο. Από την άλλη πλευρά, όμως, οι όροι της ουσιαστικά εγκλωβίζουν την ελληνική οικονομία σε συνθήκες στασιμότητας ή αναιμικής ανάπτυξης.
Τα υπερβολικά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μπορούν να προκύψουν με δύο τρόπους ή με συνδυασμό τους:
Πρώτον, με την επιβολή πρόσθετων φορολογικών βαρών στην ήδη υπερφορολογημένη ελληνική οικονομίας, όπως συμβαίνει. Η υπερφορολόγηση, όμως, λειτουργεί υφεσιακά, εμποδίζοντας την οικονομία να εισέλθει σε τροχιά δυναμικής μεγέθυνσης. Δεν είναι τυχαίο ότι οι προβλέψεις όχι μόνο της κυβέρνησης, αλλά και των δανειστών για το 2016 έπαιξαν έξω. Ούτε είναι τυχαίο ότι οι προβλέψεις για το 2017 έχουν αναθεωρηθεί προς τα κάτω.
Δεύτερον, με την ενεργοποίηση του περιβόητου “κόφτη”, δηλαδή με την οριζόντια περικοπή δημοσίων δαπανών. Μία τέτοια εξέλιξη αφενός θα αποδιοργάνωνε τις ήδη υποχρηματοδοτούμενες δημόσιες υπηρεσίες, αφετέρου αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε περικοπές μισθών και συντάξεων.
Εκτός αυτού, όπως υπογραμμίζει και το ΔΝΤ, η ενεργοποίηση του “κόφτη” μπορεί να επιτύχει τον δημοσιονομικό στόχο, αλλά θα έχει ισχυρές παρενέργειες. Θα εκτροχιάσει τους στόχους του 3ου Μνημονίου για την αύξηση του ΑΕΠ, όπως τον εκτροχιάζει και η υπερφορολόγηση.