Η ώρα που γράφεται αυτό το κείμενο είναι 19:30 και -θεωρητικά- θα έπρεπε τουλάχιστον σε ένα μεγάλο κομμάτι του λεκανοπεδίου της Αττικής αυτήν την στιγμή να χιονίζει εδώ και 5 ώρες και να το έχει ήδη “στρώσει” σε κάποιες περιοχές ιδίως στα περιφερειακά του. Αντ’ αυτού, οι μόνες περιοχές που είδαν “νιφαδόπτωση” ήταν τα βόρεια προάστια των Αθηνών και αυτό για λίγη ώρα, νωρίτερα το απόγευμα. Και για να είμαστε ακριβείς, τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, χιονίζει και πάλι στα βόρεια τμήματα με πιθανότερη εξέλιξη να συνεχίσει για λίγο ακόμη εκεί, χωρίς όμως να καταφέρει να κάνει κάτι το ιδιαίτερο νοτιότερα.
Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΓΚΙΚΑΣ
Γεωγράφος – Προγνώστης καιρού (http://umeteo.com/)
Ας μην κρυβόμαστε όμως. Το “παιχνίδι” έχει ήδη τελειώσει και μάλιστα, πριν καν αρχίσει! Τί πήγε τόσο στραβά και όλοι έπεσαν τόσο έξω; (Διότι δεν μιλάμε για μια αποτυχία στις λεπτομέρειες, όπως για παράδειγμα να μην χιονίσει στο Φάληρο και να θαφτεί η Μεσογείων). Μιλάμε για μια αποτυχία, της οποίας ο πάταγος ενδεχομένως να ακούγεται για πολύ καιρό ακόμη εντός κι εκτός των μετεωρολογικών κύκλων. Κυρίως όμως μιλάμε για ένα γεγονός το οποίο έρχεται να προστεθεί σε μερικά ακόμη, κάνοντας ακόμη και τον πιο καλοπροαίρετο να αναρωτιέται: “Αλήθεια, μπορούμε να έχουμε μια αξιόπιστη πρόγνωση καιρού; Κι εν πάσει περιπτώσει, εάν έστω εκ των υστέρων καταλαβαίνουμε τί πήγε στραβά, γιατί δεν μπορούμε να το ξέρουμε εκ των προτέρων;”
Πριν δώσω μια απάντηση και μία εξήγηση, οφείλω να γράψω μερικά πράγματα, από την σκοπιά της ανάλυσης των δεδομένων. Το κεφάλαιο “πρόγνωση καιρού Αττικής” και ιδίως “πρόγνωση χιονιού Αττικής” είναι ένας γρίφος για πολύ δυνατούς λύτες. Ο λόγος είναι αυτό που έχω ξαναγράψει από αυτό εδώ το βήμα και παλαιότερα με αφορμή άλλες κακοκαιρίες: Ο συνδυασμός των παραγόντων που χρειάζονται ώστε να χιονίσει μέσα στην Αθήνα είναι εξαιρετικά πολύπλοκος.
Επιπλέον, δεν υπάρχει κάποιο “manual” (εκτός από ελάχιστες επιστημονικές εργασίες που έχουν προσεγγίσει το θέμα στατιστικά), το οποίο θα γνωρίζουμε εξ αρχής και θα πορευτούμε όσοι επιχειρούμε πρόγνωση. Καλώς ή κακώς, δεν λειτουργεί έτσι η επιστήμη της μετεωρολογίας (και πολλές ακόμη). Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί κάποιος παράγοντας να αποδειχθεί σημαντικός για το αποτέλεσμα, την ίδια στιγμή που σε κάποιες άλλες περιπτώσεις να είναι ήσσονος σημασίας.
Ακόμη όμως κι αν μπορούσαμε να γράψουμε ένα εγχειρίδιο με ιεραρχημένους κανόνες, τότε, στο υποκεφάλαιο “Πρόγνωση Χιονιού Αθήνας” κάτω από το γενικό κεφάλαιο “Πρόγνωση Χιονιού”, η σελίδα θα ήταν….λευκή. Αν μάλιστα ο συγγραφέας ενός τέτοιου εγχειριδίου είχε λίγο χιούμορ, μπορεί να έγραφε απλώς: “Καλή τύχη”.
Η Αθήνα, είναι μια περιοχή αρκετά προστατευμένη στα βόρειά της από τους ορεινούς όγκους του Υμηττού, της Πεντέλης και της Πάρνηθας. Πίσω από τους δύο τελευταίους μάλιστα, υπάρχει η αρκετά εκτεταμένη οροσειρά της Δίρφυος στην Εύβοια, με ακόμη μεγαλύτερο μέσο και απόλυτο υψόμετρο. Αυτό με απλά λόγια σημαίνει πως, υψώνονται δύο φράγματα σαν “κυματοθραύστες” που ανακόπτουν το μεγαλύτερο μέρος του όγκου των φαινομένων αφήνοντας ελάχιστα ή και καθόλου να περάσουν εσωτερικά. Στη φύση όμως, τίποτε δεν συμβαίνει με απόλυτο τρόπο. Υπάρχουν συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου τα φαινόμενα καταφέρνουν να περάσουν και σε κάποιες σπάνιες αλλά εντυπωσιακές, να εγκλωβιστούν και να ενισχυθούν (περσινή κακοκαιρία “Μήδεια”, κακοκαιρία του 2002 κ.α.).
Προσπαθώντας να ισορροπήσουμε το κείμενο μεταξύ επιστήμης και εκλαΐκευσης, μπορούμε σε αυτό το σημείο να εμβαθύνουμε λίγο περισσότερο μένοντας το παράδειγμα του κυματοθραύστη. Εάν στη θέση του νερού, βάλουμε γενικά τη ροή της υγρασίας (και άρα των νεφών και του χιονιού) από τα βόρεια προς την Αθήνα τότε διαπιστώνουμε πως προκειμένου να έχουμε φαινόμενα, θα πρέπει αυτή η ροή να συμβαίνει σε ένα αρκετά μεγάλο βάθος μέσα στην ατμόσφαιρα και να είναι συνεχής, σε ύψος τουλάχιστον τριπλάσιο του μέσου υψομέτρου του φράγματος, δηλαδή έως και τα 3χλμ.
Θα πρέπει επίσης να συμβαίνει με αρκετά ομοιόμορφο τρόπο δηλαδή οι άνεμοι να είναι αρκετά ευθυγραμμισμένοι Β ή ΒΑ διευθύνσεων. Σε αυτές τις περιπτώσεις το φράγμα των βουνών (ο κυματοθραύστης) υπερνικάται τελικά, το χιόνι εισβάλλει μέσα στο λεκανοπέδιο κατά κύματα ή συνεχές και υπό συνθήκες μπορεί μάλιστα να ενισχυθεί όπως ακριβώς ένας κυματοθραύστης ανυψώνει και δεν ανακόπτει τελικά ένα πολύ μεγάλο κύμα καθώς αυτό περνάει στην άλλη πλευρά.
Αυτή τη φορά είχαμε τον έναν από τους δύο λόγους, δηλαδή την υγρασία μέχρι και τα 3 χλμ, αλλά όχι την ευθυγράμμιση των ανέμων. Το αποτέλεσμα ήταν το κύμα να σπάει προσπαθώντας να υπερπηδήσει τους ορεινούς όγκους και τελικά να εγκλωβιστεί στην πλευρά της Εύβοιας (η οποία δέχθηκε για τρίτη συνεχή ημέρα, ισχυρότατες χιονοπτώσεις).
Συνολικός υετός (βροχή/χιόνι) από το προγνωστικό μοντέλο του °Umeteo για το διάστημα από το μεσημέρι της Παρασκευής 11/3 έως και το μεσημέρι της Δευτέρας 14/3. Παρατηρούμε εκτός των άλλων τη διαφορά μεταξύ της Αττικής και της γειτονικής Εύβοιας
Η παραπάνω ανάλυση είναι αρκετά απλοϊκή κυρίως γιατί υπάρχουν ακόμη πολλές παράμετροι, για τις οποίες θα χρειαζόταν ολόκληρο βιβλίο ώστε να αναλυθούν κατά περίπτωση. Κάθε συμβάν είναι ξεχωριστό ενώ υπάρχουν και τρανταχτές εξαιρέσεις του παραπάνω γενικού κανόνα ακριβώς γιατί συντρέχουν άλλοι λόγοι οι οποίοι τώρα είναι ήσσονος σημασίας όπως έγραψα και στην αρχή. Η ανάλυση όμως γράφτηκε κυρίως για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στα δύο βασικά ερωτήματα του κειμένου (δεν τα αποφεύγουμε, απεναντίας!):
1. Μπορούσαμε να δούμε εκ των προτέρων αυτό που εκ των υστέρων αναλύουμε;
ΝΑΙ, διότι δεν πρόκειται για αλλαγή στα προγνωστικά δεδομένα (εκεί σηκώνουμε τα χέρια ψηλά). Εδώ υπάρχει όμως ένα άλλο πρόβλημα. Σχεδόν όλοι οι αυτοματοποιημένοι χάρτες βροχής / χιονιού επέμεναν για φαινόμενα και στην Αθήνα, διότι πιθανώς τα μοντέλα έδιναν βάση και σε κάποια άλλη παράμετρο / αιτία. Θέλει πραγματικό θάρρος από την πλευρά του προγνώστη, να αμφισβητήσει αυτούς τους αυτοματοποιημένους χάρτες και να δώσει τη δική του εκδοχή. Εδώ όμως, ακριβώς ερχόμαστε στο δεύτερο ερώτημα:
2. Αλήθεια μπορούμε να έχουμε μια αξιόπιστη πρόγνωση καιρού;
Εξαρτάται του πώς ορίζεται η αξιοπιστία! Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι από τα δεκαετία του ’50 (όταν για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν υπολογιστές για την προσομοίωση της ατμόσφαιρας σε επιχειρησιακό επίπεδο), η επιστήμη έχει κάνει άλματα, ιδίως από τη δεκαετία του ’80 και μετά. Η βελτίωση της προγνωστικής ικανότητας είναι ένα στατιστικά μετρούμενο μέγεθος το οποίο ορίζεται με δύο γενικούς τρόπους:
Α. Πόσα από τα φαινόμενα που συνέβησαν, τα είχαμε προβλέψει (Probability of Detection – POD). Β. Πόσα από τα φαινόμενα που προέβλεψαν, τελικά όντως συνέβησαν (False Alarm Ratio). Η βελτίωση και των δύο δεικτών είναι θεαματική (ο πρώτος αυξάνεται και ο δεύτερος πέφτει) και βάσει αυτού του κριτηρίου προχωράει η έρευνα.
Ξεχνάμε όμως κάτι: Έχουν όλα τα φαινόμενα την ίδια βαρύτητα; Είναι άλλο να προβλέψεις μια χιονόπτωση στην Ισλανδία, η οποία τελικά δεν ήρθε ποτέ, και είναι άλλο να προβλέψεις μια χιονόπτωση στο λεκανοπέδιο των Αθηνών και να αποτύχεις. Για την στατιστική, πρόκειται απλώς για ένα χαμένο γεγονός και στις δύο περιπτώσεις. Για την πραγματική ζωή όμως, μιλάμε για ένα γεγονός με χαοτική διαφορά στις επιπτώσεις. Κλείνοντας, θα πρέπει να τονίσω μερικά πράγματα:
1. Τα μοντέλα προσομοίωσης της ατμόσφαιρας είναι ένα εκπληκτικό εργαλείο, καρπός της εξέλιξης της επιστήμης των υπολογιστών και της τεράστιας επιστημονικής έρευνας που πραγματοποιείται. Ήταν ο λόγος που τελικά η μετεωρολογία μπόρεσε να περάσει από την απλή καταγραφή του καιρού, στην πρόγνωση των συνθηκών. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως στον αντίποδα μιας αποτυχημένης πρόγνωσης χιονιού 5 εκατοστών στα προάστια των Αθηνών, με την χρήση των ίδιων ακριβώς εργαλείων έχουν σωθεί αμέτρητες ζωές και περιουσίες.
2. Τα εργαλεία είναι πάντα εργαλεία. Το ζητούμενο είναι η ορθή χρήση τους. Η ανάγκη για ενημέρωση, πληροφορία και αυτοματοποίηση των διαδικασιών, μας έφτασε στο θεαματικό σημείο να έχουμε με ένα κλικ στο κινητό μας, το αποτέλεσμα ιδιαιτέρως κοστοβόρων προσομοιώσεων, που προέρχονται από δεκαετίες έρευνας! Αν το σκεφτεί κανείς, είναι εκπληκτικό! Ας μην ξεχνάμε όμως πως, ο περίφημος “ανθρώπινος παράγοντας”, μπορεί εκτός από το να παράγει λάθη, να τα διορθώνει κιόλας!
Αυτή τη φορά έχουμε μια περίπτωση που αυτό θα μπορούσε να είχε συμβεί: Κάποιος που “είδε” το πρόβλημα του κυματοθραύστη όπως το περιέγραψα παραπάνω, θα ήταν σε θέση να τολμήσει να πει: Κύριοι, δεν θα πρέπει να περιμένουμε κάτι το ιδιαίτερο ανεξαρτήτως του τί δίνουν τα αυτοματοποιημένα αποτελέσματα, τα οποία εξάλλου είναι και αποτέλεσμα στατιστικής.
3. Το γράφω για να προλάβω καταστάσεις: Ας μην μπλέξουμε για ακόμη μια φορά την επιστήμη με τις πολιτικές αποφάσεις. Όπως είδαμε και τα τελευταία δύο χρόνια, ο συγκεκριμένος σφιχτός εναγκαλισμός, παράγει τέρατα. Η επιστήμη (θα πρέπει να) προσφέρει την (όποια) γνώση της (αλλά και αμφιβολία της) ελεύθερα σε όλους ανεξαιρέτως και την ευθύνη των αποφάσεων να την έχουν αυτοί που τις παίρνουν στην εξής όμως βάση:
Αν η στρατηγική μας ως κράτος είναι η αποτροπή του χειρότερου, ακόμη κι αν αυτό μπορεί να κοστίσει λίγο παραπάνω, τότε θα πρέπει να ξέρουμε (και αυτό είναι επιστημονικό!) πως το False Alarm Ratio που αναφέραμε (πιθανότητα να δώσεις κάτι χωρίς τελικά να συμβεί) θα υπάρχει πάντα! Και τότε, η ευθύνη μετατίθεται στην εφαρμογή της παραπάνω στρατηγικής και όχι στην πράξη κατά το δοκούν!
Το πρόβλημα πλέον μετατίθεται στον άλλον δείκτη, στο Probability of Detection! Στην “πιθανότητα εντοπισμού”! Η περίπτωση δηλαδή να γίνει κάτι που δεν προβλέφθηκε! Υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις, αλλά όλα είναι θέμα στρατηγικής.
Πρακτικά λοιπόν: Όπως ο “κρατικός μηχανισμός” κινητοποιήθηκε για τον “Φίλιππο”, έτσι θα έπρεπε να είχε συμβεί και στην κακοκαιρία “Ελπίδα”, καθώς μιλάμε για παρόμοιες προειδοποιήσεις, ασχέτως του οτι μπορεί αυτό να μην συνέβη. Αν λειτουργήσουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, τότε (και μόνον τότε), η Επιστήμη (με Ε κεφαλαίο), θα μπορεί να έχει υγιή σχέση με την Πολιτική (με Π κεφαλαίο) χρήσιμη για την κοινωνία και την ανθρώπινη ζωή.
