ράφει ο Μπουρλοτιέρης
Το νομοσχέδιο για τις Ένοπλες Δυνάμεις, όπως ψηφίστηκε πρόσφατα δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία προβληματική νομοθετική πρωτοβουλία. Συνιστά πολιτικό και θεσμικό γεγονός πρώτης γραμμής, με συνέπειες που θα αποτυπωθούν...
μακροπρόθεσμα στη δομή, στο φρόνημα και στη λειτουργία του στρατεύματος. Και αυτό διότι προωθήθηκε με μια σπουδή που δεν δικαιολογείται από καμία εθνική απειλή, αλλά μόνο από μια εσωτερική κυβερνητική βιασύνη να «κλείσει» ένα θέμα πριν αυτό ανοίξει πραγματικά στην κοινωνία.Καταστρατηγήθηκαν χρονοδιαγράμματα κοινοβουλευτικών διαδικασιών, απουσίασε σοβαρή και πειστική κοστολόγηση στην αιτιολογική έκθεση, οι εξουσιοδοτικές διατάξεις παρέμειναν σκοπίμως θολές, ενώ η κυβερνητική κοινοβουλευτική υποστήριξη στη Βουλή υπήρξε ισχνή, άτονη και αμήχανη. Ένα νομοσχέδιο που, αν ήταν πράγματι μεταρρυθμιστικό θα έπρεπε να στηρίζεται με κυβερνητικό πολιτικό θάρρος.
Κι όμως, ψηφίστηκε.
Ψηφίστηκε από 160 βο-(υ)-λευτές και 4… βολεμένους.
Η εικόνα που συνοδεύει το άρθρο είναι ομολογουμένως σκληρή. Σκληρή και λαλίστατη, όμως όχι γιατί υπερβάλλει, αλλά γιατί αποτυπώνει.
Και αν κάτι ενοχλεί, δεν είναι η εικόνα, αλλά το γεγονός ότι όσοι απεικονίζονται δεν ένιωσαν την ανάγκη να αντιδράσουν. Άλλωστε, σε αυτόν τον τόπο έχουμε συνηθίσει να ομολογούμε ότι εφόσον δεν πειράζει αυτούς που τα υφίστανται, πειράζει όσους τα επισημαίνουν;
Τι είδαμε όλες αυτές τις ημέρες;
Είδαμε ένα νομοσχέδιο ασυνάρτητο στη δομή, προβληματικό στη σύλληψη, διχαστικό στην εφαρμογή και το πλέον ανησυχητικό επικίνδυνο στις συνέπειές του. Ένα θεσμικό κατασκεύασμα που δεν ενώνει το στράτευμα, αλλά το κατακερματίζει που δεν ενισχύει την πειθαρχία, αλλά τη μετατρέπει σε μηχανισμό φόβου που δεν καλλιεργεί αξιοκρατία, αλλά αναπαράγει εξαρτήσεις.
Σύμφωνα με τις επιταγές του καλούνται πλέον να πορευτούν οι εν ενεργεία Αξιωματικοί και Υπαξιωματικοί. Άνθρωποι οικογενειάρχες, νεαροί επαγγελματίες στο ξεκίνημα της ζωής τους που φέρουν όπλα, ευθύνη, υπηρεσιακή σιωπή αλλά όχι πολιτική ασυλία. Άνθρωποι που δεν μπορούν να απαντήσουν δημόσια, να προσφύγουν συλλογικά, να διαμαρτυρηθούν θεσμικά, χωρίς να στοχοποιηθούν.
κ. Δένδια «αν βρεις άνθρωπο που να έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, να είσαι βέβαιος πως αυτή είναι η μόνη μεγάλη ιδέα που πέρασε από το μυαλό του».
Η ρήση αυτή περιγράφει με ακρίβεια τη φιλοσοφία πίσω από τη νομοθέτηση ενός πολυνομοσχεδίου γεμάτου μελλοντικές, άγνωστες και απροσδιόριστες εξουσιοδοτικές διατάξεις. Πρόκειται για μια πρακτική που θυμίζει επικίνδυνα, την υπογραφή δανειακής σύμβασης χωρίς γνώση των «μικρών γραμμάτων».
Μόνο που εδώ τα «μικρά γράμματα» δεν κοστίζουν μόνο χρήματα.
Κοστίζουν σταδιοδρομίες, θεσμούς, επιχειρησιακή συνοχή και εν τέλει εθνική ασφάλεια.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η αποστροφή του κ. Δένδια «Καλή τύχη σε όσους πάνε στα δικαστήρια».
Δεν πρόκειται για ατυχή φράση. Δεν πρόκειται για αστεϊσμό. Και σίγουρα δεν πρόκειται για νομική καθοδήγηση από έναν έμπειρο νομικό. Πρόκειται για καθαρή επίδειξη ισχύος. Για ένα μήνυμα προς τα στελέχη ότι η προσφυγή στη Δικαιοσύνη δεν είναι δικαίωμα, αλλά ρίσκο. Και όταν ο πολιτικός προϊστάμενος «ελέγχει» τη διασταύρωση των αρμών της εξουσίας, δεν χρειάζεται να απειλεί. Αρκεί να υπαινίσσεται.
Κύριε Δένδια, επιχειρείτε να επαληθεύσετε τη ρήση ότι την Ιστορία τη γράφει αυτός που κρατά τον τηλεβόα της αφήγησης. Μόνο που η Ιστορία έχει την κακή συνήθεια να επιστρέφει και να ζητά υποσημειώσεις.
Ο πρώην ΥΕΘΑ κ. Παναγιωτόπουλος, προκάτοχός σας, προσπάθησε εκ των υστέρων να διαφοροποιηθεί στην τοποθέτηση του στη βουλή. Οι αιχμές του όμως, εγκλωβισμένες στην κομματική πειθαρχία, κατέληξαν άχρωμες και αναξιόπιστες. Δεν μπορείς να εμφανίζεσαι επικριτικός για ένα πλαίσιο που υπηρέτησες σιωπηλά.
Η στάση αυτή δεν είναι απλώς ανεπαρκής είναι διπρόσωπη.
Ας χαρούμε, λοιπόν, την άφιξη της φρεγάτας «ΚΙΜΩΝ» στην Ελλάδα. Ας τη χαρούμε με τη γνώση όσων πραγματικά ξέρουν τι σημαίνει ένταξη ενός σύγχρονου πλοίου σε επιχειρησιακή δράση, όσων γνωρίζουν τον γολγοθά που περιμένει το πλήρωμα όπως ελλείψεις υλικών, ικανοποίηση συμβατικών υποχρεώσεων και εκκρεμοτήτων, πίεση χρόνου, ατελείωτη εκπαίδευση, επιχειρησιακή ικανότητα.
Ας τους προσφέρουμε πραγματικές συνθήκες εκπαίδευσης και υποστήριξης.
Ας τους επιτρέψουμε να λειτουργήσουν ως πλήρωμα πολεμικού πλοίου και όχι ως πειραματόζωα διοικητικών εμπνεύσεων.
Ας ελπίσουμε ο κυβερνήτης να βλέπει τους υπαξιωματικούς ως συν-εργάτες και όχι ως εργάτες.
Ας ελπίσουμε οι υπαξιωματικοί να βλέπουν στους αξιωματικούς ηγετικές προσωπικότητες, καπετάνιους με ευθύνη και κύρος και όχι ανδρείκελα και βαστάζους πολιτικών επιλογών.
Στον προσωρινό ένοικο του Υπουργείου Άμυνας αξίζει μια υπενθύμιση ότι οι δρόμοι σας με τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων θα συναντηθούν, ενδεχομένως και σε μεγέθη πολιτικού χρόνου αυτή η συνάντηση να είναι συντομότερη απ΄ότι φαντάζεστε. Ενδεχομένως μάλιστα να λάβει χώρα εκτός των στενών ορίων του στρατεύματος, με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις.
Σε σχόλιο του Ναυάρχου Καραδήμα εμφανίζεστε ως «πυρομανής», ίσως βέβαια πιστεύετε ότι βάλατε φωτιά στο κατεστημένο των ΕΔ. Όμως η αλαζονεία, όταν συνοδεύεται από αυλή και κόλακες αντί για συμβούλους, έχει προβλέψιμο αποτέλεσμα. Όπως λέει και το άσμα: «Ήταν μια σπίθα στην αρχή και μια βροχή ψιχάλα και έγινε η σπίθα πυρκαγιά και πέλαγος η στάλα».
Μια χώρα με ναυτική ιστορία άνω των 3.000 ετών επιχειρείτε να τη συρρικνώσετε, ακούγοντας στρατιωτικές συντεχνιακές ιδιοτέλειες με πιο κραυγαλέο παράδειγμα τη φερόμενη διάσωση του ΜΤΣ εις βάρος άλλων Μετοχικών Ταμείων.
Την ίδια στιγμή, γειτονικές όμορες χώρες χωρίς ναυτική παράδοση χτίζουν στόλους, διαμορφώνουν στρατηγική και μιλούν για «γαλάζιες πατρίδες».
Η πιο δύσκολη μάχη είναι πάντα εκείνη που δίνουμε με τον εαυτό μας και τις αξίες μας.
Και σε αυτή τη μάχη, κύριοι Αρχηγοί, χάσατε αμαχητί.
Και το χειρότερο κ. Αρχηγοί είναι ότι αυτή η στάση σας καταλήγει να γίνει σιγά-σιγά κανονικότητα.
Είτε γιατί δεν παλέψατε ποτέ γι’ αυτές τις αξίες, είτε ακόμη χειρότερα γιατί δεν τις είχατε ποτέ. Και όλοι μαζί, πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, ζούσαμε/ζούσατε μέσα σε μια επίπλαστη, ωραιοποιημένη, αυτάρεσκη πραγματικότητα «Αρχηγού Σχολής».
Οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας δεν υπήρξαν ποτέ λάφυρο κυβερνητικών πειραματισμών ούτε πεδίο προσωπικής επιβεβαίωσης υπουργών και αυλών. Είναι θεσμός. Και οι θεσμοί, όσο κι αν κακοποιούνται, έχουν μια ιδιότητα που ενοχλεί την εξουσία, να αντέχουν περισσότερο από τους διαχειριστές τους.
Η Ιστορία αυτού του τόπου έχει αποδείξει ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν σώθηκαν ποτέ από νομοσχέδια, αλλά από ανθρώπους.
Από στελέχη που, ακόμη και όταν τους ζήτησαν να σκύψουν το κεφάλι, κράτησαν όρθια την πλάτη.
Από αξιωματικούς και υπαξιωματικούς που δεν μπέρδεψαν την πειθαρχία με την υποταγή ούτε την ιεραρχία με τη σιωπή της συνείδησης.
Η αισιοδοξία, αν υπάρχει, δεν βρίσκεται στα έδρανα των 160 βο(υ)λευτών ούτε στα υπουργικά γραφεία. Βρίσκεται στα πλοία που βγαίνουν στο Αιγαίο, στα φυλάκια που κρατούν ακόμη σκοπιά, στους ιπτάμενους και τεχνικούς αεροσκαφών που γνωρίζουν ότι η αποστολή προηγείται της συγκυρίας. Βρίσκεται σε εκείνους που γνωρίζουν ότι οι νόμοι αλλάζουν, αλλά το καθήκον δεν τροποποιείται με υπουργικές αποφάσεις.
Και ίσως αυτό είναι που φοβίζει περισσότερο είναι το γεγονός ότι, παρά την απαξίωση, παρά τη σιωπή των Αρχηγών, παρά την αλαζονεία της πολιτικής εξουσίας, υπάρχει ακόμη μέσα στις Ένοπλες Δυνάμεις ένα απόθεμα αξιοπρέπειας που δεν νομοθετείται και δεν καταργείται.
Γιατί στο τέλος, όποιος κι αν κρατά τον τηλεβόα της αφήγησης, την Ιστορία δεν τη γράφουν οι διατάξεις. Τη γράφουν όσοι έμειναν όρθιοι όταν τους ήθελαν σκυφτούς.
