Του Μάνου Λαμπράκη
Ποιον αγκαλιάζει η Εκκλησία σήμερα και γιατί;
Ποιον ασπάζεται δημοσίως, μπροστά στις κάμερες, και με ποια εσωτερική βεβαιότητα; Ποιος είναι τελικά ο συνομιλητής της;
Είναι ο άνθρωπος, το ποίμνιο, ο πονεμένος, ο μόνος, ή είναι η εξουσία; Και, κυρίως, έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται πόσο βαρύ είναι το θέαμα αυτό για όσους ακόμη παλεύουν να κρατήσουν μέσα τους μια καθαρή εικόνα του Χριστού;
Γιατί εδώ δεν πρόκειται απλώς για μια εθιμοτυπική συνάντηση. Δεν πρόκειται για μια ακόμη φωτογραφία, μια ακόμη χειραψία, μια ακόμη προσφώνηση γεμάτη ευγένεια και θεσμική ευπρέπεια. Πρόκειται για κάτι βαθύτερο και πολύ πιο επικίνδυνο: για τη συνεχή, επίμονη, σχεδόν μηχανική συνήθεια της Εκκλησίας να στέκεται δίπλα στην εκάστοτε εξουσία με έναν τρόπο που αρχίζει πια να προκαλεί όχι απλώς αμηχανία, αλλά αποστροφή.
Μήπως, λοιπόν, ήρθε η ώρα να σοβαρευτεί; Μήπως πρέπει να αρχίσει να βλέπει πιο προσεκτικά ποιον αγκαλιάζει, ποιον φιλά, ποιον τιμά με τη δημόσια παρουσία της; Γιατί ο κόσμος βλέπει. Και δεν βλέπει πια αθώα. Δεν είναι οι δεκαετίες που περνούσαν οι εικόνες σιωπηλά και χάνονταν. Τώρα το βλέμμα μένει. Στέκεται. Κρίνει. Και, το χειρότερο, κουράζεται.
Και μέσα σε αυτή την κόπωση δεν μουτζώνει την εικόνα τη μεγάλη, δεν φτύνει την πίστη. Αρχίζει, όμως, να απομακρύνεται από αυτήν. Αρχίζει να αισθάνεται ένα ρίγος αμηχανίας κάθε φορά που βλέπει την Εκκλησία να σπεύδει με τόση προθυμία να ταυτιστεί με την πολιτική εξουσία. Και αυτό είναι το τραγικό: γιατί η αποστροφή δεν σταματά στο πρόσωπο του πολιτικού. Γλιστρά σιγά-σιγά προς το ίδιο το σύμβολο. Προς τον ίδιο τον Χριστό.
Και τότε το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο ωμό: ποιος Μητσοτάκης; Τι σχέση έχει ο Μητσοτάκης με την Εκκλησία; Τι ακριβώς εκπροσωπεί σε αυτό το επίπεδο; Είναι θεολογικό μέγεθος; Είναι πνευματικός άνθρωπος; Είναι ποιμένας; Ή είναι απλώς ένας πολιτικός που κάνει αυτό που κάνουν όλοι οι πολιτικοί: μετράει ακροατήρια, μετράει ψήφους, μετράει εντυπώσεις;
Γιατί όταν ακούμε μεγάλες κουβέντες για «πρωθυπουργό της διασποράς» και για εθνικές επετείους που γίνονται σκηνικό πολιτικής προβολής, δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε: όλα αυτά για ποιον γίνονται; Για τη μνήμη; Για την πίστη; Για την 25η Μαρτίου; Ή για την κάλπη;
Η Εκκλησία, αν θέλει να παραμείνει ζωντανός τόπος αναφοράς και όχι μηχανισμός του κράτους, οφείλει κάποια στιγμή να αναμετρηθεί με αυτή τη σκηνή. Διότι η εικόνα του ιεράρχη που σπεύδει να αγκαλιάσει τον εκάστοτε ισχυρό δεν παράγει πια συγκίνηση. Παράγει δυσπιστία. Και η δυσπιστία, όταν συσσωρεύεται, δεν χτυπά πρώτα την πολιτική. Χτυπά την ίδια την πίστη.
Αυτό είναι το πραγματικά επικίνδυνο. Όχι η πολιτική εκμετάλλευση. Το επικίνδυνο είναι ότι ο κόσμος αρχίζει να συγχέει. Να μπερδεύει. Να νιώθει ότι όλα είναι ένα και το αυτό: εξουσία, τελετή, λόγος, χειρονομία.
Και τότε η Εκκλησία, χωρίς να το καταλάβει, παύει να είναι καταφύγιο.
Γίνεται σκηνικό.
Και πάνω σε αυτό το σκηνικό, κάθε αγκαλιά, κάθε φιλί, κάθε δημόσια ευλογία, αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με ποιμαντική πράξη και περισσότερο με πολιτική φωτογραφία.
Και αυτό, όσο κι αν το αγνοούν, το βλέπει ο κόσμος.
Και κουράζεται.
Και απομακρύνεται.
Και σιωπά.
Και αυτή η σιωπή είναι πολύ πιο ανησυχητική από οποιαδήποτε φωνή.
Κρίμα…
antinews.gr
