Του Strange Attractor
Σε ένα φανταστικό βαλκανικό κράτος όπου οι θεσμοί είναι αποδυναμωμένοι και οι πελατειακές σχέσεις κυριαρχούν, η άνοδος ενός πολιτικού απογόνου μιας οικογένειας βυθισμένης στη διαφθορά είναι αναπόφευκτη, και καθόλου παράδοξη.
Η παρακάτω (φανταστική) ιστορία αποκαλύπτει πως τα προσωπικά δίκτυα, οι πελατειακές σχέσεις, η χειραγώγηση των ΜΜΕ, και μια ρητορική που εμπεριέχει πατριωτικές κορώνες και «πρακτικές» οικονομικές υποσχέσεις μπορούν να μετατρέψουν το ιδιωτικό και ιδιοτελές κίνητρο σε αφήγημα δημόσιας νομιμοποίησης, που ο λαός αποδέχεται.
Αυτά προϋποθέτουν μια χώρα-μπανανία όπου οι επίσημοι θεσμοί, όπως είναι π.χ. τα δικαστήρια, οι «ανεξάρτητες» αρχές, κλπ. στερούνται ανεξαρτησίας, μιας και η πολιτική ισχύς διατηρείται μέσω υπόγειων καναλιών πελατειακών σχέσεων, φορολογικών απαλλαγών για «φίλους» επιχειρηματίες, επιδοματικών πολιτικών και διορισμών για «κομματόσκυλα», και κρατικών ενισχύσεων εν είδει επιδομάτων κλπ. για τους ψηφοφόρους του κυβερνώντος κόμματος.
Σε ένα τέτοιο πολιτικό περιβάλλον, μεγαλουργούν και πλουτίζουν οι πολιτικές δυναστείες. Και άρα οι γόνοι. Γι’ αυτό και το εν λόγω καθεστώς θα έπρεπε να ονομάζεται «κοινοβουλευτική κληρονομική τηλεοπτική δημοκρατία».
Σε αυτό το φανταστικό κράτος λοιπόν, ο πατριάρχης μιας από τις 2-3 κυρίαρχες δυναστείες, πρώην πρωθυπουργός και εσαεί βουλευτής, είχε τελειοποιήσει τη χρήση προσωπικών δικτύων επί δεκαετίες, και είχε καταφέρει να στήσει έναν ανθεκτικό μηχανισμό που αντάμειβε την αφοσίωση και τιμωρούσε τη διαφωνία.
Ο γιος του από μικρός διδάχτηκε όλα τα κόλπα του μπαμπά, όχι μόνο στο πώς να «διαστρέφει» τους κανόνες, αλλά κυρίως στο πώς να το παρουσιάζει αυτό ως «υπεύθυνη διακυβέρνηση».
Από νεαρός λοιπόν έγραψε ένσημα σε (κρατικές) τράπεζες και επιχειρήσεις, ενώ έγινε και κολλητός με όλους εκείνους τους ισχυρούς, που ήταν ισχυροί χάρη στον μπαμπά.
Διδάχθηκε από τους καλύτερους πώς να κάνει δημόσιες σχέσεις, πώς να ερμηνεύει τους νόμους, και το κυριότερο πώς να χειραγωγεί τα ΜΜΕ, έτσι ώστε η διαφθορά να χωνεύεται από τον σοφό λαό.
Καλλιέργησε (από μικρός) σχέσεις με τους «ολιγάρχες» κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες, με τις μυστικές υπηρεσίες, με «τοπάρχες» του κόμματος, και όλους όσοι ασκούν επιρροή.
Το επίθετό του άνοιγε όλες τις πόρτες, ενώ η δική του «χαρισματικότητα» και το μοντέρνο ύφος που πλάσαρε (χάρη στις δεκάδες των επικοινωνιολόγων του) τις κρατούσε διάπλατα ανοικτές.
Η όλη παρουσία και εικόνα του στόχευε σε δυο πράγματα: Να περάσει στους ψηφοφόρους ως το μέλλον, και να παρουσιάζεται ως μεταρρυθμιστής που θα φέρει δουλειές, οικονομική ανάπτυξη, και κυρίως πολιτική σταθερότητα.
Μέσω των ΜΜΕ και των «σόσιαλ μίντια» εμφανιζόταν ως ο σοβαρός ηγέτης, που επισκέπτεται εργοτάξια φορώντας κράνος και φωσφοριζέ γιλέκα, μιλάει απλά, και συναγελάζεται με τον απλό κοσμάκη, σαν να είναι ένας από αυτούς. «Ένας σωστός πολιτικός πρέπει να έχει εργαστεί, και να μη στηρίζεται στο όνομά του», έλεγε…
Παράλληλα όμως με τα παραπάνω, ο εν λόγω γόνος διατηρούσε σε πλήρη λειτουργία και τον μηχανισμό που λέγαμε, παρακολουθώντας μέσω υποκλοπών πολιτικούς αντιπάλους και μη, έστηνε δήθεν σκάνδαλα για τυχόν αμφισβητίες δελφίνους, τάιζε με μαϊμού επιδόματα κλακαδόρους, και άλλα τέτοια πολλά.
Σε όλα τα παραπάνω, και στην εποχή που ζούμε, το κυριότερο είναι ο έλεγχος της ενημέρωσης.
Πώς το κατάφερε ο γόνος μας; Μπούκωνε με (κρατικό) χρήμα τα φίλια ΜΜΕ, στερούσε τα μη φίλια από κρατικές και ιδιωτικές(!!!) διαφημίσεις, πιέζοντάς τα ταυτόχρονα και με δικαστικές διώξεις (αγωγές, κλπ.), ενώ διατηρούσε λεγεώνες από κομματικά έμμισθα τρολς στο διαδίκτυο, που εξεδήλωναν τον θαυμασμό τους για τον «σωτήρα μας».
Και όταν ερχόταν στο φως κάποιο σκάνδαλο, για μίζες, για φαβοριτισμό στις επιδοτήσεις, κλπ. τότε όλα αυτά χαρακτηρίζονταν από τα «αδέκαστα» ΜΜΕ και τα τρολς που λέγαμε ως πολιτικές φανφάρες, ή ως χρόνια συστημική διαφθορά, την οποία κληρονόμησε από τους προηγούμενους και τώρα πολεμάει ο ηγέτης μας νυχθημερόν.
Και για να εξασφαλίσει την εξουσία σε εθνικό επίπεδο, έχτισε έναν ευρύ, αν και ασταθή, συνασπισμό αποτελούμενο από παραδοσιακές κομματικές ελίτ που σέβονται την οικογένεια, εθνικιστικές εσωκομματικές «φατρίες» τις οποίες κατευνάζει με συμβολικές χειρονομίες, και νέους, αστούς κυρίως ψηφοφόρους που προσελκύονται από το τεχνοκρατικό του ύφος και τη σύγχρονη ρητορική του, που υπόσχεται τη σταθερότητα που λέγαμε.
Παράλληλα, προσλαμβάνει και διορίζει χιλιάδες (άεργους χειροκροτητές) ως μετακλητούς στο δημόσιο, μοιράζοντας σωρηδόν και πάμπολλες επικερδείς δημόσιες συμβάσεις σε «χορτασμένους» φίλους επιχειρηματίες.
Οι δικαστές που δεν παίζουν μπάλα, και οι επικεφαλής των δήθεν ανεξάρτητων ρυθμιστικών αρχών δεν διώκονται, αντίθετα, παίρνουν αυξήσεις και προαγωγές, άνετους ρόλους αλλού μετά τη συνταξιοδότηση, ή απλά σιωπηλές εγγυήσεις ότι τα συμφέροντά τους θα προστατεύονται εσαεί (αρκεί να κυβερνά ο γόνος).
Το αποτέλεσμα των παραπάνω είναι μια πρόσοψη πλουραλισμού, που καλύπτει ως μάσκα τον ασφυκτικό κεντρικό έλεγχο της πρωθυπουργίας επί του όλου συστήματος.
Στον οικονομικό τομέα η μαεστρία του γόνου κατάφερε να παρουσιάζει τις πελατειακές σχέσεις ως ανάπτυξη.
Η οικονομική του ατζέντα εμπεριέχει απ’ ευθείας αναθέσεις, δημόσια έργα, φορολογικές απαλλαγές και ελαφρύνσεις, καθώς και επιδοτήσεις σε φιλικά «ιδιωτικά» συμφέροντα.
Τα παραπάνω προάγουν τη βραχυπρόθεσμη απασχόληση, μειώνουν κάπως τους δείκτες ανεργίας, και όταν προβάλλονται θετικά από τα ΜΜΕ τότε ο γόνος ανεβαίνει δημοσκοπικά ως ο «καταλληλότερος» για πρωθυπουργός.
Εν τω μεταξύ, οι απαραίτητες θεσμικές μεταρρυθμίσεις (διαφάνεια, έλεγχοι, ανεξαρτησία αρχών) μπαίνουν στο περιθώριο, ή προχωρούν στα λόγια και μόνο.
Έτσι, μπορεί κάποιοι δείκτες της οικονομίας να δείχνουν μια ελαφρά βελτίωση, που ανεβάζει τη δημοφιλία του ηγέτη, όμως ο πραγματικός πλούτος συσσωρεύεται σε όλους εκείνους που τον στηρίζουν, καθώς και στον ίδιο, που αν και μισθωτός δηλώνει τεράστια περιουσία (όση δηλώνει).
Τέλος έχουμε και την εξωτερική πολιτική, εκεί όπου συντηρείται μια διπλή στρατηγική. Από τη μια μεριά στενή συνεργασία με την ΕΕ και τους διεθνείς οργανισμούς και θεσμούς, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η νομιμοποίηση του «καθεστώτος» του, αλλά και τα δάνεια, και από την άλλη καμία ουσιαστική μεταρρύθμιση που θα απειλούσε τον εσωτερικό σφιχτό έλεγχο επί των πάντων.
Ο γόνος λοιπόν παρουσιάζει τον εαυτό του ως φερέγγυο εταίρο σε θέματα διεθνούς ασφάλειας, ενεργειακής συνεργασίας, και μεταναστευτικής πολιτικής, αγκαλιάζοντας σύγχρονες τάσεις όπως π.χ. η στήριξη των ΛΟΑΤΚΙ, ζητήματα δηλαδή που απασχολούν τις χώρες της Δύσης (όλα τα άλλα προβλήματα τα έλυσαν… χικ), και έτσι μειώνει την πιθανότητα διεθνών αντιδράσεων για τα τεκταινόμενα στο εσωτερικό της χώρας του.
Παράλληλα, δεν διστάζει να αντιπαρατεθεί με άλλοτε φίλες και ομόδοξες ισχυρές δυνάμεις, επιδιώκοντας στρατηγικές και στρατιωτικές συμμαχίες με τη Δύση και κυρίως την ΕΕ, και αν χρειαστεί και με τις ΗΠΑ (οι οποίες τελευταία φτύνουν την ΕΕ), αρκεί αυτοί οι «σύμμαχοι» να κάνουν τα στραβά μάτια στον οικονομικό στραγγαλισμό του λαού του, και ο ίδιος να συνεχίζει να παίρνει μεγάλες δουλειές (πετρέλαιο, αέριο, αγωγοί, κλπ.) και να έχει ρόλο σοβαρού «παίκτη» στις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Όλη αυτή η προσχεδιασμένη πολιτική στρατηγική έχει ως αποτέλεσμα τη βραχυπρόθεσμη σταθερότητα, και την επίφαση αποτελεσματικότητας του γόνου, την ίδια ώρα που η σαπίλα αυξάνεται, γίνεται συστημική.
Η αξιοκρατία φθίνει, και οι πελατειακές σχέσεις γιγαντώνονται και ρίχνουν βαθιά θεμέλια.
Η διαφθορά επεκτείνεται και κυριαρχεί, τόσο στο κράτος όσο και στη δήθεν ιδιωτική οικονομία, ενώ η εμπιστοσύνη του λαού προς όλους τους θεσμούς (και πολιτικούς) μεγεθύνεται σε ανησυχητικό βαθμό, κάτι που εκφράζεται από τα αυξημένα ποσοστά αποχής σε έναν κατά άλλα (επί αιώνες) «πολιτικοποιημένο» πληθυσμό.
Οι όποιες οικονομικές ανάσες είναι άνισα μοιρασμένες, εύθραυστες, και βασίζονται σε μια συνεχόμενη καθαρά πελατειακή πολιτική.
Σε αυτή τη φάση αρχίζει και η κοινωνική πόλωση, καθώς οι απ’ έξω, οι μη γλείφτες δηλαδή, όλο και πιο πολλοί, αρχίζουν να δυσανασχετούν. Κι εδώ επέρχεται ο κίνδυνος μιας ολικής κατάρρευσης, που μπορεί να πυροδοτηθεί από μαζικές διαδηλώσεις, από ένα αναπάντεχο οικονομικό σοκ, από ένα σκάνδαλο της κυβερνώσας ελίτ που ΔΕΝ μπορεί να συγκαλυφθεί, από μια ενωμένη και συγκροτημένη στις προτάσεις της αντιπολίτευση (λέμε τώρα), ή τέλος από έναν πρίγκιπα πάνω σε λευκό άλογο, που θα μπορέσει να πείσει τις μάζες για την πραγματική κατάντια της χώρας, σε όλα τα επίπεδα, προτείνοντας τις απαραίτητες λύσεις.
Η παραπάνω (φανταστική επαναλαμβάνουμε) ιστορία της ανόδου στην πρωθυπουργία ενός διεφθαρμένου γόνου, γιου διεφθαρμένου πρώην πρωθυπουργού, μας δείχνει πώς τα έντεχνα καλλιεργημένα και δομημένα δίκτυα επιρροής, και πολιτικής-οικονομικής προστασίας, με πάμπολλες εξαρτήσεις ένθεν κακείθεν, μπορούν να παρουσιάσουν στον λαό τη θεσμική διαφθορά ως success story, με θετική ανταπόκριση στις κάλπες.
Η δημοφιλία λοιπόν του γόνου, μέσα σε αυτά τα πλαίσια, δεν είναι λόγω «αρετής», ή ικανοτήτων, αλλά λόγω δολοπλοκίας, ανίερων στρατηγικών συμμαχιών, δούναι και λαβείν, ψευδεπίγραφων και εύπεπτων αφηγημάτων, και επιλεγμένων «μεταρρυθμίσεων» προς όφελος συγκεκριμένων μόνο.
Αυτό το μοντέλο, δοκιμασμένο ήδη, προσφέρει βραχυπρόθεσμα πλεονεκτήματα και «σταθερότητα», αυξάνοντας όμως τη θεσμική διαφθορά και ανεπάρκεια, καθώς και την κοινωνική και οικονομική ανισότητα, κάτι που δυσχεραίνει περαιτέρω την όποια μελλοντική θεσμική, δημοκρατική, και οικονομική ανάπτυξη.
Είναι δηλαδή μια άλλη εκδοχή του «λεφτά υπάρχουν», που όσο σε δανείζουν οι ξένοι «τοκογλύφοι» όλα καλά, αλλά μόλις κλείσει η στρόφιγγα τότε τα πάντα ανατρέπονται και έρχεται η άβυσσος.
Στην παραπάνω όμως περίπτωση, λεφτά σίγουρα υπάρχουν τόσο για τους κυβερνώντες, όσο και για τους φίλους επιχειρηματίες, τα ΜΜΕ, και τους κλακαδόρους της κυβέρνησης.
Μέχρι να το πάρει χαμπάρι ο λαός… μέχρι να σκάσει μύτη ο καβαλάρης που λέγαμε…
antinews.gr
