Όταν κάποιος ανεβαίνει σε ένα αεροπλανοφόρο των Ηνωμένων Πολιτειών, πέραν του δέους, αντιλαμβάνεται ότι είναι μια πλωτή πολιτεία περίπου 5000 ατόμων, όπου όλα πρέπει να λειτουργούν τέλεια σε ένα σκάφος 350 μέτρων με περίπου 80 αεροσκάφη. Το... Gerald Ford, που πέρασε πριν μερικά 24ωρα από τη Σούδα και αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης, όπως γίνεται συνήθως σε μία μικρή χώρα. Πολλά ειπώθηκαν και ακούστηκαν μια και πρόκειται για το μεγαλύτερο, ισχυρότερο και ακριβότερο πλοίο του κόσμου.
Μόνο που πίσω από τους αριθμούς και τα στοιχεία εντυπωσιασμού, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Και το Gerald Ford είναι ακριβώς μια τέτοια περίπτωση. Αποδείχθηκε ένα πανάκριβο πρόγραμμα, με χρόνια καθυστέρησης έως ότου γίνει πλήρως επιχειρησιακό και ένα κόστος δυσβάστακτο ακόμη και για το αμερικανικό ταμείο. Και επιπρόσθετα μπήκε σε υπηρεσία σε μια χρονική περίοδο όπου οι νέες πυραυλικές τεχνολογίες και τα σμήνη drones μπορεί να απειλήσουν ένα γίγαντα της θάλασσας.

Αξίζει κάτι τέτοιο 18 δισ. δολάρια;
Θα το αποδείξει η ιστορία. Εμείς ας δούμε κάποια θεμελιώδη, που λένε και οι Αμερικανοί.
Το προβλεπόμενο κόστος του σκάφους ήταν 10,5 δις. δολάρια, αλλά με τις αλλαγές που αναγκάστηκαν να πραγματοποιηθούν στα συστήματά του έφτασε τα 13 δις. Ενώ εάν σε αυτά προστεθούν τα 5 δις. του κόστους ανάπτυξης, φτάνει τα 18 και πλέον δισ. δολάρια. Βέβαια για τους αμερικανούς, στην πράξη είναι η πρώτη πλατφόρμα νέου τύπου αεροπλανοφόρου που σχεδιάστηκε εξ αρχής εδώ και πέντε δεκαετίες. Πέντε ήταν περίπου και ο χρόνος της καθυστέρησης μέχρι το αεροπλανοφόρο να γίνει πλήρως επιχειρησιακό. Δηλαδή, από τα 50 προβλεπόμενα χρόνια του βίου του, όταν «βγήκε» ετοιμοπόλεμο στη θάλασσα είχε καταναλώσει τα πρώτα πέντε…
Γιατί συνέβη αυτό;
Το Ford είναι το πιο φιλόδοξο τεχνολογικό άλμα στην ιστορία των αεροπλανοφόρων — ένα πλωτό σύστημα μάχης σχεδιασμένο να υπηρετήσει σε έναν κόσμο όπου η απειλή δεν είναι πλέον μόνο ένα εχθρικό αεροσκάφος, αλλά σμήνη drones, υπερηχητικοί πύραυλοι και συντονισμένες επιθέσεις κορεσμού. Σχεδιάστηκε για να αυξήσει δραστικά τον ρυθμό εξόδων (κατά περίπου 30%), να μειώσει το απαιτούμενο προσωπικό (κατά 500-100 άτομα) και να εισαγάγει νέα αρχιτεκτονική ισχύος ικανή να υποστηρίξει μελλοντικά ενεργειακά όπλα. Το ηλεκτρομαγνητικό σύστημα εκτόξευσης αεροσκαφών (EMALS) αντικατέστησε τους καταπέλτες ατμού για την ε, το Advanced Arresting Gear εισήγαγε εξαπόλυση των αεροσκαφών, ψηφιακά ελεγχόμενη ανάσχεση, ενώ το Dual Band Radar υποσχέθηκε διαχείριση πολλαπλών απειλών σε πραγματικό χρόνο. Όλα αυτά είναι μια γενιά απ’αυτά που βλέπαμε στο Top Gun.
Όμως το τεχνολογικό άλμα είχε κόστος.
Κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης, το πρόγραμμα αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα αξιοπιστίας. Το EMALS παρουσίασε χαμηλότερη διαθεσιμότητα από τις απαιτήσεις, οι ανελκυστήρες όπλων καθυστέρησαν δραματικά να πιστοποιηθούν, ενώ ζητήματα ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας μεταξύ των νέων συστημάτων αποκάλυψαν τις δυσκολίες της ταυτόχρονης εισαγωγής πολλαπλών καινοτομιών.
Ακόμη και το πρόβλημα που «βγήκε» στη δημοσιότητα με βιντεάκι TikTok για τις πλημμυρισμένες τουαλέτες είναι πραγματικό και περιλαμβάνεται στα σημαντικά προβλήματα τους σκάφους (κατά τις επίσημες αξιολογήσεις του Αμερικανικού Ναυτικού), μια και αφορά την καθημερινότητα και λειτουργικότητα του πληρώματος. Κάτι ιδιαίτερα σημαντικό σε έναν περιορισμένο χώρο, όπου κάθε ίντσα μετράει και έχει επίπτωση στο ηθικό.
Η απόφαση για τη ναυπήγησή του έγινε την περίοδο 2001 – 2005 με τον αρχικό σχεδιασμό να ολοκληρώνεται το 2008. Η κατασκευή ξεκίνησε ένα χρόνο αργότερα, περιλαμβάνοντας μια σειρά νέων τεχνολογιών που δεν είχαν ακόμη ωριμάσει. Σε αυτές περιλαμβάνονταν οι ηλεκτρομαγνητικές τεχνολογίες, αλλά και το υπερσύγχρονο ραντάρ για την αντιμετώπιση των πολλαπλών απειλών της νέας εποχής, καθώς και ο νέος πυρηνικός αντιδραστήρας που φροντίζει για την τροφοδοσία του πλοίου. Ακόμη και οι 11 ανελκυστήρες που φροντίζουν για τη μεταφορά των οπλικών συστημάτων στο χώρο εφοδιασμού των μαχητικών βρέθηκλαν εκτός προδιαγραφών. Χρειάστηκε δε να αντικατασταθούν και να ευθυγραμμισθούν ξανά, αρκετές φορές.
Τελικά, το πλοίο παραδόθηκε επισήμως το 2017 , αλλά χρειάστηκαν χρόνια επιπλέον εργασιών για να φτάσει στην πλήρη επιχειρησιακή ωριμότητα, κάτι που έγινε την περίοδο 2022-2024. Ίσως το μόνο που δεν λύθηκε να αφορά το πρόβλημα της αποχέτευσης που ταλαιπωρεί ακόμη τα πληρώματα με την ανάγκη πανάκριβων χημικών καθαρισμών σε κάθε λιμάνι.

Η πρόκληση των drone swarms και μιας επίθεσης κορεσμού
Σήμερα, το Gerald R. Ford θεωρείται επιχειρησιακά αξιόμαχο και τεχνολογικά ώριμο. Το ερώτημα όμως δεν αφορά το παρελθόν του. Αφορά το μέλλον των αεροπλανοφόρων σε ένα ριζικά μεταβαλλόμενο περιβάλλον απειλών.
Η εμφάνιση μαζικών, χαμηλού κόστους μη επανδρωμένων συστημάτων αλλάζει τα δεδομένα. Ένα σμήνος drones μπορεί να επιτεθεί ταυτόχρονα από πολλαπλές κατευθύνσεις, σε χαμηλά ύψη, με διαφορετικά προφίλ πτήσης.
Ακόμη και τα πιο προηγμένα ραντάρ ενδέχεται να κορεστούν από τον όγκο στόχων. Η αναχαίτιση κάθε απειλής απαιτεί πυρομαχικά, χρόνο αντίδρασης και υπολογιστική ισχύ. Η πρόκληση δεν είναι μόνο τεχνολογική — είναι μαθηματική: πόσους στόχους μπορείς να εντοπίσεις, να ταξινομήσεις και να καταρρίψεις ταυτόχρονα;
Βέβαια, το Gerald Ford δεν επιχειρεί μόνο του. Η επιβίωσή του βασίζεται σε μια πολυεπίπεδη άμυνα:
- συνοδευτικά αντιτορπιλικά Aegis,
- αντιαεροπορικά βλήματα μεγάλης εμβέλειας,
- συστήματα εγγύς άμυνας (CIWS),
- ηλεκτρονικό πόλεμο και παρεμβολές,
- και κυρίως στην αεροπορική του πτέρυγα, που λειτουργεί ως προωθημένη ζώνη άμυνας.
Επομένως και το αεροπλανοφόρο προστατεύεται από το σύνολο του στολίσκου (Carrier Battle Group) και της αεροπορικής ομπρέλας που παρέχεται συνολικά.
Η ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση είναι μια συντονισμένη πυραυλική επίθεση κορεσμού: πολλαπλοί υπερηχητικοί ή υπερ-υπερηχητικοί πύραυλοι που προσεγγίζουν ταυτόχρονα, ενδεχομένως συνδυασμένοι με drones-δόλωμα.
Διεθνείς στρατιωτικοί αναλυτές συμφωνούν ότι καμία μεμονωμένη πλατφόρμα δεν μπορεί να εγγυηθεί απόλυτη άμυνα απέναντι σε ένα μαζικό saturation attack. Η επιτυχία εξαρτάται από την έγκαιρη προειδοποίηση, την κατανομή στόχων μεταξύ πολλών πλοίων, την ικανότητα ταυτόχρονης εμπλοκής πολλαπλών απειλών και την ύπαρξη εφεδρικών επιπέδων άμυνας.
Η νέα ηλεκτρική αρχιτεκτονική του Gerald Ford θεωρείται πλεονέκτημα για το μέλλον — ειδικά εάν ενσωματωθούν κατευθυνόμενα ενεργειακά όπλα (laser). Ωστόσο, στο παρόν, το σύστημα παραμένει εξαρτημένο από κλασικά βλήματα και την επιχειρησιακή συνοχή της δύναμης κρούσης.

Είναι τα αεροπλανοφόρα παρωχημένα;
Η διεθνής συζήτηση είναι έντονη. Κάποιοι αναλυτές θεωρούν ότι τα αεροπλανοφόρα είναι «υπερπολύτιμοι και υπερβολικά ευάλωτοι στόχοι» σε περιβάλλον Anti-Access/Area Denial (A2/AD). Άλλοι επισημαίνουν ότι παραμένουν το μοναδικό μέσο παγκόσμιας προβολής ισχύος χωρίς ανάγκη χερσαίων βάσεων.
Το Gerald R. Ford συμβολίζει ακριβώς αυτή τη μετάβαση: είναι ταυτόχρονα το αποκορύφωμα της παραδοσιακής ναυτικής ισχύος και το πείραμα για το μέλλον της.
Δεν είναι άτρωτο. Αλλά ούτε και ξεπερασμένο. Η πραγματική του ισχύς δεν βρίσκεται μόνο στον οπλισμό ή στα ραντάρ του. Βρίσκεται στην ικανότητά του να ενσωματώνεται σε ένα δίκτυο μάχης, όπου η πληροφορία, η ταχύτητα λήψης αποφάσεων και η διασύνδεση συστημάτων καθορίζουν την επιβίωση.
Στον 21ο αιώνα, το αεροπλανοφόρο δεν είναι απλώς ένα πλοίο.
Είναι κόμβος ισχύος σε ένα αόρατο, ψηφιακό πεδίο μάχης.
Και το ερώτημα δεν είναι αν το Gerald R. Ford μπορεί να επιβιώσει μόνο του —
αλλά αν το σύστημα στο οποίο ανήκει μπορεί να λειτουργήσει ταχύτερα και αποτελεσματικότερα από τον αντίπαλο.
https://www.topontiki.gr/
