31 Μαρ 2026

Απόφαση-σοκ για χιλιάδες πολίτες: Χωρίς σύνταξη δικαιούχοι του νόμου Κατσέλη που ρύθμισαν τα χρέη τους


 Μαζί με τη διαγραφή των χρεών διαγράφεται και ο αντίστοιχος ασφαλιστικός χρόνος, χάνοντας έτσι κρίσιμα έτη που απαιτούνται για τη θεμελίωση...

  • Από τον
    Σπύρο Φρεμεντίτη
    frementitislaw@gmail.com

Η κυβέρνηση δεν προχώρησε τελικά σε μια γενναία λύση για χιλιάδες ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες με ρυθμισμένα χρέη προς τον ΕΦΚΑ, παρά τις σχετικές δεσμεύσεις για αποκατάσταση και πρόσβαση σε αξιοπρεπή σύνταξη. Οσοι εντάχθηκαν στον νόμο Κατσέλη ή στον εξωδικαστικό μηχανισμό, αποδέχτηκαν τις οφειλές τους και προχώρησαν σε ρυθμίσεις βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με ένα νέο εμπόδιο: μαζί με τη διαγραφή των χρεών διαγράφεται και ο αντίστοιχος ασφαλιστικός χρόνος. Ετσι, ενώ απαλλάσσονται οικονομικά, χάνουν κρίσιμα έτη που απαιτούνται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Ως διέξοδο, η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας δείχνει προς το προνοιακό επίδομα των ανασφάλιστων υπερηλίκων, μεταθέτοντας ουσιαστικά το πρόβλημα από το ασφαλιστικό στο προνοιακό πεδίο.

Το αδιέξοδο που αντιμετωπίζουν χιλιάδες ασφαλισμένοι με ρυθμισμένες οφειλές είχε αναδείξει το προηγούμενο διάστημα η «δημοκρατία», με το υπουργείο Εργασίας να δεσμεύεται δημόσια ότι θα δώσει λύση. Ωστόσο, η κατεύθυνση που τελικά επιλέχθηκε όχι μόνο δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά το παγιώνει. Εγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Εισφορών του e-ΕΦΚΑ ξεκαθαρίζει ότι «ο χρόνος που αντιστοιχεί στις απαλλασσόμενες οφειλές δεν είναι ισχυρός χρόνος ασφάλισης και ως εκ τούτου δεν θα υπολογίζεται ως συντάξιμος». Με απλά λόγια, ο χρόνος που αντιστοιχεί σε διαγραμμένες εισφορές χάνεται οριστικά και δεν μπορεί να προσμετρηθεί για τη σύνταξη. Η διάκριση αυτή αποδεικνύεται κρίσιμη, καθώς επηρεάζει άμεσα τόσο τη θεμελίωση όσο και το ύψος της σύνταξης.

Η οδηγία του ΕΦΚΑ

Χθες στη Βουλή η υφυπουργός Εργασίας Αννα Ευθυμίου, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση του βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Βασίλη Κόκκαλη, είπε ότι, αντί να νομοθετήσουν, εξέδωσε οδηγία ο e-ΕΦΚΑ στις 17 Μαρτίου 2026 -έγγραφο που παρουσιάζει η «δημοκρατία»- που, παρότι δεν εισάγει νέο δίκαιο, ερμηνεύει κατά το δοκούν το ισχύον πλαίσιο δύο ισχυρών νόμων, εκείνου του Ν. Κατσέλη και του εξωδικαστικού μηχανισμού. Δίνονται οδηγίες στου υπαλλήλους πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται οι περιπτώσεις ασφαλισμένων που έχουν ενταχθεί σε δικαστικές ρυθμίσεις οφειλών.

Στον πυρήνα της βρίσκεται μια βασική αρχή του ασφαλιστικού συστήματος: συντάξιμος χρόνος είναι μόνο εκείνος που αντιστοιχεί σε καταβληθείσες εισφορές. Αυτό σημαίνει ότι η διαγραφή οφειλών, ακόμη και όταν προκύπτει από αμετάκλητη δικαστική απόφαση, δεν γεννά ασφαλιστικά δικαιώματα.

Ξεμπλοκάρει έστω ορισμένες υποθέσεις ασφαλισμένων που έχουν τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις και έχουν ξεχρεώσει με τους πιστωτές τους, ιδιωτικά funds, δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία, αλλά τους διαγράφει μονομερώς ασφαλιστικό χρόνο, δηλαδή τους διαγράφει χρόνια από εκείνα που εργάστηκαν. Αυτό σημαίνει ότι τους μειώνει την ανταποδοτική σύνταξη, καθώς αυτή υπολογίζεται από τις συντάξιμες αποδοχές επί του συντελεστή του συνολικού χρόνου εργασίας.

Το έγγραφο του ΕΦΚΑ εξειδικεύει ότι για να αναγνωριστεί χρόνος ασφάλισης στο πλαίσιο του νόμου Κατσέλη θα πρέπει να έχουν καταβληθεί οι σχετικές εισφορές μέσω της ρύθμισης. Αντίθετα, τα ποσά που διαγράφονται -και συχνά αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του χρέους- δεν αντιστοιχούν σε αναγνωρίσιμο χρόνο.

Παράλληλα, τίθενται αυστηρές προϋποθέσεις για την απαλλαγή από τα χρέη. Ο ασφαλισμένος οφείλει να έχει τηρήσει πλήρως τη δικαστική απόφαση έναντι όλων των πιστωτών, ενώ η απαλλαγή πρέπει να έχει καταστεί αμετάκλητη. Μόνο τότε μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της συνταξιοδοτικής διαδικασίας.

Ωστόσο, ακόμη και όταν πληρούνται όλες αυτές οι προϋποθέσεις, η εγκύκλιος αναδεικνύει ένα κρίσιμο όριο: αν ο ασφαλισμένος δεν έχει συγκεντρώσει τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης μόνο από τις εξοφλημένες εισφορές, η σύνταξη δεν μπορεί να απονεμηθεί.

Ο χαμένος χρόνος και το «κλειδωμένο» πλαίσιο

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το μεγαλύτερο πρόβλημα. Για πολλούς ασφαλισμένους, η διαγραφή οφειλών -που αποτέλεσε οικονομική σωτηρία- συνεπάγεται ταυτόχρονα και απώλεια ασφαλιστικού χρόνου.

Χρόνια εργασίας, για τα οποία δεν καταβλήθηκαν εισφορές λόγω οικονομικής αδυναμίας, διαγράφονται οριστικά και δεν μπορούν να αξιοποιηθούν για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Το υπουργείο Εργασίας είναι κατηγορηματικό: «Δεν προβλέπεται δυνατότητα αναβίωσης των οφειλών αυτών ούτε εκ των υστέρων εξόφλησής τους».

Ετσι, δημιουργείται ένα «κλειδωμένο» πλαίσιο. Ασφαλισμένοι που βρίσκονται ένα ή δύο χρόνια πριν από τη θεμελίωση σύνταξης δεν έχουν πλέον κανένα εργαλείο για να καλύψουν το κενό. Δεν μπορούν να πληρώσουν, δεν μπορούν να αναγνωρίσουν, δεν μπορούν να συμπληρώσουν. Συνεπώς, ενώ έχουν φτάσει στο ηλικιακό όριο και έχουν διανύσει έναν πλήρη επαγγελματικό βίο, παραμένουν εκτός σύνταξης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις η εγκύκλιος αφήνει ένα μικρό περιθώριο: Οσοι έχουν ήδη συγκεντρώσει επαρκή χρόνο ασφάλισης μέσω των καταβολών και έχουν λάβει αμετάκλητη απαλλαγή μπορούν να συνταξιοδοτηθούν χωρίς να υπολογίζονται οι διαγραμμένες οφειλές. Ομως αυτή η κατηγορία είναι περιορισμένη. Για την πλειονότητα, ο χαμένος χρόνος είναι και χαμένη σύνταξη.

Κτηνοτρόφοι και αγρότες

«Εκατοντάδες κτηνοτρόφοι και αγρότες της Θεσσαλίας που έχουν ενταχθεί στον εξωδικαστικό μηχανισμό ή στον νόμο Κατσέλη έχουν συμπληρώσει τα 67 χρόνια και δεν λαμβάνουν σύνταξη. Κανένας νόμος που ρυθμίζει χρέη δεν διαγράφει ασφαλιστικό χρόνο, όπως και ο 4611/2019 των 120 δόσεων» σχολίασε ο βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Βασίλης Κόκκαλης σε επίκαιρη ερώτησή του χθες στη Βουλή. «Οσοι δεν μπορούν να πάρουν σύνταξη ανοίγει τώρα ο δρόμος για να πάρουν το επίδομα των ανασφάλιστων υπερηλίκων» απάντησε η υφυπουργός Εργασίας Αννα Ευθυμίου. Δηλαδή, αντί να λάβουν μια αξιοπρεπή σύνταξη, θα λάβουν το προνοιακό επίδομα των 400 ευρώ!

Ολη αυτή η υπόθεση αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα: την απόσταση ανάμεσα στον νόμο και στην κοινωνική πραγματικότητα. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η αρχή της ανταποδοτικότητας: χωρίς εισφορές, δεν υπάρχει ασφαλιστικός χρόνος. Από την άλλη, υπάρχουν άνθρωποι που έχουν εργαστεί για δεκαετίες, έχουν προσπαθήσει να ρυθμίσουν τα χρέη τους και έχουν συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις τους.

Το αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση που μοιάζει με διοικητική «ομηρία». Πολίτες άνω των 67 ετών παραμένουν στην εργασία όχι από επιλογή, αλλά επειδή δεν μπορούν να ενεργοποιήσουν το δικαίωμά τους στη σύνταξη.

Η «δεύτερη ευκαιρία» που θεσπίστηκε για την αντιμετώπιση της υπερχρέωσης φαίνεται, σε πολλές περιπτώσεις, να σταματά πριν από την ολοκλήρωσή της. Η οικονομική ανακούφιση δεν συνοδεύεται από συνταξιοδοτική αποκατάσταση. Και εκεί αναδεικνύεται το βασικό ερώτημα: μπορεί ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης να παραμένει αυστηρά λογιστικό όταν καλείται να απαντήσει σε υπαρξιακά ζητήματα, όπως η αξιοπρεπής διαβίωση στην τρίτη ηλικία;

https://www.dimokratia.gr/