5 Μαρ 2026

Ο συναχωμένος, πλην όμως πατριώτης, πρωθυπουργός…

 


Του Strange Attractor

Ο πρωθυπουργός Προκόπης Χαϊβαλάρης είχε πάντα από ένα μαντίλι σε κάθε του τσέπη. Τα χρειάζονταν, καθώς η μύτη του συνεχώς έτρεχε.

Έτρεχε σαν βρύση στη διάρκεια ομιλιών, εγκαινίων, κατάθεσης στεφάνων, ακόμη και στη διάρκεια σημαντικών συναντήσεων με ξένους ομολόγους του.

Μια συνεχής ροή υγρής μύξας, με την οποία πάλευε καθημερινά, με θεατρικές κινήσεις μερικές φορές, αφού ο οργανισμός του είχε βάλει σκοπό να εκνευρίζει διαρκώς αυτόν τον μεγάλο πολιτικό άνδρα που κουβαλούσε τις ευθύνες ενός ολόκληρου ιστορικού έθνους στις πλάτες του.

Οι πολίτες το έβλεπαν σαν μια ανθρώπινη αδυναμία, συμπαραστεκόμενοι στο δράμα του. Κάποιοι μάλιστα το χαρακτήριζαν ως χαριτωμενιά.

Άλλοι, κυρίως κακοπροαίρετοι πολιτικοί του αντίπαλοι, γελούσαν μαζί του, αποκαλώντας τον «μυξιάρη»!

Αυτά όμως δεν ενοχλούσαν τον Προκόπη, που προέρχονταν από μια ισχυρή και επιφανή πολιτική οικογένεια, η οποία είχε τελειοποιήσει την τέχνη του (ψεύτικου) χαμόγελου, την ίδια ώρα που έβαζε το χέρι στην τσέπη σου…

Οι Χαϊβαλάρηδες είχαν διατελέσει δήμαρχοι, υπουργοί, ακόμη και πρωθυπουργοί τα τελευταία 80 και βάλε χρόνια.

Μιλούσαν διαρκώς για την ανάγκη θυσίας και εθνικής υπηρεσίας, αν και οι εν λόγω θυσίες και υπηρεσίες γίνονταν πάντα από άλλους. Οι ίδιοι υπηρετούσαν αποκλειστικά τα συμφέροντα των εαυτών τους και της οικογένειας.

Ο Προκόπης λοιπόν μεγάλωσε σε αυτό το περιβάλλον, μέσα σε φρουρούμενες επαύλεις, όπου πίσω από κλειστές πόρτες οι άνδρες (και οι γυναίκες) της οικογένειας έκλειναν συμφωνίες με κοστουμαρισμένους «φίλους», μιλώντας συνεχώς για αναθέσεις έργων, ποσοστά, και… «δωράκια».

Από μικρός έμαθε πως ο πατριωτισμός είναι κι αυτός ένα κοστούμι, που το φοράς επάνω στο βήμα, αλλά που το βγάζεις και το πετάς,  σαν μολυσμένο σεντόνι, όταν δεν υπάρχουν κάμερες και μικρόφωνα.

Στη μεγαλειώδη πολιτική του εκστρατεία, υπόσχονταν εκσυγχρονισμό, και οικονομική ανάπτυξη.

Μιλούσε για σύγχρονα τρένα, ψηφιακές υποδομές και πλατφόρμες που θα καταργούσαν τη γραφειοκρατία και θα έφερναν τους κατοίκους ακόμη και των πιο απομονωμένων ορεινών χωριών στο επίκεντρο των εξελίξεων, για πράσινη φθηνή ενέργεια, κ.ο.κ.

Υπόσχονταν πρόοδο, διαφάνεια, λογοδοσία, και… πλούτο!

Στέκονταν μπροστά από γιγάντιες οθόνες που έδειχναν το λαμπερό μέλλον, και όλος περηφάνια (με το μαντίλι να πηγαινοέρχεται στη μύτη) δήλωνε πως «μαζί θα κατακτήσουμε το μέλλον που μας αξίζει ως Έθνος»!

Τα πλήθη μαγεμένα τον χειροκροτούσαν, κυρίως οι νέοι, που τον έβλεπαν ως έναν από αυτούς.

Γι’ αυτό και εξελέγη παμψηφεί. Με ποσοστό 51%.

Οι αγορές πήραν φωτιά, το ίδιο και τα χρηματιστήρια.

Η αισιοδοξία, και το χαμόγελο, επέστρεψαν στα πρόσωπα των απλών ανθρώπων.

Τον πρώτο χρόνο οι γερανοί, οι μπετονιέρες, και οι τσιμινιέρες πήραν κι αυτές φωτιά, με διάφορα απαραίτητα εμβληματικά έργα υποδομών να παίρνουν επιτέλους μπρος.

Οι επενδυτές, ξένοι και ντόπιοι, δεν μπορούσαν να κρύψουν τη χαρά τους.

Ο Χαϊβαλάρης εγκαινίαζε έργα δεξιά κι αριστερά, και έκοβε κορδέλες καθημερινά. Όσο για τη μύτη του, αυτή συνέχιζε να τρέχει ασταμάτητα, μόνο που τώρα τα μαντίλια του ήταν μεταξωτά, δώρα φίλων επιχειρηματιών, που επί των ημερών του πλούτιζαν σαν να μην υπάρχει αύριο…

Ο σιδηρόδρομος όμως δεν επεκτάθηκε… το αντίθετο.

Ούτε οι ψηφιακές πλατφόρμες λειτούργησαν ποτέ.

Όσο για την πράσινη ενέργεια… πάπαλα. Απλά οι βουνοκορφές και τα χωράφια πλημμύρισαν από εισαγόμενες υπερκοστολογημένες, και δαπανηρές ανεμογεννήτριες, που ανήκαν (πάλι) σε φίλους επιχειρηματίες.

Το χρήμα όμως έρρεε άφθονο, απλά όχι προς τα εκεί που είχε υποσχεθεί ο Προκόπης.

Οι κρατικές επιδοτήσεις πήγαιναν κυρίως προς μια μικρή μερίδα επιχειρηματιών, από εκείνους που παρίσταντο στους γάμους και τα βαφτίσια της οικογένειας, και έπαιρναν τηλέφωνο για ευχές και χρόνια πολλά τον Προκόπη.

Έργα υπήρχαν πολλά… στα χαρτιά. Επιδοτούμενα όμως από τον δημόσιο κορβανά.

Οι ανεξάρτητες αρχές που ήταν υπεύθυνες για την παρακολούθηση της «νομιμότητας» αδρανούσαν, με τις περισσότερες από αυτές να έχουν ως επικεφαλής νεοδιορισμένους φίλους της οικογένειας που λέγαμε.

Ο δε πληθωρισμός άρχισε δειλά δειλά να κάνει την εμφάνισή του, με αυξήσεις στα τρόφιμα, τα καύσιμα, και την… ενέργεια.

Ο Χαϊβαλάρης όμως ήταν καθησυχαστικός, και ψύχραιμος. Έδειχνε μάλλον ως και ανέμελος, αν πιστέψουμε κάποιους κακότροπους πολιτικούς του αντιπάλους.

Και πάντα απευθύνονταν στον λαό με κύρος, κρατώντας το μαντίλι του. «Η μετάβαση προς το αύριο δεν είναι ποτέ ανώδυνη», έλεγε, φυσώντας τη μύτη του… «πρέπει να αντέξουμε την προσωρινή αυτή οικονομική δυσκολία, προκειμένου να απολαύσουμε την ευμάρεια που έρχεται με βήματα γοργά»!

Όμως η «δυσκολία» σύντομα μετατράπηκε σε πενία και σε πείνα.

Ο πληθωρισμός θέριευε, οι καταθέσεις των πολιτών εξατμίζονταν, και οι μικρές (και όχι μόνο) επιχειρήσεις άρχισαν να κλείνουν η μια μετά την άλλη.

Οι αγρότες παρατούσαν τα χωράφια τους, και οι κτηνοτρόφοι τα κοπάδια τους, με το κόστος της ενέργειας να τους στέλνει στον οικονομικό Καιάδα.

Όσο για τους γερανούς, αυτοί σκούριασαν από την ακινησία, δίπλα σε παρατημένους και χορταριασμένους σκελετούς κτιρίων, και κουφάρια εργοστασίων.

Ο πληθωρισμός έτρωγε σαν σίφουνας τα πάντα στο διάβα του.

Οι μόνοι αλώβητοι ήταν οι φίλοι επιχειρηματίες του Χαϊβαλάρη.

Αγόραζαν χρεοκοπημένες επιχειρήσεις μισοτιμής, και εξασφάλιζαν (χωρίς διαγωνισμούς) έκτακτα κρατικά συμβόλαια για έργα «ανάτασης», στέλνοντας τα χρήματα σε κρυφούς εξωχώριους λογαριασμούς.

Οι ψίθυροι για γενικευμένη διαφθορά όλο και πλήθαιναν.

Ο Χαϊβαλάρης όμως ήταν απίκο στο πηδάλιο, αυξάνοντας την πατριωτική του ρητορική, και επισκεπτόμενος στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ντυμένος με στρατιωτικά μπουφάν, και φυσώντας τη μύτη του με μαντίλια παραλλαγής.

Έσκυβε το κεφάλι μπροστά στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, και υπόσχονταν τιμή στη μνήμη των νεκρών ηρώων, υπεράσπιση πάση θυσία της πατρίδας, και ανάταση του πατριωτικού φρονήματος των πολιτών.

Όσο για όλους εκείνους που τον κατηγορούσαν για σκάνδαλα, μίζες, κλπ., απλά τους χαρακτήριζε ως σαμποτέρ του έθνους, και πράκτορες του χάους. «Ή εγώ, ή το χάος», έγινε το κυρίαρχο σύνθημά του…

Ένα σύνθημα που αναπαρήγαγαν όλα τα ΜΜΕ, που το συνόδευαν με πλάνα του Προκόπη να επισκέπτεται εργοστάσια, αγκαλιάζοντας τους εργαζομένους, παραλείποντας όμως να δείξουν τις σφραγισμένες πύλες των εργοστασίων που λειτουργούσαν μόνο όσο ήταν εκεί ο Προκόπης και οι κάμερές του.

Και τότε άρχισαν ξαφνικά οι συγκρούσεις στα σύνορα με τη φίλη και γείτονα χώρα.

Η οποία, οσμίστηκε την αδυναμία της χώρας, και έτσι έβαλε μπροστά ξανά τις διαχρονικές διεκδικήσεις της σε «αμφισβητούμενες», όπως έλεγε,  περιοχές, όπως κάποια νησιά.

Οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν, με τον Προκόπη να καλεί τον λαό σε εγρήγορση, και τη χώρα σε γενική επιστράτευση, με τις χιλιάδες των νέων που έσπευσαν στα κέντρα επιστράτευσης να διαπιστώνουν πως ο εξοπλισμός ήταν όχι μόνο λίγος, αλλά και απαρχαιωμένος, παρά το ότι τα τελευταία χρόνια οι εταιρίες των φίλων του Χαϊβαλάρη είχαν αναλάβει τον πλήρη εκσυγχρονισμό του στρατιωτικού υλικού.

Οικογένειες ολόκληρες στήνονταν καθημερινά μπροστά στην τηλεόραση για να μάθουν νέα για τον πόλεμο που ξέσπασε έτσι ξαφνικά. Φήμες που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα μιλούσαν για φοβερές απώλειες…

Τα ΜΜΕ όμως μιλούσαν για «θριαμβευτικές προελάσεις του στρατού μας» στα εχθρικά εδάφη, με τον Χαϊβαλάρη να εκδίδει έκτακτες πατριωτικές ανακοινώσεις, ή να συνεντευξιάζεται στα κανάλια, φυσώντας τη μύτη του, και μιλώντας για εθνική κυριαρχία, μεγάλη πατρίδα, κλπ.

Η κατάσταση στο μέτωπο όμως ήταν απογοητευτική. Όπως απογοητευτική ήταν και η κατάσταση του δημόσιου κορβανά, που όσο κρατούσε ο πόλεμος τόσο στέρευε.

Ο Προκόπης απευθύνθηκε στις φίλες συμμάχους χώρες, όχι μόνο για στρατιωτική, αλλά και για οικονομική βοήθεια, με εκείνες να αρνούνται ξέροντας πως η κυβέρνησή του είναι βουτηγμένη στη διαφθορά και στα σκάνδαλα.

Και έτσι, μια κρύα νύχτα, μέσα στο σκοτάδι, μια μικρή πομπή από κρατικές λιμουζίνες, συνοδευόμενες από περιπολικά της αστυνομίας, ξεκίνησε (διακριτικά) από το κυβερνητικό μέγαρο, με προορισμό ένα μικρό στρατιωτικό αεροδρόμιο λίγο έξω από την πρωτεύουσα.

Ο Χαϊβαλάρης, η σύζυγός του, τα τρία του παιδιά, και μια ορδή από συγγενείς του επιβιβάστηκαν χωρίς πολλά πολλά σε δυο κυβερνητικά τζετ, ενώ σε ένα άλλο, ελικοφόρο του στρατού, φορτώθηκαν και στοιβάχτηκαν βαλίτσες, μπαούλα, και… σεντούκια, μαζί με μια διμοιρία καταδρομέων που τα φυλούσε.

Την επομένη, τα ΜΜΕ μιλούσαν για έκτακτη επίσκεψη του πρωθυπουργού σε ξένες πρωτεύουσες προκειμένου να εξασφαλίσει διεθνή βοήθεια. Θα μιλούσε, είπαν, και από το βήμα του ΟΗΕ!

Στην πραγματικότητα όμως, όπως σύντομα αποκάλυψαν κάποιοι δαιμόνιοι δημοσιογράφοι, ο προορισμός ήταν μια ήσυχη και ειδυλλιακή λίμνη της Ελβετίας, όπου ο Χαίβαλάρης διέθετε μια έπαυλη… την οποία είχε φροντίσει να αγοράσει πρόσφατα μέσω ενδιάμεσων εταιριών «φίλων» του επιχειρηματιών.

Τις επόμενες μέρες, και ενώ η χώρα βυθίζονταν στο χάος, με την οικονομία να καταρρέει, και με τα στρατεύματα των γειτόνων να προελαύνουν προς την πρωτεύουσα, άρχισαν να κυκλοφορούν στο διαδίκτυο και οι πρώτες φωτογραφίες του Χαϊβαλάρη να κάνει βόλτες στο γκαζόν της έπαυλης, να κάνει ιππασία, και να πίνει τον καφέ του με φόντο τη γαλήνια λίμνη, σκουπίζοντας τη μύτη του με σινιέ μαντίλι.

Ο μελανιασμένος λαός βγήκε στις πλατείες απαιτώντας ειρήνη και φαί!

Στο βάθος φαίνονταν τα «μεγάλα έργα», σκελετωμένα, και παρατημένα στη τύχη τους, σαν φαντάσματα από ταινία γκραν γκινιόλ… μνημεία της απάτης και της διαφθοράς.

Η Βουλή έκλεισε. Και ο λαός αυτοοργανώθηκε μέσα από ομάδες (τύπου σοβιέτ, που όμως δεν ήταν σοβιέτ) προσπαθώντας να εξασφαλίσει τρόφιμα.

Τότε είναι που κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο και ένα βιντεοσκοπημένο μήνυμα του Χαϊβαλάρη, μέσα από το γραφείο του στο ελβετικό σαλέ, όπου περιστοιχισμένος από τη σύζυγό και τα παιδιά του, μίλησε για την «προσωρινή του απουσία από τις επάλξεις, που όμως είναι αναγκαία προκειμένου να εξασφαλίσει και να συντονίσει τη διεθνή αλληλεγγύη προς τη χειμαζόμενη χώρα μας…», καταλήγοντας πως «η καρδιά και η ψυχή μου παραμένει δίπλα στον λαό»!

Όμως στην πραγματικότητα, η καρδιά του ποτέ δεν ήταν κοντά στον λαό. Κάθε άλλο.

Εξάλλου, στην Ελβετία ο αέρας ήταν πιο ξηρός, και πιο καθαρός, και όπως σύντομα αντιλήφθηκαν και οι προσωπικοί του «ωριλάδες», η μύτη του δεν έτρεχε όσο παλιά. Η ροή της μύξας του ήταν πλέον ελεγχόμενη. Ίσως θα έπρεπε να μείνει για πάντα εδώ, έλεγαν…

Και έτσι έγινε, με τον Προκόπη να περνάει τις μέρες του παίζοντας τένις, κυνηγώντας φασιανούς, και να συσκέπτεται με τους δικηγόρους και τους λογιστές του, παρακολουθώντας τα επενδυτικά του χαρτοφυλάκια ανά τον κόσμο.

Παρακολουθούσε όμως με αγωνία και τις εξελίξεις στη διαλυμένη πια χώρα του, που έψαχνε να βρει τον βηματισμό της μετά από την αναπάντεχη εθνική καταστροφή που τη βρήκε.

Και κάθε τόσο έλεγε σε όσους τον επισκέπτονταν, πως μια μέρα θα γυρίσει πίσω, να ξαναπάρει το πηδάλιο στα χέρια του, αρκεί να επανέλθει η σταθερότητα, και όχι αυτό το χάος που έφεραν οι πολιτικοί του αντίπαλοι

Χωρίς όμως ποτέ να διευκρινίζει το τι εννοεί σταθερότητα.

Με τους γονατισμένους πολίτες της χώρας του να έχουν πάρει ένα ακόμη πικρό μάθημα. Ότι ο εκσυγχρονισμός και η πρόοδος δεν μπορούν να σταθούν πάνω σε σαθρά θεμέλια διαφθοράς, και η ευμάρεια που υπόσχονται κάποια βρώμικα χέρια πάντα θα γλιστράει πάνω στις μύξες που σκούπιζαν λίγο πριν…

https://www.antinews.gr/