28 Απρ 2026

Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας: Ένας πρώην Γραμματέας Δικαστηρίων που κατάφερε να φτάσει στην ανώτατη βαθμίδα της Δικαιοσύνης


 Με μια διάταξη, που προκαλεί, ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός της χώρας αποφάσισε ότι δεν συντρέχει κανείς λόγος να ανασυρθεί η υπόθεση των υποκλοπών από το αρχείο, παρά το ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση, είχε αποφανθεί ότι... συντρέχουν σοβαροί λόγοι για τη διενέργεια επισταμένης και εξειδικευμένης έρευνας.

Στο βεβιασμένο και κόντρα σε κάθε κοινή λογική και δικαστική ευθυκρισία σκεπτικό του αποφάνθηκε τα εξής:

1. «Απέναντι σ’ αυτήν, τη σαφή και κατηγορηματική απόφανση του πορίσματος του αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα ΖΗΣΗ, ο δικαστής του δικάσαντος Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αντί νέου πράγματι στοιχείου, που θα έπρεπε, κατά την Ποινική Δικονομία, να προκύπτει και να αναδεικνύεται με σαφήνεια από την ακροαματική διαδικασία, και μάλιστα τέτοιου από το οποίο να δικαιολογείται η ανάσυρση της αρχειοθετηθείσας δικογραφίας προκαταρκτικής εξέτασης, από το αρχείο, προβάλλει την –επί τη βάσει ασθενέστατων ενδείξεων και υπονοιών, ανάγκη, κατά την κρίση και την υπόδειξη και παραγγελία του– να διενεργηθεί και άλλη –τρίτη– έρευνα, με σκοπό την τυχόν ανεύρεση νέων ουσιωδών στοιχείων. Και μόνη, δε, η παραδοχή του ανωτέρω δικαστή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ότι απαιτείται και άλλη, νέα έρευνα για την εξακρίβωση τυχόν συμμετοχικής δράσης του Α.Κ., αλλά και τυχόν λοιπών τρίτων προσώπων, στις ένδικες αξιόποινες πράξεις, αναδεικνύει, εμφατικά, το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δεν προέκυψαν νεότερα ουσιώδη στοιχεία, ανατρεπτικά του συμπεράσματος του εκδοθέντος εισαγγελικού πορίσματος, η δε συνεχής εμπλοκή της Δικαιοσύνης σε έναν ατέρμονα κύκλο πανομοιότυπων ερευνών, χωρίς ουσιαστικό λόγο, παρακωλύει και καθυστερεί την απονομή της».

Εμμέσως πλην σαφώς, λοιπόν, ο κ. Τζαβέλλας υποδεικνύει ως πειθαρχικά ελεγκτέο τόσο τον ηρωϊκό Πρωτοδίκη, Νικόλαο Ασκιανάκη, όσο και τον Εισαγγελέα της έδρας, Δημήτριο Παυλίδη, κατά του οποίου είχαν υπάρξει επικριτικά και «εκβιαστικά» δημοσιεύματα, κατά την πρόοδο της εκδίκασης της υπόθεσης, χωρίς ποτέ οι Δικαστικές Ενώσεις να εκδώσουν ανακοίνωση για την θεσμική προστασία και θωράκισή του.

Βάσει του σκεπτικού του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού, που επιλέχθηκε από την Κυβέρνηση να κοσμήσει τον θώκο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ναι μεν υπάρχουν «ενδείξεις και υπόνοιες», πλην όμως αυτές χαρακτηρίζονται ως δήθεν ασθενέστατες, ώστε να δικαιολογήσουν την προκλητική αρχειοθέτηση της υπόθεσης, χωρίς καμία έρευνα, και κατ’ αποτέλεσμα με το στόμα του γνωστού Ντίλιαν ακόμη κλειστό.
Ο κ. Τζαβέλλας υπεραμύνεται του πορίσματος του ήδη συνταξιούχου Εισαγγελέα, Αχιλλέα Ζήση, που εγκρίθηκε από την τότε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Γεωργία Αδειλίνη, το οποίο είχε προκαλέσει αντιδράσεις και κατακραυγή.

2. «η αποδεικτική διαδικασία ανέδειξε νεότερα πραγματικά περιστατικά, πλην όμως, από τη συνεκτίμηση και συναξιολόγηση αυτών, εξακολουθεί να παραμένει, αδύνατη η ταυτοποίηση του προσώπου του παραμένοντος αγνώστου, κατόχου και χρήστη της ανωτέρω προπληρωμένης κάρτας».
Ο κ. Τζαβέλλας, παρά το ότι δέχεται την ανάδειξη νεότερων πραγματικών περιστατικών, αρνείται να διενεργήσει ενδελεχή έρευνα, με την άρση των απαραίτητων απορρήτων και τις απαιτούμενες κατ’ οίκον έρευνες, ώστε να εντοπίσει τον ρόλο του «μυστηριώδη» κρεοπώλη και όσων άλλων εμπλέκονται.

3. «…δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κρατικού απορρήτου κατά την έννοια του νόμου. Παρά το γεγονός ότι φέρονται ως στόχοι του Predator υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, όπως υπουργοί και ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί, δεν προέκυψε ότι αποκτήθηκαν ή επιχειρήθηκε να αποκτηθούν συγκεκριμένα απόρρητα στοιχεία. Οι σχετικές εκτιμήσεις χαρακτηρίζονται «υποθετικές» και «επισφαλείς»».

Ο κ. Τζαβέλλας αρνείται κατηγορηματικά να διενεργήσει έρευνα στα κινητά των στόχων, και παράλληλα αρνείται να διερευνήσει τον ρόλο της Ε.Υ.Π. σε αυτό το κρατικό έγκλημα, ενώ θεωρητικά από την έρευνα αυτή θα μπορούσε να προκύψει και ο ίδιος ενδεχομένως ως ύποπτος αξιόποινης πράξης, αφού υπήρξε Αναπληρωτής Εισαγγελέας της Ε.Υ.Π., ο οποίος είχε διατάξει, με άγνωστα κριτήρια, διερευνητέα και ποινικά, την άρση του απορρήτου του δημοσιογράφου, Θανάση Κουκάκη.
Έγκυροι νομικοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με τις μεθοδεύσεις που ακολούθησε, δεν αποκλείεται στο μέλλον να διερευνηθεί για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας κατάχρησης εξουσίας, της παράβασης καθήκοντος και της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης.

Δικαστικοί κύκλοι που επιθυμούν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους επισημαίνουν ότι η συγκεκριμένη διάταξη αρχειοθέτησης της υπόθεσης, πέραν του ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανασυρθεί από το αρχείο, με απρόβλεπτες συνέπειες για τους υπόπτους και ενόχους υπό την σκιά μίας μολυσματικής λειτουργίας της Δικαιοσύνης, τύπου Predator, είναι παντελώς ασυνήθιστη, αφενός λόγω του σκεπτικού της και της επιλογής της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών (προφανώς κατόπιν άνωθεν υποδείξεων) να διαβιβάσει τη δικογραφία στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, αφετέρου λόγω της άρνησης εκ μέρους του κ. Τζαβέλλα να χρεώσει την υπόθεση σε κάποιον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ή το ορθότερο, λόγω των κωλυμάτων που αποσιώπησε, να χρεωθεί από τον αρχαιότερο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και νόμιμο αναπληρωτή του.

Κάποιοι άλλοι υπενθυμίζουν με νόημα την ηχηρή παραίτηση πέντε Εισαγγελέων του Δ.Σ. της Ένωσης Εισαγγελέων, το έτος 2016, καταγγέλλοντας μεταξύ άλλων τον τότε Πρόεδρο της Ένωσης, Κωνσταντίνο Τζαβέλλα, για πραξικοπηματική ανακοίνωση κατά της τροπολογίας Παπαγγελόπουλου για τις λίστες φοροδιαφυγής, η οποία δεν έφερε τη σύμφωνη γνώμη του Σώματος.

Οι πέντε εισαγγελείς εκ των εννέα συνολικά, είχαν καταγγείλει ότι δεν συμφώνησαν στην έκδοση της ανακοίνωσης με την οποία η Ένωση αντιτίθετο στην τροπολογία για τη νομιμοποίηση και χρησιμοποίηση των διαφόρων λιστών φοροδιαφυγής. Δηλαδή, κατήγγειλαν εμμέσως πλην σαφώς τον κ. Τζαβέλλα ότι προσπαθούσε να καλύψει τους μεγαλοφοροφυγάδες του Δημοσίου με νομικίστικα τερτίπια. Την ανακοίνωση υπέγραφαν οι Εισαγγελείς, Π. Αδάμης, Ευθυμία Σωτηροπούλου, Αντώνιος Παπαματθαίου, Γεώργιος Νούλης και Ιωάννης Παναγόπουλος.

Άλλοι πάλι κύκλοι υπεραμύνονται της εντιμότητας και της σθεναρής στάσης του κ. Τζαβέλλα, κατά την υπηρεσιακή του διαδρομή, υπενθυμίζοντας διάφορες υποθέσεις που είχε χειριστεί, μεταξύ των οποίων και την εισαγγελική του πρόταση για την μεγαλύτερη υπόθεση διαφθοράς στον τομέα της φορολογικής διοίκησης, όπου ήταν κατηγορούμενοι άνω των 50 φορολογικών ελεγκτών, επιχειρηματιών, δημάρχων και νομαρχών, για τους οποίους είχε αποφανθεί ότι λειτουργούσαν στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, με σκοπό τη διαγραφή προστίμων σε φορολογικούς και διαχειριστικούς επανελέγχους, ταυτιζόμενος με την άποψη της συναδέλφου του, Πόπης Παπανδρέου, η οποία είχε χειριστεί την υπόθεση επιτυχημένα με την τότε Εισαγγελέα Διαφθοράς, Ελένη Ράικου.

Οι ίδιοι κύκλοι υποστηρίζουν ότι ο κ. Τζαβέλλας δεν δίστασε να κατακρίνει κατ’ ουσίαν το απαλλακτικό Βούλευμα που είχε εκδοθεί με Πρόεδρο τον Χαράλαμπο Σεβαστίδη και Εισηγήτρια την Νίκη Ρεβύθη, το οποίο μεταξύ άλλων έκρινε ότι η ενδελεχής έρευνα που είχε διενεργήσει η έντιμη Ανακρίτρια, Ρέα Κατσίβελη, έπρεπε να πεταχθεί στον κάλαθο των αχρήστων, επειδή κατά τη δική τους γνώμη τα πορίσματα επενελέγχου, που μηδένιζαν τα πρόστιμα, δεν συνιστούσαν απιστία ή ψευδή βεβαίωση αλλά ενδεχομένως παράβαση καθήκοντος, και ήταν η αξιολογική κρίση των ανέλεγκτων ελεγκτών, παρά την φερόμενη διακινδύνευση της περιουσίας του ελληνικού δημοσίου, άνω των 100 εκ. ευρώ.

Μην λησμονήσουμε πάντως ότι ο κ. Τζαβέλλας ήταν εκείνος που επίσης αρνήθηκε να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της σκανδαλώδους κατά πλειοψηφία αθωωτικής απόφασης των φερόμενων ως δολοφόνων του δημοσιογράφου, Γιώργου Καραϊβάζ, εισαγγελική ενέργεια ομοίως ασυνήθιστη, δεδομένου πως υπήρξε μειοψηφία δύο δικαστών για καταδίκη, και αντίθετη καταδικαστική εισαγγελική πρόταση της εντεταλμένης Ευρωπαίας Εισαγγελέως, κ. Γεωργίου.

Πάντως, όλοι συμφωνούν ότι ο κ. Τζαβέλλας κατάφερε να φτάσει στην κορυφή της Εισαγγελίας, εξουδετερώνοντας μέχρι και τον αδελφό του Υπουργού Δικαιοσύνης, χωρίς τίποτα να προμήνυε κάτι τέτοιο μετά την εισχώρησή του στον εισαγγελικό κλάδο, αφού προηγουμένως υπηρετούσε ως Γραμματέας Δικαστηρίων.

Κάποιοι άλλοι, πάλι, δηκτικά αναφέρουν ότι τέτοια αξιολόγηση του νόμου και του αποδεικτικού υλικού, για τις υποκλοπές, δεν θα είχε κάνει ούτε ένας πρωτοδιόριστος Γραμματέας Δικαστηρίων. Το βέβαιο είναι ότι με την απόφασή του συμφωνεί ο Πρωθυπουργός, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και το Μέγαρο Μαξίμου. Δεν είναι βέβαιο όμως εάν θα συμφωνήσουν και οι επόμενοι, καθώς το έγκλημα της κατάχρησης εξουσίας παραγράφεται μετά από μία δεκαπενταετία…

Ο Τζόνι πήρε το όπλο του

https://thefaq.gr/