Η υπόθεση Μακάριου Λαζαρίδη δεν είναι στιγµιαίο λάθος, αλλά µια κοµπίνα διαρκείας. Μια διαδροµή δεκαετιών που ξεκινά από έναν τίτλο σπουδών αµφίβολης αξίας και καταλήγει σε θέσεις εξουσίας, χωρίς ποτέ να δοθεί µια καθαρή, πειστική απάντηση για το πώς ακριβώς καλύφθηκαν οι προϋποθέσεις. Το ερώτηµα είναι απλό.. και αµείλικτο: Πώς ένας τίτλος που δεν αναγνωρίζεται καν ως πανεπιστηµιακός χρησιµοποιήθηκε ως διαβατήριο για θέσεις του δηµοσίου µε πολιτικό άρωµα που, βάσει νόµου, απαιτούσαν πτυχίο ΑΕΙ; Και ακόµη πιο απλό: Πώς αυτή η διαδροµή συνεχίστηκε για χρόνια χωρίς κανείς να δει, να ελέγξει ή να αντιδράσει;
Τα ερωτήµατα δεν είναι µόνο πολιτικά. Αγγίζουν ευθέως και το πεδίο της νοµιµότητας. Γιατί, όταν δηµόσιο χρήµα καταβάλλεται µε βάση προσόντα που δεν αποδεικνύονται, τότε δεν µιλάµε για «παρερµηνεία» αλλά για ζήτηµα ουσίας.
Την ίδια στιγµή, η κυβερνητική γραµµή επιχειρεί να µεταθέσει την ευθύνη στους «υπηρεσιακούς». Οτι δηλαδή τα χαρτιά αξιολογήθηκαν κατά το δοκούν, όπως γίνεται µε όλους τους Μακάριους σε αυτό τον τόπο. Το ίδιο ακριβώς επιχείρηµα προβάλλει – προφανώς– και ο υφυπουργός της κυβέρνησης των αρίστων: κατέθεσε ό,τι του ζητήθηκε και αν υπήρχε πρόβληµα θα του το είχαν πει. Μόνο που εδώ δεν µιλάµε για µια λεπτοµέρεια που «ξέφυγε». Μιλάµε για το βασικότερο προσόν. Για το ίδιο το πτυχίο.
Οσο για την τελευταία κίνηση του Μακ. Λαζαρίδη, δεν έκλεισε την υπόθεση· την επιβεβαίωσε. Με µια δήλωση που παρουσιάστηκε ως «γενναία», ανακοίνωσε ότι θα επιστρέψει τα χρήµατα που έλαβε από το δηµόσιο και µάλιστα εντόκως. Μόνο που αυτή η κίνηση δεν µοιάζει µε πράξη ευθιξίας ή πολιτικής αξιοπρέπειας. Αλλωστε τέτοια αντανακλαστικά δεν εµφανίζονται ξαφνικά ύστερα από τόσα χρόνια. Μοιάζει περισσότερο µε κίνηση τακτικής. Γιατί, όπως τονίζουν έγκριτοι νοµικοί, η επιστροφή των χρηµάτων σε τέτοιες περιπτώσεις µπορεί να επηρεάσει την ποινική εξέλιξη της υπόθεσης. Με απλά λόγια, πρόκειται για µια υπολογισµένη κίνηση. Ενα… συµµάζεµα των ποινικών επιπτώσεων της… ζηµιάς.
Το άγνωστο κολέγιο
Ο Μακ. Λαζαρίδης στη συνέντευξή του στο Open επιχείρησε να αντιστρέψει την πραγµατικότητα γύρω από τον τίτλο σπουδών του, φτάνοντας στο σηµείο να παρουσιάσει το «πτυχίο» του στην κάµερα. Το αποτέλεσµα γύρισε µπούµερανγκ: αντί να κλείσει την υπόθεση, επιβεβαίωσε τις αντιφάσεις του και άνοιξε ακόµη περισσότερα ερωτήµατα.
Στην προσπάθειά του να ενισχύσει το αφήγηµά του, υποστήριξε ότι σπούδασε στο College of Southeastern Europe, το οποίο –όπως είπε– ήταν «ένα από τα δύο µεγαλύτερα κολέγια εκείνης της εποχής». Οσο κι αν επιχειρεί να το παρουσιάσει ως διεθνώς αναγνωρισµένο ίδρυµα, δεν προκύπτει ότι το συγκεκριµένο «κολέγιο» διαθέτει καµία σαφή ακαδηµαϊκή υπόσταση. ∆εν εµφανίζεται ως αναγνωρισµένο πανεπιστήµιο ούτε προκύπτει ότι λειτουργούσε µε όρους ανώτατης εκπαίδευσης. Και αυτό δεν είναι λεπτοµέρεια. Το 1992, έτος αποφοίτησής του, τέτοιοι τίτλοι δεν είχαν πανεπιστηµιακή ισχύ. ∆εν επρόκειτο για πτυχία ΑΕΙ, αλλά για βεβαιώσεις σπουδών από εργαστήρια ελευθέρων σπουδών, χωρίς καµία νοµική κατοχύρωση για πρόσβαση σε θέσεις του δηµοσίου που απαιτούσαν ανώτατη εκπαίδευση. Οπως ο ∆ΟΑΤΑΠ βεβαίωσε εγγράφως το Documento, δεν υπάρχει καµία καταγραφή του συγκεκριµένου ιδρύµατος στα αναγνωρισµένα πανεπιστήµια. ∆ηλαδή όχι απλώς δεν αναγνωρίζεται, δεν εντοπίζεται καν.
Ανειδίκευτος «πτυχιούχος»
Στο έγγραφο που παρουσίασε ως πτυχίο αναγράφεται γενικά ο τίτλος «Bachelor of Arts». Χωρίς καµία αναφορά σε γνωστικό αντικείµενο. Χωρίς εξειδίκευση. Χωρίς την παραµικρή ένδειξη του τι ακριβώς σπούδασε. Κι όµως, ο ίδιος ο Μακ. Λαζαρίδης ισχυρίζεται ότι σπούδασε Πολιτικές Επιστήµες και ∆ηµοσιογραφία. Μόνο που αυτό δεν αποτυπώνεται πουθενά στο έγγραφο που επέδειξε. Σε οποιοδήποτε αναγνωρισµένο πανεπιστήµιο ένας τίτλος σπουδών δεν είναι ποτέ γενικός και αόριστος. Συνοδεύεται υποχρεωτικά από το αντικείµενο σπουδών. Στα αµερικανικά και τα βρετανικά πρότυπα, µε βάση τα οποία λειτουργούσε το «κολέγιο» στο οποίο φοίτησε ο Μακ. Λαζαρίδης, ένας τίτλος σπουδών δεν µπορεί να υπάρξει χωρίς ειδικότητα, που αποτελεί βασικό και αναπόσπαστο στοιχείο του τίτλου, διαφορετικά παραµένει ακαδηµαϊκά κενός.
∆εν βγαίνουν οι ηµεροµηνίες
Και σαν να µην έφταναν όλα αυτά, υπάρχει και µια λεπτοµέρεια που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Η ηµεροµηνία αποφοίτησης που αναγράφεται στο έγγραφο είναι η 7η Ιουνίου 1992 που, σύµφωνα µε το ηµερολόγιο, έπεφτε Κυριακή. Είναι τουλάχιστον παράδοξο ένα πανεπιστηµιακό ίδρυµα να εκδίδει επίσηµους ακαδηµαϊκούς τίτλους και να πραγµατοποιεί τελετές αποφοίτησης ηµέρα Κυριακή, γεγονός που ενισχύει την απουσία εγκυρότητας της διαδικασίας έκδοσης του συγκεκριµένου εγγράφου.
Βέβαια, ο ίδιος ο υφυπουργός της καρδιάς του Κυρ. Μητσοτάκη ακόµη και σε αυτό το κοµβικό για τη ζωή του «δεδοµένο» δίνει διαφορετικές εκδοχές. Σε συνέντευξή του δήλωσε: «Τελειώνω το κολέγιο και πηγαίνω τον Ιούλιο του 1991 µέχρι τον Απρίλιο του 1993 στις Ενοπλες ∆υνάµεις». Κι αυτό µετατρέπεται σε ακόµη ένα κοµµάτι ενός παζλ που, αντί να ξεκαθαρίζει, γίνεται ολοένα πιο προβληµατικό. Πότε τελικά αποφοίτησε ο Μακ. Λαζαρίδης; Γιατί όπως µας τα λέει οι ηµεροµηνίες… δεν βγαίνουν.
Οι αντιφάσεις – αυτοαναιρέσεις όµως του Μακ. Λαζαρίδη συνεχίστηκαν. Ο ίδιος περιέγραψε το συγκεκριµένο ίδρυµα ως ένα µεγάλο κολέγιο µε πολλά «buildings», επιλέγοντας µάλιστα να το πει στα αγγλικά, ίσως για να προσδώσει τον απαραίτητο «διεθνή αέρα» σε µια αφήγηση που στερείται βασικών αποδείξεων. Μάλιστα, το ίδιο το πτυχίο που παρουσίασε αναφέρει ότι απονεµήθηκε υπό την αιγίδα της πολιτείας του Ντέλαγουερ. Και κάπου εδώ τα πράγµατα γίνονται ακόµη πιο περίπλοκα.
Ο Μακ. Λαζαρίδης δήλωσε ότι φοίτησε για τέσσερα χρόνια και αποφοίτησε το 1992. Την ίδια στιγµή τα επίσηµα στοιχεία δείχνουν ότι το College of Southeastern Europe Inc. εµφανίζεται να αποκτά νοµική υπόσταση µόλις το 1991 στην πολιτεία του Ντέλαγουερ. Το δήθεν ελληνικό παράρτηµα ήταν εκείνο από το οποίο αποφοίτησε ο Μακ. Λαζαρίδης.
Με άλλα λόγια, το ίδρυµα που επικαλείται φαίνεται να ιδρύεται µόλις έναν χρόνο πριν από την αποφοίτησή του. Πώς είναι δυνατόν να έχει προηγηθεί τετραετής φοίτηση σε ένα ίδρυµα που, µε βάση τα ίδια τα δεδοµένα, δεν υπήρχε για το µεγαλύτερο διάστηµα αυτής της περιόδου; Οσο επιχειρεί να εξηγήσει τόσο η εικόνα γίνεται πιο προβληµατική. Γιατί πλέον δεν πρόκειται για ασάφειες, αλλά για µια αλληλουχία ψεµάτων.
Φορολογικός παράδεισος
Να σηµειωθεί και το εξής: η πολιτεία του Ντέλαγουερ έχει αποκτήσει τη φήµη ενός ιδιότυπου «φορολογικού παραδείσου» εντός των ΗΠΑ λόγω του εξαιρετικά ευνοϊκού καθεστώτος που προσφέρει στις επιχειρήσεις. Εταιρείες µπορούν να ιδρύονται εκεί µε ελάχιστη φορολογική επιβάρυνση, χωρίς ουσιαστική δραστηριότητα εντός της πολιτείας, ενώ το πλαίσιο επιτρέπει µεγάλη ευελιξία στη διαχείριση εισοδηµάτων και περιορισµένες απαιτήσεις διαφάνειας. ∆εν είναι λοιπόν τυχαίο ότι το Ντέλαγουερ λειτουργεί ως «καταφύγιο» για χιλιάδες εταιρικά σχήµατα. Και κάπως έτσι η επίκλησή του από τον Μακ. Λαζαρίδη αντί να ενισχύει την αξιοπιστία του τίτλου εγείρει ακόµη περισσότερα ερωτήµατα.
Η «δύσκολη» σχολή
Και ενώ ο ίδιος εµφανίστηκε να υπερασπίζεται τη «δυσκολία» των σπουδών του, φτάνοντας στο σηµείο να υποστηρίξει ότι όσοι τον επικρίνουν «δεν θα περνούσαν ούτε το πρώτο εξάµηνο» στο περιβόητο κολέγιο, τα στοιχεία που προκύπτουν από εκπαιδευτικούς που δίδαξαν στο ίδιο ίδρυµα δείχνουν µια εντελώς διαφορετική εικόνα.
Καθηγήτρια που εργάστηκε εκεί την περίοδο που φοιτούσε ο Μακ. Λαζαρίδης περιγράφει ένα περιβάλλον χωρίς ουσιαστικό ακαδηµαϊκό έλεγχο. Οπως αναφέρει, δεν υπήρχε καµία σοβαρή αξιολόγηση του προγράµµατος σπουδών ούτε έλεγχος στην ύλη ή στα θέµατα εξετάσεων. Αντί για απαιτητικό πανεπιστήµιο, κάνει λόγο για µια χαλαρή δοµή που προσαρµοζόταν στο επίπεδο των φοιτητών. Η ίδια επισηµαίνει ότι οι διδάσκοντες είχαν ζητήσει αυστηρότερο ποιοτικό έλεγχο και βελτίωση των ακαδηµαϊκών προδιαγραφών, χωρίς όµως αποτέλεσµα. Με άλλα λόγια, το αφήγηµα περί «δύσκολης» σχολής καταρρέει. Στη θέση του αναδύεται ένα σύστηµα που όχι µόνο δεν επιβεβαιώνει υψηλές ακαδηµαϊκές απαιτήσεις, αλλά εγείρει σοβαρές αµφιβολίες για την ίδια την αξιοπιστία των σπουδών.
Η αναρρίχηση στις θέσεις του δηµοσίου
Η αρχή της αναρρίχησης Λαζαρίδη, µε το «βαρύ» πτυχίο, στο δηµόσιο έγινε το 2007 µέσω του υπουργείου Παιδείας, όπου τοποθετείται σε οργανική θέση «ειδικού επιστήµονα» στη Γενική Γραµµατεία Νέας Γενιάς µε απόφαση της τότε υπουργού Παιδείας Μαριέττας Γιαννάκου. Μια θέση που βάσει του νόµου 2190 του 1994 απαιτεί ρητά πανεπιστηµιακό πτυχίο και αυξηµένα ακαδηµαϊκά προσόντα. Κι όµως, ο ίδιος σήµερα επιχειρεί να την παρουσιάσει ως µια απλή µετακλητή σχέση δηλώνοντας ανερυθρίαστα: «Είκοσι χρόνια πίσω µπορούσες να εργαστείς ως µετακλητός ακόµα και µε αυτή τη βεβαίωση, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν αναγνωρισµένο πτυχίο».
Και σαν να µην έφτανε αυτό, στο ίδιο το έγγραφο του διορισµού του δεν υπάρχει καµία αναφορά σε «µετακλητό». Με άλλα λόγια, δεν τον διαψεύδουν οι άλλοι. Τον διαψεύδουν τα ίδια τα στοιχεία. Λίγα χρόνια αργότερα, τον Απρίλιο του 2013, ο Μακ. Λαζαρίδης επανεµφανίζεται στο δηµόσιο, αυτή τη φορά «σε θέση ειδικού συµβούλου, µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου (έξι µηνών), που µπορεί να ανανεώνεται ανά εξάµηνο στο Γραφείο της Γενικής Γραµµατέως Ισότητας» µε την ιδιότητα του µέλους της ΕΣΗΕΑ.
Κι όµως, στον συγκεκριµένο διορισµό αποτυπώνεται ξεκάθαρα ότι τοποθετείται µε αποδοχές και κατηγορίαΠΕ, δηλαδή πανεπιστηµιακής εκπαίδευσης. Με απλά λόγια, πληρώνεται ως απόφοιτοςΑΕΙ την ώρα που ο ίδιος παραδέχεται ότι δεν διαθέτει αναγνωρισµένο πανεπιστηµιακό τίτλο. Κι εδώ το ερώτηµα δεν είναιρητορικό. Είναι απολύτως συγκεκριµένο: Με ποια κριτήρια εντάχθηκε σε κατηγορία πανεπιστηµιακής εκπαίδευσης;
Η συνέχεια είναι αποκαλυπτική της συνολικής εικόνας. Υστερα από µια εξαιρετικά σύντοµη παραµονή στο υπουργείο Εσωτερικών, ο Μακ. Λαζαρίδης µετακινείται τον Ιούνιο του 2013 στο γραφείο Τύπου και ∆ηµοσίων Σχέσεων του υπουργείου ∆ιοικητικής Μεταρρύθµισης, µε υπουργό τότε τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Μια µετακίνηση που, εκ των υστέρων, δύσκολα µπορεί να χαρακτηριστεί έκπληξη. Ο ίδιος άλλωστε δεν είχε κρύψει ποτέ τη σχέση του µε τον Κυρ. Μητσοτάκη, την οποία –όπως έχει δηλώσει– χρονολογεί ήδη από τα µέσα της δεκαετίας του 1980, όταν είχε τον σηµερινό πρωθυπουργό… υφιστάµενό του στην ΟΝΝΕ∆. Το παράδοξο είναι ότι την ώρα που στενός του συνεργάτης κινούνταν µε έναν τίτλο αµφίβολης αξίας ο ίδιος ο Κυρ. Μητσοτάκης ζητούσε την επιτάχυνση των ελέγχων για πλαστά πτυχία στο δηµόσιο. Ηταν η εποχή που το «ξεκαθάρισµα» παρουσιαζόταν ως αναγκαία µεταρρύθµιση και χιλιάδες υπάλληλοι περνούσαν από εξονυχιστικό έλεγχο στο όνοµα της νοµιµότητας.
Χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο Κυρ. Μητσοτάκης υπενθύµιζε µε περηφάνια ότι ήταν ο πρώτος που έβαλε τάξη απέναντι στην παρανοµία των πλαστών πτυχίων. Την «εκκαθάριση» φαίνεται εκ των υστέρων πως τη γλιτώνουν όσοι είναι παιδιά του κοµµατικού σωλήνα.
https://www.documentonews.gr/
