Δύο διαδοχικές εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του ανώτατου δημοσιονομικού δικαστηρίου της χώρας, γκρεμίζουν το αφήγημα της κυβέρνησης της ΝΔ ότι το κράτος μπαίνει σε τάξη. Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο και ιδιαίτερα ανησυχητικό: το... ελληνικό δημόσιο, ύστερα από δεκαετίες προσπαθειών και δαπανών, εξακολουθεί να μη γνωρίζει με ακρίβεια ούτε την ακίνητη περιουσία που διαθέτει ούτε πώς τη διαχειρίζεται. Κι αυτό παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι το 2025 η χώρα θα αποκτούσε πλήρες Κτηματολόγιο, με σαφή αποτύπωση της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας.
Οι εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποτυπώνουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Η πρώτη έκθεση, που αφορά το Κτηματολόγιο, ένα έργο που έχει κοστίσει περίπου 1 δισ. ευρώ, καταγράφει ό,τι παραμένει ανολοκλήρωτο έπειτα από τρεις δεκαετίες με σοβαρά κενά στην καταγραφή της ιδιοκτησίας. Η δεύτερη έκθεση, που εξετάζει τη στέγαση και τη διαχείριση ακινήτων φορέων όπως η ΔΥΠΑ και ο ΕΦΚΑ, δείχνει συγκεκριμένα γιατί το κράτος αποτυγχάνει: δεν υπάρχει ενιαία καταγραφή των διαθέσιμων ακινήτων, οι υπηρεσίες δεν γνωρίζουν τι υπάρχει εκτός των δικών τους χώρων, δεν γίνεται σύγκριση μεταξύ μίσθωσης και αξιοποίησης δημόσιων κτιρίων και δεν υπάρχει κεντρικός σχεδιασμός. Ετσι, αντί να χρησιμοποιούνται υφιστάμενα ακίνητα, επιλέγονται μισθώσεις, με το κόστος να φτάνει τουλάχιστον τα 80 εκατ. ευρώ ετησίως.
Οι δύο εκθέσεις δεν περιγράφουν δύο ξεχωριστά προβλήματα, αλλά δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: ένα κράτος που ούτε καταγράφει σωστά την περιουσία του ούτε τη χρησιμοποιεί όταν την έχει.
Από τη δεκαετία του ’90
Εδώ και 26 χρόνια ευρωπαϊκά κονδύλια χρηματοδοτούν διαδοχικά το Ελληνικό Κτηματολόγιο, ένα έργο που θα έπρεπε να αποτελεί τη βασική υποδομή για να γνωρίζουν το κράτος και οι πολίτες ποια είναι η ακίνητη περιουσία της χώρας και πώς κατανέμεται. Πρόκειται για ένα σύστημα καταγραφής ιδιοκτησίας και γεωχωρικών δεδομένων κρίσιμο όχι μόνο για τη δημόσια διοίκηση, αλλά και για την ασφάλεια των συναλλαγών, την προστασία της ιδιοκτησίας και τη λειτουργία της οικονομίας.
Η χρηματοδότηση ξεκινά από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (2000-06) με σχεδόν 80 εκατ. ευρώ, κατά το ήμισυ ευρωπαϊκά, για την πρώτη μεγάλη ψηφιακή υποδομή: βάσεις δεδομένων τίτλων, ενιαία χαρτογραφικά υπόβαθρα, το σύστημα HEPOS και την ψηφιοποίηση κρίσιμων αρχείων. Ακολουθεί το ΕΣΠΑ 2007-13 με περίπου 57 εκατ. ευρώ για την ανάπτυξη των κτηματολογικών δεδομένων και των δασικών χαρτών, δηλαδή για την ίδια την καταγραφή του χώρου. Στο ΕΣΠΑ 2014-20
προστίθενται πάνω από 95 εκατ. ευρώ με στόχο την επέκταση της κτηματογράφησης στο σύνολο της χώρας και την ανάπτυξη νέων ψηφιακών υπηρεσιών. Σήμερα μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης η χρηματοδότηση συνεχίζεται με εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, κυρίως για την πλήρη ψηφιοποίηση των αρχείων των υποθηκοφυλακείων, τη δημιουργία ενιαίου μητρώου ακινήτων και την αυτοματοποίηση των διαδικασιών.
Σημειωτέον ότι από το 1995 το ελληνικό δημόσιο χρηματοδοτούσε και εκείνο την δημιουργία του Κτηματολογίου με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με τα μεταγενέστερα ευρωπαϊκά προγράμματα, το συνολικό κόστος να εκτιμάται ότι προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ. Διαδοχικά ευρωπαϊκά προγράμματα, σε συνδυασμό με τη συνεχή συμμετοχή και του ελληνικού δημοσίου ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, συνθέτουν μια αδιάλειπτη ροή χρηματοδότησης για ένα έργο που, υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να έχει ήδη ολοκληρωθεί και να λειτουργεί πλήρως.
Διαψεύδει Μητσοτάκη
Τον Οκτώβριο του 2024, από το βήμα της ολομέλειας της Βουλής, ο πρωθυπουργός διαβεβαίωνε ότι το 2025 «θα έχουμε Κτηματολόγιο», αναφέροντας επί λέξει: «Η Ελλάδα θα διαθέτει έναν ακριβή χάρτη της δημόσιας και ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας, με οριοθετημένα πλέον δάση και αιγιαλό, με ξεκάθαρα αποτυπωμένο το τι ανήκει στο κράτος και τι ανήκει στον πολίτη». Ερχεται όμως η έκθεση 5/2025 του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του ανώτατου δημοσιονομικού δικαστηρίου της χώρας, και ουσιαστικά ακυρώνει το αφήγημα του πρωθυπουργού.
Το συμπέρασμα είναι βαρύ. Το χρονικό διάστημα που έχει απαιτηθεί για την κτηματογράφηση είναι «αντικειμενικά υπέρμετρα εκτεταμένο». Δηλαδή, παρά την πρόοδο της τελευταίας δεκαετίας, η χώρα εξακολουθεί να κουβαλά ένα έργο τριών δεκαετιών που δεν έχει κλείσει. Και το πρόβλημα δεν είναι απλώς καθυστέρηση ημερολογίου· είναι δομική αδυναμία ενός κράτους που ακόμη παλεύει να αποτυπώσει καθαρά τι ανήκει σε ποιον.
Θα χαθούν περιουσίες
Ενα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα αφορά τον μεγάλο όγκο ακινήτων που παραμένουν εκτός δηλώσεων. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά για μια εκτεταμένη κατηγορία: περίπου 3,45 εκατομμύρια ιδιοκτησιακά δικαιώματα, σχεδόν το 9% του συνόλου στη χώρα, εμφανίζονται χωρίς καταγεγραμμένο ιδιοκτήτη. Πρόκειται για μια μαζική «τυφλή» περιοχή στο ίδιο το σύστημα που υποτίθεται ότι θα ξεκαθαρίσει το ιδιοκτησιακό τοπίο. Το Ελεγκτικό Συνέδριο επισημαίνει ότι η εικόνα αυτή δεν είναι απλώς στατιστική. Οσο αυτά τα ακίνητα μένουν αδήλωτα τόσο αυξάνονται οι κίνδυνοι: δημιουργούνται περιθώρια για αμφισβητήσεις, διεκδικήσεις και σε –ορισμένες περιπτώσεις– ακόμη και για προσπάθειες καταχώρισης από τρίτους.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο αν ληφθεί υπόψη ότι μέρος αυτών των περιουσιών ενδέχεται να αφορά ακίνητα που ανήκουν στο δημόσιο αλλά δεν έχουν καταγραφεί εγκαίρως. Με την οριστικοποίηση των πρώτων εγγραφών τα ακίνητα χωρίς δηλωμένο ιδιοκτήτη περιέρχονται στο κράτος. Μέχρι τότε όμως το τοπίο παραμένει θολό και το ίδιο το Κτηματολόγιο, αντί να κλείνει εκκρεμότητες, φαίνεται να ανοίγει νέα μέτωπα.
Θλιβερά παραδείγματα
Στην έκθεση παρατίθενται και ενδεικτικές περιπτώσεις που αποτυπώνουν το μέγεθος των καθυστερήσεων. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γαύδου, μιας εξαιρετικά μικρής (νησιωτικής) περιοχής τόσο σε όρους έκτασης όσο και αριθμού δικαιωμάτων που αντιστοιχούν σε ένα απειροελάχιστο ποσοστό του συνόλου της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, η διαδικασία κτηματογράφησης διήρκεσε πάνω από δύο δεκαετίες, από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 έως το 2022.
Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η περίπτωση περιοχής στο Λασίθι Κρήτης, όπου η κτηματογράφηση ξεκίνησε ήδη από την πρώτη γενιά του έργου, τη δεκαετία του ’90, αλλά παραμένει μέχρι σήμερα ανολοκλήρωτη. Δηλαδή ένα έργο που ξεκίνησε πριν από σχεδόν 30 χρόνια εξακολουθεί να βρίσκεται σε εκκρεμότητα.
Τα παραδείγματα αυτά, αν και αφορούν συγκεκριμένες περιοχές, καταδεικνύουν ένα γενικότερο μοτίβο: οι καθυστερήσεις δεν σχετίζονται απαραίτητα με την πολυπλοκότητα ή το μέγεθος, αλλά αποτελούν διαχρονικό χαρακτηριστικό της ίδιας της διαδικασίας.
Χωρίς χάρτες, χωρίς σχέδιο
Η πορεία του Κτηματολογίου ανέδειξε κάτι βαθύτερο από απλές καθυστερήσεις: ένα κράτος που ήρθε να χαρτογραφήσει την ιδιοκτησία χωρίς να έχει πρώτα τα βασικά εργαλεία. Για να αποτυπωθεί σωστά ποιος έχει τι απαιτούνται προϋποθέσεις που είτε έλειπαν είτε ήταν ημιτελείς, όπως δασικοί χάρτες, σαφή όρια αιγιαλού, ψηφιοποιημένα αρχεία, πλήρης εικόνα της δημόσιας γης. Αντί αυτά να υπάρχουν εξαρχής, το ίδιο το Κτηματολόγιο λειτούργησε ως πίεση για να δημιουργηθούν στην πορεία, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο το χρονοδιάγραμμα.
Την ίδια στιγμή η έκθεση καταγράφει σοβαρά λειτουργικά προβλήματα μέσα στις υπηρεσίες: ελλείψεις προσωπικού, μεγάλες καθυστερήσεις στην επεξεργασία δηλώσεων και ενστάσεων αλλά και δυσλειτουργίες στις επιτροπές που καλούνται να τις εξετάσουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Κτηματολογικό Γραφείο Αθηνών, που λειτουργεί με εξαιρετικά περιορισμένο προσωπικό: συνολικά 22 υπαλλήλους, εκ των οποίων μόνο δύο έχουν νομική ειδίκευση, ενώ οι υπόλοιποι είναι διοικητικοί χωρίς καν την παρουσία τοπογράφων ή μηχανικών. Το αποτέλεσμα είναι ένα διοικητικό σύστημα που «μπλοκάρει», συσσωρεύοντας εκκρεμότητες και μεταφέροντας συνεχώς το πρόβλημα προς τα πίσω. Στην πράξη το έργο δεν καθυστερεί μόνο επειδή είναι σύνθετο, αλλά επειδή εξελίσσεται πάνω σε ασταθή βάση, με τις δομές να προσπαθούν να στηθούν ταυτόχρονα με την υλοποίησή του.
Το κράτος… τελευταίο
Ενα από τα πιο χαρακτηριστικά και αποκαλυπτικά προβλήματα αφορά τον ρόλο του ίδιου του δημοσίου στη διαδικασία. Στα πρώτα στάδια της κτηματογράφησης το κράτος δεν είχε καν υποχρέωση να δηλώσει την περιουσία του. Δηλαδή την ώρα που οι πολίτες καλούνταν να καταγράψουν τα ακίνητά τους το δημόσιο απουσίαζε από τη βασική διαδικασία και απλώς ενημερωνόταν εκ των υστέρων για τις καταχωρίσεις. Αυτό άλλαξε μόλις το 2013, όταν θεσπίστηκε για πρώτη φορά η υποχρέωση του κράτους να συμμετέχει ενεργά. Μέχρι τότε όμως είχε ήδη χαθεί πολύτιμος χρόνος και είχε διαμορφωθεί ένα θεμελιώδες κενό: η δημόσια περιουσία δεν αποτέλεσε ποτέ την αφετηρία της καταγραφής, αλλά αντιμετωπίστηκε ως κάτι που θα «βρεθεί στην πορεία».
Η σημασία αυτού του σημείου είναι καθοριστική. Οταν το ίδιο το κράτος δεν έχει πλήρη και έγκαιρη εικόνα των ακινήτων του, όχι μόνο δυσκολεύεται να τα προστατεύσει, αλλά αφήνει ανοιχτό το πεδίο για αμφισβητήσεις, διεκδικήσεις και χαμένες ευκαιρίες αξιοποίησης. Με άλλα λόγια, το Κτηματολόγιο ξεκίνησε χωρίς έναν από τους βασικούς πυλώνες του, τη σαφή καταγραφή της δημόσιας γης, «γεγονός που καταδεικνύει ότι η καταγραφή της δημόσιας περιουσίας, αντί να αποτελεί βάση της κτηματογράφησης, αποτέλεσε τελικά ζητούμενο αυτής».
Ανυπολόγιστο κόστος
Αν και η έκθεση δεν αποτιμά με ένα συνολικό ποσό το κόστος του Κτηματολογίου, περιγράφει ξεκάθαρα τις συνέπειες της πολυετούς καθυστέρησης. Οι επιπτώσεις δεν είναι μόνο τεχνικές. Είναι βαθιά οικονομικές και διοικητικές. Σε επίπεδο οικονομίας η αβεβαιότητα γύρω από την ιδιοκτησία επιβραδύνει επενδύσεις, δυσκολεύει την αξιοποίηση γης και εντείνει τις δικαστικές διαμάχες. Οταν δεν είναι σαφές ποιος κατέχει τι, κάθε συναλλαγή γίνεται πιο αργή, πιο ακριβή και πιο επισφαλής.
Παράλληλα, το ίδιο το κράτος επιβαρύνεται διοικητικά: διαδικασίες επαναλαμβάνονται, υποθέσεις λιμνάζουν και οι υπηρεσίες χρειάζονται συνεχώς περισσότερους πόρους για να διαχειριστούν τις εκκρεμότητες. Αντί για ένα σύστημα που απλοποιεί, δημιουργείται ένας μηχανισμός που αναπαράγει τη γραφειοκρατία. Στην πράξη το κόστος είναι ανυπολόγιστο και δεν αποτυπώνεται μόνο σε ευρώ, αλλά σε χαμένες ευκαιρίες, καθυστερήσεις και ένα διαρκές βάρος για τη λειτουργία της οικονομίας και της διοίκησης.
https://www.documentonews.gr/
