11 Μαΐ 2026

Ελλάδα θα λες και θα κλαις

 Του Αλκιβιάδη Κεφαλά*

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος η παρέα ταξίδεψε σε ένα πανέμορφο, όχι ιδιαίτερα γνωστό, ελληνικό νησί. Ένα από εκείνα τα μέρη που μέχρι πρόσφατα έμοιαζαν να έχουν ξεχαστεί από τον χρόνο. Mε τις ασβεστωμένες αυλές, τις μυρωδιές από γιασεμί και θυμάρι, τα παλιά καΐκια στο λιμάνι.. και τις μικρές ταβέρνες όπου το φαγητό είχε ακόμη γεύση Ελλάδας.

Ήταν από εκείνα τα μέρη όπου νόμιζες πως άκουγες ακόμη τις φωνές των παππούδων, τα καλοκαίρια μιας άλλης εποχής, τότε που η Ελλάδα δεν είχε ακόμη παραδοθεί ολοκληρωτικά στην ασχήμια της «ανάπτυξης» του μητσοτακισμού.

Μόνο που μέσα σε έναν χρόνο όλα έμοιαζαν διαφορετικά. Το κόστος της εστίασης και των τροφίμων σχεδόν διπλασιάστηκε, ενώ ταυτόχρονα η ποιότητα του φαγητού υποβαθμίστηκε αισθητά. Το χειρότερο όμως δεν ήταν οι τιμές. Ήταν η αίσθηση πως κάτι βαθύτερο χανόταν.

Η πανέμορφη νεοκλασική βίλα του 1930, δίπλα στο παλιό παραθαλάσσιο ταβερνάκι, κατεδαφίστηκε. Στη θέση του κήπου των 5 στρεμμάτων ξεφύτρωσε μέσα σε λίγους μήνες η γνώριμη ελληνική «τσιμεντούπολη»: ένα άψυχο συγκρότημα από μπετόν και γυαλί, χωρίς μνήμη, χωρίς χαρακτήρα, χωρίς καμία σχέση με την ιστορία και την αισθητική του τόπου. Και όλα αυτά μέσα σε διατηρητέο οικισμό.

Εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία της σημερινής Ελλάδας. Δεν χάνεται μόνο το εισόδημα. Χάνονται η ίδια η ψυχή του τόπου και η αρμονία της ζωής.

Αυτό που κάποτε αποτελούσε το αυθεντικό πλεονέκτημα του ελληνικού χώρου, η αισθητική, η ισορροπία του τοπίου, η ελληνικότητα, η απλότητα, τα τοπικά προϊόντα, οι ανθρώπινες τιμές και οι μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, αντικαθίσταται πλέον από τη λογική της γρήγορης κατανάλωσης, της μαζικότητας και των πολυεθνικών.

Η Ελλάδα μετατρέπεται βίαια σε ένα απρόσωπο τουριστικό «προϊόν» τύπου Benidorm. Ένα μοντέλο μονοκαλλιέργειας, όπου ο μαζικός τουρισμός επεκράτησε εις βάρος κάθε άλλης παραγωγικής δραστηριότητας.

Τα τρόφιμα είναι πλέον σε μεγάλο βαθμό εισαγόμενα. Η Ελλάδα, μια χώρα με τεράστια αγροτική παράδοση, εισάγει προϊόντα που κάποτε παρήγε η ίδια. Έτσι, μεγάλο μέρος των χρημάτων που εισέρχονται από τον τουρισμό επιστρέφει τελικά στο εξωτερικό μέσω εισαγωγών, πολυεθνικών ξενοδοχειακών ομίλων, ξένων αεροπορικών εταιριών και tour operators.

Παράλληλα, η εμμονή στην ποσότητα αντί της ποιότητας οδηγεί σε υποβάθμιση του ίδιου του τουριστικού προϊόντος. Οι αφίξεις αυξάνονται, αλλά τα έσοδα ανά επισκέπτη παραμένουν χαμηλά σε σχέση με άλλες μεσογειακές χώρες. Οι τουρίστες μένουν λιγότερο, ξοδεύουν λιγότερα και ολοένα περισσότερο στρέφονται σε all-inclusive μοντέλα και κρουαζιέρες που αφήνουν ελάχιστο πραγματικό όφελος στις τοπικές κοινωνίες.

Ταυτόχρονα, η αισθητική και πολιτιστική αλλοίωση των περιοχών προσελκύει έναν τουρισμό χαμηλής δαπάνης, ενισχύοντας έναν φαύλο κύκλο υποβάθμισης.

Το τίμημα όμως το πληρώνουν οι ίδιοι οι Έλληνες.

Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις εκτίναξαν τα ενοίκια. Νέοι άνθρωποι, δάσκαλοι, νοσηλευτές και εργαζόμενοι, αδυνατούν να βρουν προσιτή κατοικία στα νησιά και στις τουριστικές περιοχές. Παραδοσιακοί οικισμοί μετατρέπονται σε «θεματικά πάρκα. Το κόστος ζωής αυξάνεται διαρκώς, από τα τρόφιμα μέχρι την ενέργεια και τις βασικές υπηρεσίες.

Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή αλλοίωση, γεννιέται η νοσταλγία.

Νοσταλγία για μια Ελλάδα που είχε μέτρο, ομορφιά και χαρακτήρα. Για τα μικρά νησιωτικά καφενεία με τις ψάθινες καρέκλες, για τα παραδοσιακά σπίτια που έμοιαζαν να συνομιλούν με το τοπίο, για τις μυρωδιές από φρέσκο ψωμί και ντομάτα από τον κήπο, για μια αίσθηση αυθεντικότητας που σήμερα χάνεται κάτω από στρώματα μπετόν, «επενδύσεων» και αλλαγής ιδιοκτησίας της χώρας.

Η Ελλάδα δεν φτώχυνε μόνο οικονομικά. Έχασε αυτό που την έκανε μοναδική.

Και όταν ένας λαός χάσει τη μνήμη, την αισθητική και την ταυτότητά του, τότε έχει χάσει τα πάντα.

Η Ν.Δ. κυρίως μετέτρεψε την πατρίδα σε κάτι δυστοπικό που δεν μοιάζει με Ελλάδα.

*Διδάκτωρ Φυσικής του πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, UK, τ. διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

antinews.gr