Η ανάρτηση των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης αιρετών για το 2025 (έτος χρήσης 2024) πρόσφερε ακόμη ένα επεισόδιο συλλογικής κοροϊδίας, η οποία έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά εθιμοτυπίας με τη συναίνεση όλου του πολιτικού στερεώματος. Οριζοντίως και καθέτως.
Οι 1.837 ετήσιες και 17 αρχικές δηλώσεις δημοσιοποιήθηκαν για άλλη μια φορά ανέλεγκτες, με τον τίτλο «πόθεν έσχες» να ευτελίζεται και να ευτελίζει μία διαδικασία κατ’ επίφασιν διαφάνειας. Εκτός από το άγνωστο και αδιερεύνητο «πόθεν», ακόμη και το «έσχες» αποτελεί ζητούμενο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ξεχασμένο 1 εκατ. ευρώ του Νίκου Ανδρουλάκη, το οποίο βρίσκεται σε τέσσερις λογαριασμούς της ING του Βελγίου που «εκ παραδρομής» δεν περιλήφθηκαν στη δήλωση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως υπάρχει κάποιου είδους «επιδημία» με αυτό το δυσθεώρητο ποσό.
Το 2015 ήταν η σειρά του Γιώργου Σταθάκη να ξεχάσει να δηλώσει 1 εκατ. ευρώ, ενώ λίγα χρόνια νωρίτερα, στο επίκεντρο είχε βρεθεί η Ντόρα Μπακογιάννη ως πρόεδρος της Δημοκρατικής Συμμαχίας, καθώς ο σύζυγός της Ισίδωρος Κούβελος είχε ρευστοποιήσει μετοχές 1 εκατ. ευρώ στις ΗΠΑ, μεταφέροντας το ποσό σε τράπεζα του Λονδίνου για την αγορά πλοίου χωρίς ο λογαριασμός να περιλαμβάνεται στην επίμαχη δήλωση.
Αυτό το τελετουργικό ψευδοδιαφάνειας τροφοδοτεί με άφθονο κουτσομπολιό, πριμοδοτώντας τελικά την αντιπολιτική. Οι πολίτες, έχοντας φορτωμένα στην πλάτη δέκα χρόνια οικονομικής κρίσης, βλέπουν τα εκατομμύρια να «σφυρίζουν» είτε πρόκειται για καταθέσεις είτε για αγοραπωλησίες ακινήτων είτε για χρηματιστηριακό τζόγο εν μέσω πολυεπίπεδης ακρίβειας και στεγαστικής κρίσης, με τον πληθωρισμό να φτάνει το 5,4% λόγω της ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή και της κυβερνητικής απροθυμίας να βάλει φρένο στην ασυδοσία των καρτέλ.
Επίσης, οι υπερδανεισμένοι βουλευτές, οι οποίοι αφήνουν τους τόκους να προστίθενται και κάποιοι εξ αυτών φτάνουν στο σημείο να λάβουν ακόμη και τα άτοκα 15.000 ευρώ που δικαιούνται ως μέλη της εθνικής αντιπροσωπείας, προκαλούν την μήνιν όσων είδαν τις περιουσίες τους να βγαίνουν στο σφυρί γιατί αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις δανειακές υποχρεώσεις τους.
Επί της ουσίας αποτυπώνεται η εικόνα δύο κόσμων, με την κοινωνία να αποστρέφεται έτι περαιτέρω τα κοινά και όσους δηλώνουν πρόθυμοι να την εκπροσωπήσουν.
Κομβικό ρόλο σε αυτήν την κωμικοτραγική διαδικασία διαδραματίζει η Επιτροπή Ελέγχου Περιουσιακής Κατάστασης της Βουλής. Οι συνεδριάσεις πραγματοποιούνται πίσω από κλειστές πόρτες και χωρίς δημοσιότητα, με την πλειονότητα των μελών να είναι ανώτεροι δικαστικοί λειτουργοί.
Με τη δημοσιοποίηση των πόθεν έσχες, οι κοινοβουλευτικοί συντάκτες αναλαμβάνουν χρέη λογιστών τη στιγμή που τα πορίσματα των ορκωτών ελεγκτών παραμένουν στο σκοτάδι. Ακόμη κι όταν προέκυψαν σκαστά σκάνδαλα, αυτά δεν είχαν ως αφετηρία την αρμόδια επιτροπή ή «θάφτηκαν» από αυτήν.
Για του λόγου το αληθές, οι περιπτώσεις των Ακη Τσοχατζόπουλου, Γιάννου Παπαντωνίου και Ανδρέα Πάτση δεν προήλθαν από τον ενδελεχή έλεγχο των ακριβοπληρωμένων ορκωτών ελεγκτών ή των μελών της επιτροπής, ενώ η πολύκροτη υπόθεση του πρωθυπουργικού «πόθεν έσχες» μπήκε δις στο αρχείο με ευθύνη (στην καλύτερη περίπτωση λόγω αφέλειας) και του ΣΥΡΙΖΑ.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του παραδείσιου επιχειρείν του πρωθυπουργικού ζεύγους με την offshore στα νησιά Κέιμαν, το οποίο έγινε παγκοσμίως γνωστό μέσω των Paradise Papers αλλά δεν έτυχε της ανάλογης προσοχής από την εν λόγω επιτροπή.
Εξίσου χαρακτηριστική είναι τόσο η περίπτωση της εταιρείας που δηλώνει η σύζυγος του πρωθυπουργού, MGPG Investment Consulting IKE, όσο και αυτή της Κήρυξ ΑΕ, η οποία περιλαμβάνεται ακόμη στο πόθεν έσχες του Κυριάκου Μητσοτάκη με συμμετοχή 75%. Σάλος είχε προκληθεί για το απλήρωτο επί μία δεκαετία δάνειο (με παράλληλες προσημειώσεις) από την Τράπεζα Πειραιώς, με τη συγκεκριμένη εταιρεία που εξέδιδε την ομώνυμη τοπική εφημερίδα να δραστηριοποιείται πλέον στην «εκμετάλλευση ακινήτων».
Μάλιστα, όταν στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής έρευνας το Documento αναζήτησε τη ρύθμιση του συγκεκριμένου δανείου σε μια περίοδο που αντίστοιχα εγχειρήματα ήταν αδύνατα για τον μέσο δανειολήπτη, προσέκρουσε πάνω στο περιβόητο τραπεζικό απόρρητο. Για την ιστορία, στις οικονομικές καταστάσεις της Κήρυξ ΑΕ για το έτος χρήσης 2024 σημειώνεται ότι «στα ακίνητα της εταιρείας έχουν εγγραφεί προσημειώσεις υποθηκών ποσού 2.870.000 ευρώ για εξασφάλιση τραπεζικών δανείων».
Το συγκεκριμένο μοτίβο λειτουργίας και «ελέγχου» έχει καταστεί κοινωνικά αποκρουστικό, αφού αποτελεί κοινό τόπο πως πρόκειται για επιτροπή «μαγειρέματος» και όχι συμβολής στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών με την πολιτική.
Ως εκ τούτου, το κόψιμο του ομφάλιου λώρου του κοινοβουλίου με τον (δήθεν) έλεγχο και η ανάθεσή του είτε στο Ελεγκτικό Συνέδριο είτε σε μια ανεξάρτητη αρχή με παρεμφερή στόχευση θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη λύση. Και για να γίνει αυτό απαιτούνται απλή νομοθέτηση και η επακόλουθη τροποποίηση του Κανονισμού της Βουλής. Δηλαδή χρειάζεται μόνο πολιτική βούληση, η οποία μέχρι στιγμής αγνοείται.
Οι μεθοδολογίες της κομπίνας
Όπως περιέγραψαν στο Documento νομικοί με σχετική εξειδίκευση και ορκωτοί ελεγκτές που θέλησαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους, οι διάτρητες δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης αιρετών αφήνουν ανοιχτά παραθυράκια για οικονομικές λοβιτούρες. Οι τρόποι είναι οι εξής: δανεισμός, real estate, χρηματιστήριο και εταιρείες-κελύφη. Από τις τρεις αυτές δυνατότητες μπορούν να προκύψουν και συνδυασμοί, οι οποίοι παρέχουν την ανάλογη ευελιξία είτε για την απόκρυψη πλούτου είτε για τη νομιμοποίηση μαύρου χρήματος. Ας τα πάρουμε από την αρχή.
Η πιο διαδεδομένη εκδοχή του «ξεπλύματος» φαίνεται πως είναι ο τραπεζικός δανεισμός, ασχέτως αν δεν πρόκειται για υπέρογκα ποσά. Εάν κάποιος διατηρεί χρήματα εκτός τραπεζικού συστήματος, προχωρά σε δανειακές συμβάσεις, οι οποίες μετατρέπονται σε «πλυντήριο».
Έτσι, ο δανειολήπτης πληρώνει την οφειλή του με «μαύρα», νομιμοποιώντας εμμέσως τα αδήλωτα ποσά, με τις απώλειες που προκύπτουν από τον τόκο να μοιάζουν αμελητέες. Να σημειωθεί ότι για τη διεκπεραίωση του ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης αιρετών δεν απαιτείται η διευκρίνιση των εγγυήσεων (collaterals) του δανεισμού, τα οποία μπορεί να είναι από ακίνητα μέχρι μετρητά σε θυρίδα, όπως επίσης δεν αποσαφηνίζονται τα στοιχεία τυχόν τριτεγγυητή.
Το κόλπο με αγορές και ανακαινίσεις ακινήτων
Από τότε που οι αγοροπωλησίες ακινήτων έγιναν υποχρεωτικά μέσω τραπέζης, οι επιτήδειοι βρήκαν άλλους τρόπους για να αξιοποιήσουν τις δεσμίδες που διατηρούσαν στα χρηματοκιβώτια. Μια διαδεδομένη πρακτική είναι «το παιχνίδι μεταξύ αντικειμενικής και αγοραίας τιμής».
Δηλαδή η αξιοποίηση της διαφοράς ανάμεσα στην αντικειμενική και την εμπορική αξία του ακινήτου. Λόγου χάρη, εάν ένα ακίνητο έχει αντικειμενική αξία 300.000 ευρώ και η εμπορική του φτάνει στο 1 εκατ. ευρώ, τότε η συμβολαιογραφική πράξη αγοραπωλησίας περιλαμβάνει μόνο το πρώτο ποσό και τα υπόλοιπα καταβάλλονται «χεράτα», μιας και είναι της μόδας ο όρος ελέω ΟΠΕΚΕΠΕ.
Υπάρχει ακόμη η δυνατότητα της ανακαίνισης και εν γένει των βελτιωτικών παρεμβάσεων σε ένα αγορασμένο ακίνητο, οι οποίες μπορούν να εκτοξεύσουν την εμπορική του τιμή. Τα πολυτελή υλικά μπορούν να αγοραστούν με ρευστό, κάτι που πρακτικά δεν μπορεί να ελεγχθεί.
Έτσι, όταν το ακίνητο αποκτήσει άλλο εμπορικό status, η μεταπώληση αποδεικνύεται προσοδοφόρα διαδικασία, με τον στόχο του «ξεπλύματος» να έχει επιτευχθεί.
Χρηματιστηριακός τζόγος και εταιρείες-κελύφη
Σε αυτή την κατηγορία οι επιλογές διευρύνονται. Οι αγοροπωλησίες εταιρειών μπορούν να «ασπρίσουν» αδήλωτο χρήμα, ενώ το ίδιο ισχύει και για το χρηματιστηριακό τζογάρισμα.
Επ’ αυτού μπορούν να προκύψουν τεχνηέντως μεγάλες διαφορές αποτιμήσεων των μετοχών από χρόνο σε χρόνο, προσφέροντας μεγάλα περιθώρια «ξεπλύματος». Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι εταιρείες-κελύφη, οι οποίες ενθυλακώνουν περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτυπώνονται πουθενά, αφού η αρμόδια επιτροπή της Βουλής δεν απαιτεί το περιουσιολόγιο των δηλωμένων εταιρειών.
Συν τοις άλλοις, η δηλωμένη εταιρεία μπορεί με τη συνταγή της «μπάμπουσκας» να έχει εγκολπώσει ακόμα και μία offshore, κάτι που εξίσου δεν θα αποσαφηνιστεί ποτέ.
Στην εφημερίδα έχουν φτάσει καταγγελίες για περιπτώσεις αιρετών που φαίνεται να έχουν εντρυφήσει σε τέτοιου είδους πρακτικές.
Ωστόσο, παρότι οι ενδείξεις μπορούν να οδηγήσουν σε συμπεράσματα, το τραπεζικό απόρρητο και τα προσκόμματα που προκύπτουν από το έλλειμμα διαφάνειας καθιστούν τη δημοσίευση αδύνατη για ευνόητους λόγους.
https://www.documentonews.gr/
