Η κυβέρνηση άφησε ανεξέλεγκτη την κοστολόγηση των σπιτιών, με αποτέλεσμα την αύξηση των τιμών, και παρότι χιλιάδες πολίτες πληρούσαν τα κριτήρια για απόκτηση α’ κατοικίας με φθηνό επιτόκιο, τελικά έμειναν ξεκρέμαστοι......
Με τη στεγαστική κρίση να σοβεί στη χώρα επί μία πενταετία, η κυβέρνηση επέλεξε να ακολουθήσει τη λανθασμένη συνταγή του προγράμματος «Σπίτι μου». Ετσι διοχετεύθηκαν δισ. ευρώ με τέτοιον τρόπο που κάποιοι ιδιοκτήτες κερδοσκόπησαν με κρατικές πλάτες, καθώς δεν υπήρχε κανένας έλεγχος στο πώς κοστολογούνται τα σπίτια.
Το αποτέλεσμα ήταν οι τιμές των ακινήτων να αυξηθούν 10%-15% τόσο μετά το «Σπίτι μου» όσο και μετά το «Σπίτι μου 2», με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να προαναγγέλλει πως η κυβέρνηση αναζητά κονδύλια για να θέσει σε εφαρμογή και μια τρίτη εκδοχή του προγράμματος, ένα «Σπίτι μου 3».
Την ίδια στιγμή, χιλιάδες πολίτες που πληρούσαν τα κριτήρια και ήθελαν να αποκτήσουν την πρώτη τους κατοικία με φθηνό επιτόκιο μέσω των προγραμμάτων έμειναν τελικά στον «αέρα». Μεγάλο «αγκάθι» αποδείχθηκε η τεράστια έλλειψη διαθέσιμων ακινήτων κυρίως στις μεγάλες αστικές περιοχές. Παράλληλα, οι χρονοβόρες διαδικασίες, σε συνδυασμό με την εκτόξευση των τιμών στις αγοραπωλησίες κατοικιών, οδήγησαν σε αποτυχία των δύο κύκλων του προγράμματος.
Υπενθυμίζεται πως ο πρώτος κύκλος προέβλεπε την ένταξη 10.000 δικαιούχων και ο δεύτερος κύκλος επιπλέον 20.000 πολιτών. Ωστόσο, τα στοιχεία που έδωσε προ ημερών στη δημοσιότητα το υπουργείο Οικονομικών αποκαλύπτουν πως μέχρι σήμερα έχουν εγκριθεί 24.095 δάνεια και ήδη έχουν συμβασιοποιηθεί 20.080 δάνεια. Αυτό σημαίνει πως συνολικά πάνω από 10.000 δικαιούχοι δεν έχουν καταφέρει να βρουν σπίτι ή να φτάσουν έως την τελική εκταμίευση του δανείου.
Σε αυτό, μάλιστα, έχει συμβάλει και το πρόωρο τέλος που ανακοίνωσε η κυβέρνηση στο πρόγραμμα «Σπίτι μου 2» στις 27 Απριλίου, καλώντας τους δικαιούχους να υπογράψουν το τελικό στεγαστικό δάνειο με τις τράπεζες έως τις 2 Ιουνίου, αντί για το τέλος Αυγούστου, ενώ χιλιάδες πολίτες είχαν δώσει προκαταβολές ή έτρεχαν να προλάβουν τις προθεσμίες.
Αποτέλεσμα ήταν αρκετοί να μείνουν ξεκρέμαστοι και να «παγώσουν» τις διαδικασίες χάνοντας πολύτιμο χρόνο. Υπό το βάρος της δημόσιας κατακραυγής η κυβέρνηση τροποποίησε ξανά το πλαίσιο και έδωσε τη δυνατότητα συμβασιοποίησης των δανείων έως 31 Αυγούστου 2026, με πόρους της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.
9.000 λιγότεροι
Είναι χαρακτηριστικό ότι έως και τη 10η Ιουνίου 2026 είχαν εγκριθεί 15.193 δάνεια, συνολικής αξίας 1,83 δισ. ευρώ, ενώ οι ωφελούμενοι που έχουν ήδη συνάψει σύμβαση δανείου φτάνουν τους 12.266, με την αξία των δανείων τους να προσεγγίζει τα 1,339 δισ. ευρώ. Ωστόσο, από αυτούς σε εκταμίευση δανείου έχουν προχωρήσει οι 11.000 (από τους συνολικά 20.000 που είχε υπολογιστεί για το «Σπίτι μου 2»), δηλαδή 9.000 λιγότεροι από τον στόχο, με αποτέλεσμα από τα ευρωπαϊκά κονδύλια των 2 δισ. ευρώ να έχουν εκταμιευθεί 1,218 δισ. ευρώ!
Το προφίλ των δανειοληπτών
Τα στοιχεία του προγράμματος αποτυπώνουν με σαφήνεια το κοινωνικό και οικονομικό προφίλ των δικαιούχων. Το 57% των δανειοληπτών δηλώνει ετήσιο εισόδημα από 12.000 έως 24.000 ευρώ, ενώ ένα επιπλέον 29% εμφανίζει εισοδήματα μεταξύ 24.000 και 36.000 ευρώ. Με άλλα λόγια, σχεδόν εννέα στους 10 ωφελουμένους (86%) διαθέτουν ετήσιο εισόδημα έως 36.000 ευρώ, με το μέσο δηλωθέν εισόδημα να διαμορφώνεται στα 21.000 ευρώ.
Πρόκειται κυρίως για νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, τα οποία, χωρίς την κρατική παρέμβαση και την επιδότηση του επιτοκίου, θα δυσκολεύονταν σημαντικά να αποκτήσουν πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό με βιώσιμους όρους. Η μέση ηλικία των δικαιούχων ανέρχεται στα 38 έτη, ενώ το 58,5% είναι έγγαμοι, γεγονός που καταδεικνύει ότι το πρόγραμμα απευθύνθηκε κυρίως σε νέες οικογένειες και ζευγάρια που επιδίωκαν να αποκτήσουν την πρώτη τους κατοικία.
Τα ίδια στοιχεία, ωστόσο, αναδεικνύουν και τις σοβαρές στρεβλώσεις που επικρατούν στην αγορά ακινήτων. Η μέση εμπορική αξία των κατοικιών που αποκτήθηκαν μέσω του προγράμματος ανέρχεται στα 152.000 ευρώ, η μέση επιφάνεια στα 88 τετραγωνικά μέτρα, ενώ το μέσο έτος κατασκευής είναι το 1982.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι δικαιούχοι, παρά τη σημαντική επιδότηση που παρείχε το πρόγραμμα, αναγκάστηκαν να στραφούν σε ιδιαίτερα παλαιά ακίνητα, ηλικίας άνω των 40 ετών κατά μέσο όρο. Παράλληλα, το γεγονός ότι το μέσο εμβαδόν περιορίζεται στα 88 τ.μ. καταδεικνύει ότι μεγάλο μέρος των αγοραστών αναζήτησε μικρές κατοικίες, οι οποίες συχνά καλύπτουν οριακά τις στεγαστικές ανάγκες μιας σύγχρονης οικογένειας.
dimokratia.gr
