Ο μηδενισμός, σχεδόν, του προστίμου που είχε επιβληθεί στην «Ακρόπολις Χρηματιστηριακή» από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, έπειτα από περίπου δύο δεκαετίες δικαστικών και διοικητικών περιπετειών, επαναφέρει στο προσκήνιο μία από τις πλέον εμβληματικές... υποθέσεις της σύγχρονης φορολογικής ιστορίας της χώρας.
Το πρόστιμο, το οποίο αρχικά ανερχόταν σε περίπου 5,5 δισ. ευρώ και με τις προσαυξήσεις και τους τόκους έχει φθάσει σήμερα στα 15,4 δισ. ευρώ, αποτελούσε για χρόνια τη μεγαλύτερη βεβαιωμένη οφειλή προς το ελληνικό Δημόσιο.
Με δύο αποφάσεις από το Εφετείο Αθηνών περιορίστηκαν τα πρόστιμα στο συνολικό ποσό των 2.500 ευρώ για κάθε υπόθεση της «Ακρόπολις» αντίστοιχα, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να εφαρμοστεί η μεταγενέστερη και ευμενέστερη διάταξη περί διοικητικών κυρώσεων σχετικά με τις παραβάσεις που αφορούν έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Σήμερα, η συνολική οφειλή με τόκους και προσαυξήσεις ανέρχεται στις 846.189,74 ευρώ, η οποία ωστόσο θεωρείται ανεπίδεκτη είσπραξης.
Η εξέλιξη αυτή έχει και μια ευρύτερη δημοσιονομική διάσταση. Από το συνολικό ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος προς το Δημόσιο, που υπερβαίνει τα 114 δισ. ευρώ, αφαιρείται μια οφειλή ύψους περίπου 15,5 δισ. ευρώ. Βέβαια, στην πράξη η φορολογική διοίκηση από τον Νοέμβριο του 2025 έχει εντάξει το συγκεκριμένο ποσό στα ανεπίδεκτα είσπραξης χρέη, αναγνωρίζοντας εμμέσως ότι δεν υπήρχε ρεαλιστική πιθανότητα είσπραξής του.
Νομικοί κύκλοι εκτιμούν ότι η δικαστική απόφαση μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς και για άλλες υποθέσεις υπέρογκων φορολογικών προστίμων που επιβλήθηκαν κατά το παρελθόν με βάση το παλαιό καθεστώς του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ουσιαστικό ανώτατο όριο στα πρόστιμα στα εικονικά φορολογικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να βεβαιώνονται ποσά πολλαπλάσια ακόμη και του κύκλου εργασιών ή της περιουσίας των επιχειρήσεων.
Δεν είναι τυχαίο ότι στα χρόνια των μνημονίων, ύστερα και από πιέσεις των δανειστών, το ποινολόγιο της φορολογικής νομοθεσίας αναθεωρήθηκε ριζικά. Η τρόικα είχε επισημάνει ότι δεν υπήρχε κανένα πρακτικό όφελος από την επιβολή εξωπραγματικών προστίμων, τα οποία δεν μπορούσαν ποτέ να εισπραχθούν και απλώς διόγκωναν τεχνητά τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο.
Υπό αυτή την οπτική, η υπόθεση της «Ακρόπολις» ενδέχεται να ανοίξει τη συζήτηση για μια συνολικότερη εκκαθάριση του μεγάλου βιβλίου των ληξιπρόθεσμων οφειλών στο Δημόσιο. Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι το υπουργείο Οικονομικών και η ΑΑΔΕ θα μπορούσαν να περιορίσουν σημαντικά το ύψος του ιδιωτικού χρέους διαγράφοντας οφειλές άνω των 25 δισ. ευρώ, οι οποίες θεωρούνται πρακτικά ανεπίδεκτες είσπραξης και παραμένουν καταγεγραμμένες μόνο λογιστικά.
Το σκάνδαλο των δομημένων
Η «Ακρόπολις Χρηματιστηριακή» βρέθηκε στο επίκεντρο του σκανδάλου των δομημένων ομολόγων που συγκλόνισε την πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Η εταιρεία είχε εμπλακεί σε συναλλαγές ομολόγων με ασφαλιστικά ταμεία, υπόθεση που προκάλεσε εκτεταμένες έρευνες από τις φορολογικές και δικαστικές αρχές.
Τον Ιούλιο του 2007 η τότε ΦΑΕΕ Αθηνών επέβαλε στην εταιρεία πρόστιμο ύψους περίπου 5 δισ. ευρώ, το οποίο χαρακτηρίστηκε το μεγαλύτερο που είχε επιβληθεί ποτέ από τις φορολογικές υπηρεσίες από συστάσεως του ελληνικού κράτους.
Η φορολογική αρχή θεώρησε ότι υπήρχαν εικονικές συναλλαγές συνολικού ύψους περίπου 2,5 δισ. ευρώ και, εφαρμόζοντας τις τότε διατάξεις του φορολογικού ποινολογίου, επέβαλε πρόστιμο ίσο με το 100% της αξίας τους, οδηγώντας τη συνολική βεβαίωση σε πρωτοφανή επίπεδα. Με την προσθήκη προσαυξήσεων και τόκων, το ποσό αυξήθηκε στα 5,5 δισ. ευρώ, ενώ τα επόμενα χρόνια συνέχισε να διογκώνεται.
Ανοίγει η συζήτηση για μια συνολικότερη εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών στο Δημόσιο. Χρέη άνω των 25 δισ. θεωρούνται πρακτικά ανεπίδεκτα είσπραξης.
Η υπόθεση προκάλεσε πολιτική αντιπαράθεση όταν αποκαλύφθηκε ότι το πρόστιμο είχε τεθεί σε καθεστώς αναστολής είσπραξης λόγω των δικαστικών προσφυγών της εταιρείας, ενώ αργότερα εμφανίστηκε στις καταστάσεις των μεγαλύτερων οφειλετών του Δημοσίου, με το ύψος της οφειλής να ξεπερνάει κατά πολύ κάθε άλλη επιχειρηματική οφειλή.
Για χρόνια η «Ακρόπολις Χρηματιστηριακή» βρίσκεται στην κορυφή της λίστας των μεγαλοοφειλετών του Δημοσίου, αποτελώντας χαρακτηριστικό παράδειγμα των υπέρογκων προστίμων που δημιουργήθηκαν από το παλαιό φορολογικό καθεστώς και τα οποία ουδέποτε υπήρξε πιθανότητα να εισπραχθούν.
Το χρονικό της υπόθεσης
• Τα πρόστιμα επιβλήθηκαν με τις αποφάσεις 711/2007 και 712/2007 του προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών για παραβάσεις που σχετίζονταν με την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Τα ποσά βεβαιώθηκαν ταμειακά και ενσωματώθηκαν στις συνολικές οφειλές της εταιρείας προς το Δημόσιο.
• Η «Ακρόπολις Χρηματιστηριακή» προσέφυγε στη Δικαιοσύνη ζητώντας την ακύρωση των προστίμων. Ωστόσο, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε τις προσφυγές της με τις αποφάσεις 7743/2012 και 7314/2012.
• Η εταιρεία συνέχισε τη δικαστική διεκδίκηση ασκώντας εφέσεις κατά των πρωτόδικων αποφάσεων. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με τις αποφάσεις 5608/2014 και 5607/2014 απέρριψε επίσης τους ισχυρισμούς της, διατηρώντας τα πρόστιμα εν ισχύι.
• Η υπόθεση οδηγήθηκε τελικά στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Με τις αποφάσεις 440/2021 και 441/2021 το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο ανέπεμψε τις υποθέσεις στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών για νέα κρίση, ανοίγοντας τον δρόμο για επανεξέταση του ύψους των κυρώσεων.
Η εταιρεία βρέθηκε στο επίκεντρο του σκανδάλου των δομημένων ομολόγων, που συγκλόνισε την πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας στα μέσα του 2000.
• Η καθοριστική εξέλιξη ήρθε με τις αποφάσεις 3716/2025 και 3724/2025 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, οι οποίες επιδόθηκαν στο ΚΕΦΟΔΕ Αττικής στις 6 Απριλίου 2026. Το δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτές τις εφέσεις της εταιρείας και έκρινε ότι έπρεπε να εφαρμοστεί η μεταγενέστερη και ευμενέστερη νομοθετική διάταξη για τις διοικητικές κυρώσεις που συνδέονται με την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων.
• Με βάση αυτή την ερμηνεία, τα πρόστιμα που είχαν εκτιναχθεί σε δυσθεώρητα ύψη περιορίστηκαν σε μόλις 2.500 ευρώ για κάθε μία από τις δύο υποθέσεις.
• Κατ’ εφαρμογήν των δικαστικών αποφάσεων, το ΚΕΦΟΔΕ προχώρησε στη διαγραφή ποσού 5.511.346.867 ευρώ από τις βεβαιωμένες οφειλές της εταιρείας.
• Ως αποτέλεσμα, το ύψος της οφειλής που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ανεπίδεκτο είσπραξης περιορίζεται πλέον στις 846.189,74 ευρώ.
https://www.kathimerini.gr/

