Πεζοδρομιακές εκφράσεις, αλληλοκαρφώματα υπουργών και η κυνική παραδοχή ότι τα χρήματα των σκοτεινών ΜΚΟ νομιμοποιούνται, αρκεί να έχουν τις ευλογίες των Βρυξελλών
Όταν ένας πολιτικός με δεκαετίες στις πλάτες του, μαθημένος στην ξύλινη γλώσσα και τα πρωτόκολλα της ευρωπαϊκής διπλωματίας, καταφεύγει σε ύβρεις μπροστά στις κάμερες, το συμπέρασμα είναι ένα: ο πανικός θολώνει την κρίση. Η δήλωση του Δημήτρη Αβραμόπουλου ότι δεν πρόκειται να απολογηθεί σε «κανέναν κερατά» για το ένταλμα που εξέδωσαν οι βελγικές αρχές, προσβάλλει ευθέως τη νοημοσύνη του Έλληνα πολίτη. Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα λεκτικό ατόπημα, αλλά με την απόλυτη έκφραση της καθεστωτικής αντίληψης. Οι άνθρωποι που κυβέρνησαν τη χώρα θεωρούν πως βρίσκονται στο απυρόβλητο, απαιτώντας να κλείνουμε τα μάτια όταν η ευρωπαϊκή Δικαιοσύνη τούς χτυπά την πόρτα για κακουργήματα.
Το να βαφτίζεις «μπούρδα» ένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δείχνει τον βαθμό αποσύνδεσης από την πραγματικότητα. Ο κ. Αβραμόπουλος προσπάθησε να μας πείσει ότι τα 5.000 ευρώ τον μήνα που εισέπραττε από τη ΜΚΟ του προφυλακισμένου Παντσέρι ήταν απολύτως «καθαρά», επειδή –άκουσον άκουσον– φορολογήθηκαν στην Ελλάδα και είχαν την έγκριση της κυρίας φον ντερ Λάιεν.
Η γραφειοκρατία ως άλλοθι για τη σήψη
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ρίζα της θεσμικής υποκρισίας. Το σύστημα πιστεύει ακράδαντα ότι η ηθική ταυτίζεται με μια απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Μας λένε κατάμουτρα πως, αν οι γραφειοκράτες της Κομισιόν βάλουν μια υπογραφή, τότε το να συμμετέχεις σε οργανώσεις που λειτουργούν ως βιτρίνες για το lobbying ισλαμικών κρατών, όπως το Κατάρ, είναι απολύτως θεμιτό.
Ο λαός, όμως, δεν τρώει κουτόχορτο. Γνωρίζει πολύ καλά πως αυτές οι περιβόητες «ανθρωπιστικές» ΜΚΟ στήθηκαν για να ανοίγουν κερκόπορτες, να επηρεάζουν αποφάσεις για βίζες και να προωθούν αλλότρια συμφέροντα μέσα στην καρδιά της Ευρώπης. Το ότι το ευρωπαϊκό διευθυντήριο το επέτρεπε, δεν το κάνει νόμιμο στη συνείδηση της κοινωνίας, αλλά αποδεικνύει το μέγεθος της ευρωπαϊκής παρακμής.
