15 Ιουν 2026

Ο Τραμπ αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο με το Ιράν – το ερώτημα για το τι θα κάνει το Ισραήλ


 Όταν δεν μπορείς να κερδίσεις έναν πόλεμο, τότε μάλλον είναι καλό να σκεφτείς την εκδοχή της ειρήνης. Κάπως, έτσι, φαίνεται ότι σκέφτηκε ο Ντοναλντ Τραμπ. Και αυτό γιατί ο πόλεμος που ξεκίνησε πιστεύοντας ότι μπορεί να έχει μια γρήγορη αποδιάρθρωση της ηγεσίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας, και μια άρα μια άμεση ή έμμεση αλλαγή... καθεστώτος που θα αποδεχόταν πλήρως τους όρους, τόσο τους δικούς του όσο και τις απαιτήσεις του Ισραήλ, απλώς δεν εξελίχθηκε έτσι.

Η Ισλαμική Δημοκρατία αποδείχτηκε πιο ανθεκτική από όσο υπολόγιζαν τόσο οι ΗΠΑ όσο και το Ισραήλ. Παρά την κρίση νομιμοποίησης που προκαλούν τα οικονομικά προβλήματα και οι αυταρχικές εξάρσεις, όταν ξέσπασε ο πόλεμος και υπήρξαν τα πρώτα χτυπήματα «αποκεφαλισμού» της ηγεσίας του Ιράν, η ιρανική κοινωνία δεν κατέβηκε στους δρόμους ζητώντας την ανατροπή της Ισλαμικής δημοκρατίας, ούτε απαίτησε την επιστροφή του γιου του Σάχη, αλλά συσπειρώθηκε γύρω από ένα αίτημα υπεράσπισης της πατρίδας. Επιπλέον, στη διάρκεια του πολέμου – και της ένοπλης διαπραγμάτευσης που αυτός πάντα περιλαμβάνει – η Ισλαμική Δημοκρατία έδειξε ότι κατανοεί την «τέχνη της συμφωνίας» καλύτερα από τον Τραμπ, δείχνοντας ότι μπορεί να καταφέρει πλήγματα ακριβείας στις γειτονικές χώρες και βεβαίως αποδεικνύοντας ότι εξακολουθεί να ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ και άρα να επηρεάζει τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές.

Αυτό σήμαινε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν αντιμέτωπες με έναν πόλεμο που δεν μπορούσαν να τον κερδίσουν και που η παράτασή του δεν θα οδηγούσε μόνο στη μια δική τους παρατεταμένη και κοστοβόρα εμπλοκή αλλά και σε μια διαρκή αναστάτωση της παγκόσμιας οικονομίας που θα έβρισκε αντανάκλαση ακόμη και στις τιμές στις αντλίες βενζίνης στις ΗΠΑ λίγους μήνες πριν από τις καθοριστικές εκλογές στο μέσο της θητείας (mid-terms), όπου θα επανεκλεγεί το σύνολο της Βουλής των Αντιπροσώπων και το ένα τρίτο της Γερουσίας.

Επιπλέον, όλοι οι προσεκτικοί παρατηρητές των ιρανικών πραγμάτων έβλεπαν ότι η παράταση του πολέμου ενίσχυε τις πιο επιθετικές και λιγότερο διαλλακτικές φωνές μέσα στο Ιράν, αυτές που εξαρχής θεωρούσαν ότι δεν έχει νόημα η διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ και η Δύση.

Το προσχέδιο συμφωνίας είναι φτιαγμένο έτσι ώστε να αντανακλά τον πραγματικό συσχετισμό. Ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να υποστηρίζει ότι εξασφάλισε μια συμφωνία που δεν θα οδηγήσει στην απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν, αλλά πέραν αυτού σε μεγάλο βαθμό η συμφωνία αποτυπώνει την ικανότητα και των Ιρανών να επιβάλουν όρους.

Προφανώς και η συμφωνία έχει αρκετή διαδρομή ακόμη μέχρι την τελική της σύναψη και πολλά θα κριθούν το επόμενο διάστημα. Η πιο καθοριστική παράμετρος πάντως έχει να κάνει με το Ισραήλ. Ο πόλεμος αυτός ήταν κάτι που επεδίωκε καιρό τώρα η Ισραηλινή κυβέρνηση υπό το τον Μπενιαμίν Νενανιάχου, μια ακροδεξιά κυβέρνηση που όχι μόνο μεθοδεύει μια ντε φάκτο γενοκτονία στη Γάζα (και κλιμακώνει την πίεση και στη Δυτική Όχθη), αλλά και ολοένα και περισσότερο επιθυμεί να «αναμορφώσει» τη Μέση Ανατολή με τρόπο συμβατό με την οπτική της. Το Ιράν ήταν πάντα το όριο αυτής της στρατηγικής του Ισραήλ ακριβώς γιατί ήταν η μόνη άλλη ισχυρή δύναμη στην ευρύτερη περιοχή και παραδοσιακά στήριζε κινήματα και κράτη που στέκονταν απέναντι στις Ισραηλινές επιδιώξεις. Όμως, το Ισραήλ μπορεί να είναι σε θέση να διεξάγει έναν παρατεταμένο πόλεμο κατά του Λιβάνου, όχι όμως και κατά του Ιράν. Εκεί χρειάζεται αναγκαστικά την αμερικανική εμπλοκή. Και για πρώτη φορά φάνηκε ότι κατάφερνε να εξασφαλίσει αυτό ακριβώς τον πόλεμο, με τις ΗΠΑ να διεξάγουν επιχειρήσεις με ορίζοντα την ανατροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Μόνο που αποδείχτηκε ότι ο πόλεμος που τόσα χρόνια επεδίωκε το Ισραήλ δεν μπορεί να κερδηθεί.

Ο τερματισμός αυτού του πολέμου φέρνει το Ισραήλ αντιμέτωπο με μια διαφορετική πραγματικότητα και πίεση να σταματήσει τις δικές του στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Λίβανο. Άλλωστε, ήταν εμφανές ότι οι τελευταίες στρατιωτικές επιχειρήσεις σε μεγάλο βαθμό επεδίωκαν να υπονομεύσουν τις ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, καθώς οι Ισραηλινοί γνωρίζουν ότι δύσκολα η Τεχεράνη θα προχωρούσε σε συμφωνία ενόσω ένας βασικός σύμμαχός της δεχόταν επίθεση. Από την άλλη βεβαίως,  ήταν ακριβώς αυτή η τακτική του Ισραήλ που το έφερε, για πρώτη φορά μετά από καιρό, αντιμέτωπο με μια συνθήκη όπου και οι δικές του επιλογές γίνονταν τμήμα της διαπραγμάτευσης που έκαναν οι ΗΠΑ με το Ιράν, αντί για την παραδοσιακή ασυλία που απολάμβανε ως προς τέτοιες επιχειρήσεις.

Η ιστορία έχει δείξει ότι η απλή αναγγελία μιας ειρηνευτικής διαδικασίας δεν σημαίνει απαραίτητα και ειρήνη και κανείς μπορεί να υποθέσει διάφορες εντάσεις στον δρόμο. Άλλωστε, και η ίδια η διαπραγμάτευση εντός εκεχειρίας συνοδεύτηκε από διάφορες προσεκτικά υπολογισμένες ανταλλαγές χτυπημάτων ανάμεσα στις δύο πλευρές. Όμως, δύσκολα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι με τον ορίζοντα εκλογών και πίεση και από την αμερικανική γνώμη, ο Ντόναλντ Τραμπ, όσο απρόβλεπτος και εάν έχει αποδειχτεί, θα προχωρήσει σε μια νέα μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση.

in.gr