Σκηνές αρχαίας τραγωδίας αλλά και πρωτοφανούς προκλητικότητας εκτυλίχθηκαν έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου, αμέσως μετά την ανακοίνωση της απόφασης για την υπόθεση που συγκλόνισε το πανελλήνιο: τον θάνατο του μικρού Μάριου στο Μενίδι από «αδέσποτη» σφαίρα.
Οι συγγενείς του βασικού κατηγορούμενου, ο οποίος καταδικάστηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης, αντέδρασαν με ακραία βία, μετατρέποντας τον περιβάλλοντα χώρο των δικαστηρίων σε πεδίο μάχης και προκαλώντας το κοινό αίσθημα με σοκαριστικές δηλώσεις.
Στο στόχαστρο των μανιασμένων συγγενών βρέθηκαν οι δημοσιογράφοι και τα τηλεοπτικά συνεργεία που κάλυπταν τη δίκη, ενώ χρειάστηκε η άμεση και δυναμική επέμβαση των αστυνομικών δυνάμεων για να αποτραπούν τα χειρότερα.
Το χρονικό της επίθεσης και η φράση που προκαλεί αποτροπιασμό
Μόλις έγινε γνωστό ότι το δικαστήριο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο επιβάλλοντάς του την εσχάτη των ποινών, οι συγκεντρωμένοι συγγενείς του ξέσπασαν σε έντονες αποδοκιμασίες. Η κατάσταση ξέφυγε γρήγορα από κάθε έλεγχο:
Χτύπησαν τα συνεργεία...Ομάδες ατόμων επιτέθηκαν σπάζοντας κάμερες και προπηλακίζοντας τεχνικούς και ρεπόρτερ, σε μια προσπάθεια να εμποδίσουν την καταγραφή των γεγονότων.
Συγκρούσεις με την ΕΛ.ΑΣ... Οι αστυνομικές δυνάμεις δέχθηκαν σφοδρή επίθεση όταν επιχείρησαν να προστατεύσουν τους εργαζόμενους στα ΜΜΕ και να αποκαταστήσουν την τάξη.
Η κυνική παραδοχή... Μέσα στο χάος και τις κραυγές, ακούστηκε καθαρά από την πλευρά των παρευρισκόμενων η εξοργιστική φράση: «Τον σκοτώσαμε; Καλά του κάναμε!». Μια φράση που αναφερόταν στον 11χρονο μαθητή, ο οποίος έχασε τη ζωή του τόσο άδικα κατά τη διάρκεια σχολικής γιορτής.
Η συγκεκριμένη υπόθεση φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για τα σοβαρά προβλήματα εγκληματικότητας και την έξαρση της βαριάς παραβατικότητας σε συγκεκριμένες περιοχές της Δυτικής Αττικής, όπου διαβιούν πληθυσμοί Ρομά. Η κοινή γνώμη παρακολουθεί με έκδηλη ανησυχία φαινόμενα όπου η χρήση όπλων, οι άσκοποι πυροβολισμοί και οι παράνομες δραστηριότητες τείνουν να γίνουν καθημερινότητα, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο τις ζωές ανυποψίαστων πολιτών και παιδιών, όπως συνέβη στην τραγική περίπτωση του Μάριου.
Παράλληλα, εκφράζεται έντονος προβληματισμός για τη στάση της ελληνικής δικαιοσύνης και τη λειτουργία του σωφρονιστικού συστήματος. Πολλοί πολίτες και νομικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η συχνή απελευθέρωση υπότροπων εγκληματιών λόγω ευνοϊκών διατάξεων ή καθυστερήσεων στην εκδίκαση των υποθέσεων δημιουργεί ένα αίσθημα ασυδοσίας. Η αίσθηση ότι «δεν υπάρχει νόμος» ενισχύει την προκλητική συμπεριφορά ατόμων που δείχνουν να μην σέβονται τους θεσμούς και την ανθρώπινη ζωή, απαιτώντας ριζικές αλλαγές στο νομικό πλαίσιο.
