Άλλο ένα αρνητικό ρεκόρ έσπασαν οι ελληνικές συστημικές τράπεζες το τελευταίο διάστημα. Αγνοώντας επιδεικτικά την κριτική και τις διαμαρτυρίες των παραγωγικών τάξεων για τις τραπεζικές ολιγοπωλιακές πρακτικές, τις υψηλές προμήθειες και την μεγάλη ψαλίδα ανάμεσα στα επιτόκια δανείων και.. καταθέσεων, οι Έλληνες τραπεζίτες «κατάφεραν» να οδηγήσουν στην τελευταία θέση της ευρωζώνης τις καταθέσεις προθεσμίας, ενώ μόλις λίγους μήνες πριν ήταν, έστω, στην προτελευταία.
Από την πλευρά των δανείων οι ελληνικές συστημικές τράπεζες, συνεχίζουν να διατηρούν τα επιτόκια στα υψηλότερα επίπεδα μεταξύ των χωρών του ευρώ.
Το αποτέλεσμα είναι ένα επιτοκιακό χάσμα (spread) καταθέσεων-χορηγήσεων που αγγίζει τις 4,45 εκατοστιαίες μονάδες τον Απρίλιο 2026 —επίπεδο που παραπέμπει στα ιστορικά υψηλά του 2019 (4,35%) και επιβεβαιώνει ότι η ψαλίδα των επιτοκίων στην Ελλάδα είναι ένα χρόνιο πρόβλημα.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι η κατάσταση αυτή δεν παραμένει στάσιμη, αλλά επιδεινώνεται: τον Φεβρουάριο 2026 η Ελλάδα κατείχε την προτελευταία θέση στην ευρωζώνη ως προς τα επιτόκια προθεσμιακών καταθέσεων νοικοκυριών, με μόνη χαμηλότερη τη Βουλγαρία. Τον Απρίλιο 2026, όμως, η Βουλγαρία ανέβηκε και η Ελλάδα πλέον κατέλαβε την τελευταία θέση ανάμεσα σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης.
Αναλυτικότερα, τον Φεβρουάριο 2026, τα επιτόκια προθεσμιακών καταθέσεων νοικοκυριών στην ευρωζώνη κυμαίνονταν από 2,31% (Ολλανδία, 1η θέση) έως 1,09% (Βουλγαρία, τελευταία). Η Ελλάδα, με 1,13%, βρισκόταν στην προτελευταία θέση — αρκετά κάτω από τον μέσο όρο ευρωζώνης που ήταν 1,83%.
Τον Απρίλιο 2026, όμως, η εικόνα επιδεινώθηκε. Ο μέσος όρος της ευρωζώνης για προθεσμιακές καταθέσεις νοικοκυριών ανέβηκε στο 1,91%, ενώ η Ολλανδία παρέμεινε πρώτη με 2,45%. Η Ελλάδα, με 1,15%, κατέρχεται πλέον στην τελευταία θέση — χαμηλότερα και από τη Βουλγαρία (1,30%), η οποία ανέβηκε στην κατάταξη.
Πρώτες από το… τέλος οι ελληνικές τράπεζες – Δίνουν το χαμηλότερο επιτόκιο προθεσμιακών καταθέσεων στην Ευρωζώνη

Άλλο ένα αρνητικό ρεκόρ έσπασαν οι ελληνικές συστημικές τράπεζες το τελευταίο διάστημα. Αγνοώντας επιδεικτικά την κριτική και τις διαμαρτυρίες των παραγωγικών τάξεων για τις τραπεζικές ολιγοπωλιακές πρακτικές, τις υψηλές προμήθειες και την μεγάλη ψαλίδα ανάμεσα στα επιτόκια δανείων και καταθέσεων, οι Έλληνες τραπεζίτες «κατάφεραν» να οδηγήσουν στην τελευταία θέση της ευρωζώνης τις καταθέσεις προθεσμίας, ενώ μόλις λίγους μήνες πριν ήταν, έστω, στην προτελευταία.
Από την πλευρά των δανείων οι ελληνικές συστημικές τράπεζες, συνεχίζουν να διατηρούν τα επιτόκια στα υψηλότερα επίπεδα μεταξύ των χωρών του ευρώ.
Το αποτέλεσμα είναι ένα επιτοκιακό χάσμα (spread) καταθέσεων-χορηγήσεων που αγγίζει τις 4,45 εκατοστιαίες μονάδες τον Απρίλιο 2026 —επίπεδο που παραπέμπει στα ιστορικά υψηλά του 2019 (4,35%) και επιβεβαιώνει ότι η ψαλίδα των επιτοκίων στην Ελλάδα είναι ένα χρόνιο πρόβλημα.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι η κατάσταση αυτή δεν παραμένει στάσιμη, αλλά επιδεινώνεται: τον Φεβρουάριο 2026 η Ελλάδα κατείχε την προτελευταία θέση στην ευρωζώνη ως προς τα επιτόκια προθεσμιακών καταθέσεων νοικοκυριών, με μόνη χαμηλότερη τη Βουλγαρία. Τον Απρίλιο 2026, όμως, η Βουλγαρία ανέβηκε και η Ελλάδα πλέον κατέλαβε την τελευταία θέση ανάμεσα σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης.
Αναλυτικότερα, τον Φεβρουάριο 2026, τα επιτόκια προθεσμιακών καταθέσεων νοικοκυριών στην ευρωζώνη κυμαίνονταν από 2,31% (Ολλανδία, 1η θέση) έως 1,09% (Βουλγαρία, τελευταία). Η Ελλάδα, με 1,13%, βρισκόταν στην προτελευταία θέση — αρκετά κάτω από τον μέσο όρο ευρωζώνης που ήταν 1,83%.
Τον Απρίλιο 2026, όμως, η εικόνα επιδεινώθηκε. Ο μέσος όρος της ευρωζώνης για προθεσμιακές καταθέσεις νοικοκυριών ανέβηκε στο 1,91%, ενώ η Ολλανδία παρέμεινε πρώτη με 2,45%. Η Ελλάδα, με 1,15%, κατέρχεται πλέον στην τελευταία θέση — χαμηλότερα και από τη Βουλγαρία (1,30%), η οποία ανέβηκε στην κατάταξη.
Καταναλωτικά Δάνεια: Τρίτοι Ακριβότεροι στη Ζώνη
Τα στοιχεία ΕΚΤ για τα καταναλωτικά δάνεια (Φεβρουάριος 2026) τοποθετούν την Ελλάδα με επιτόκιο 10,33% στην τρίτη υψηλότερη θέση στην ευρωζώνη, κάτω μόνο από την Εσθονία (13,55%) και τη Λετονία (12,04%). Ο μέσος όρος της ευρωζώνης ήταν 7,51% — δηλαδή η Ελλάδα ξεπερνούσε τον μέσο όρο της ευρωζώνης κατά σχεδόν 2,82 εκατοστιαίες μονάδες.
Υψηλά είναι βέβαια και τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις.
Τον περασμένο Απρίλιο το επιτόκιο στην Ελλάδα ήταν 4,48%, το έκτο ακριβότερο στην ευρωζώνη ενώ ο μέσος όρος ήταν 3,62%.
Πρώτες από το… τέλος οι ελληνικές τράπεζες – Δίνουν το χαμηλότερο επιτόκιο προθεσμιακών καταθέσεων στην Ευρωζώνη

Άλλο ένα αρνητικό ρεκόρ έσπασαν οι ελληνικές συστημικές τράπεζες το τελευταίο διάστημα. Αγνοώντας επιδεικτικά την κριτική και τις διαμαρτυρίες των παραγωγικών τάξεων για τις τραπεζικές ολιγοπωλιακές πρακτικές, τις υψηλές προμήθειες και την μεγάλη ψαλίδα ανάμεσα στα επιτόκια δανείων και καταθέσεων, οι Έλληνες τραπεζίτες «κατάφεραν» να οδηγήσουν στην τελευταία θέση της ευρωζώνης τις καταθέσεις προθεσμίας, ενώ μόλις λίγους μήνες πριν ήταν, έστω, στην προτελευταία.
Από την πλευρά των δανείων οι ελληνικές συστημικές τράπεζες, συνεχίζουν να διατηρούν τα επιτόκια στα υψηλότερα επίπεδα μεταξύ των χωρών του ευρώ.
Το αποτέλεσμα είναι ένα επιτοκιακό χάσμα (spread) καταθέσεων-χορηγήσεων που αγγίζει τις 4,45 εκατοστιαίες μονάδες τον Απρίλιο 2026 —επίπεδο που παραπέμπει στα ιστορικά υψηλά του 2019 (4,35%) και επιβεβαιώνει ότι η ψαλίδα των επιτοκίων στην Ελλάδα είναι ένα χρόνιο πρόβλημα.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι η κατάσταση αυτή δεν παραμένει στάσιμη, αλλά επιδεινώνεται: τον Φεβρουάριο 2026 η Ελλάδα κατείχε την προτελευταία θέση στην ευρωζώνη ως προς τα επιτόκια προθεσμιακών καταθέσεων νοικοκυριών, με μόνη χαμηλότερη τη Βουλγαρία. Τον Απρίλιο 2026, όμως, η Βουλγαρία ανέβηκε και η Ελλάδα πλέον κατέλαβε την τελευταία θέση ανάμεσα σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης.
Αναλυτικότερα, τον Φεβρουάριο 2026, τα επιτόκια προθεσμιακών καταθέσεων νοικοκυριών στην ευρωζώνη κυμαίνονταν από 2,31% (Ολλανδία, 1η θέση) έως 1,09% (Βουλγαρία, τελευταία). Η Ελλάδα, με 1,13%, βρισκόταν στην προτελευταία θέση — αρκετά κάτω από τον μέσο όρο ευρωζώνης που ήταν 1,83%.
Τον Απρίλιο 2026, όμως, η εικόνα επιδεινώθηκε. Ο μέσος όρος της ευρωζώνης για προθεσμιακές καταθέσεις νοικοκυριών ανέβηκε στο 1,91%, ενώ η Ολλανδία παρέμεινε πρώτη με 2,45%. Η Ελλάδα, με 1,15%, κατέρχεται πλέον στην τελευταία θέση — χαμηλότερα και από τη Βουλγαρία (1,30%), η οποία ανέβηκε στην κατάταξη.
Καταναλωτικά Δάνεια: Τρίτοι Ακριβότεροι στη Ζώνη
Τα στοιχεία ΕΚΤ για τα καταναλωτικά δάνεια (Φεβρουάριος 2026) τοποθετούν την Ελλάδα με επιτόκιο 10,33% στην τρίτη υψηλότερη θέση στην ευρωζώνη, κάτω μόνο από την Εσθονία (13,55%) και τη Λετονία (12,04%). Ο μέσος όρος της ευρωζώνης ήταν 7,51% — δηλαδή η Ελλάδα ξεπερνούσε τον μέσο όρο της ευρωζώνης κατά σχεδόν 2,82 εκατοστιαίες μονάδες.
Υψηλά είναι βέβαια και τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις.
Τον περασμένο Απρίλιο το επιτόκιο στην Ελλάδα ήταν 4,48%, το έκτο ακριβότερο στην ευρωζώνη ενώ ο μέσος όρος ήταν 3,62%.
Εκεί που η διαφορά είναι πολύ μεγαλύτερη είναι στα επιχειρηματικά δάνεια ατομικών επιχειρήσεων (Απρίλιος 2026), όπου η Ελλάδα εμφανίζει επιτόκιο 5,34%, το οποίο αντιστοιχεί στη δεύτερη υψηλότερη θέση στην ευρωζώνη, με μοναδική ακριβότερη χώρα τη Σλοβακία (6,40%). Η Λιθουανία ακολουθεί με 5,32%. Ο μέσος όρος διαμορφωνόταν τον ίδιο μήνα στο 4,09%.
Είναι φανερό ότι οι ατομικές, κατά κανόνα μικρές, επιχειρήσεις στην Ελλάδα πληρώνουν «πέναλτι» στις ελληνικές τράπεζες.
Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει μια σαφή τάση διεύρυνσης του επιτοκιακού χάσματος μέσα στο 2026. Τον Ιανουάριο 2026, το spread μεταξύ νέων καταθέσεων και νέων δανείων αυξήθηκε στις 4,35 εκατοστιαίες μονάδες, γεγονός που η ίδια η ΤτΕ περιγράφει ως «άνοιγμα της ψαλίδας». Τον Φεβρουάριο 2026 το spread ήταν 4,28%, τον Μάρτιο 2026 μειώθηκε στις 4,08 μονάδες, για να εκτιναχθεί ξανά τον Απρίλιο 2026 στις 4,45 μονάδες — λόγω αύξησης των επιτοκίων δανεισμού στο 4,76%, με τα επιτόκια καταθέσεων να παραμένουν αμετάβλητα στο 0,31%.
Σε επίπεδο ευρωζώνης, η εικόνα είναι ριζικά διαφορετική. Ο μέσος σταθμισμένος δείκτης κόστους δανεισμού για επιχειρήσεις στην ευρωζώνη παρέμεινε στο 3,57% τον Ιανουάριο 2026, ενώ η σύνθετη απόδοση νέων καταθέσεων νοικοκυριών ήταν 1,82%. Η διαφορά σε επίπεδο ευρωζώνης είναι δηλαδή περίπου 1,75 μονάδες — ενώ στην Ελλάδα αγγίζει τις 4,45 μονάδες. Η ελληνική ψαλίδα είναι 2,5 φορές μεγαλύτερη από τον μέσο όρο της ευρωζώνη.
https://www.ieidiseis.gr/





