11 Ιουν 2026

Η κατάρρευση του «μεγάλου συνασπισμού» των Εργατικών και το αδιέξοδο του Κιρ Στάρμερ

 


Εδώ και πολύ καιρό, ο εκλογικός συνασπισμός που στήριζε το βρετανικό Εργατικό Κόμμα κατακερματίζεται. Ο Μπλερισμός, παρά τις επιτυχίες του, σχεδιάστηκε ως απάντηση στο αίσθημα αδυναμίας και παραίτησης των εργατών μετά τη συντριβή των συνδικάτων τους.

Στη συνέχεια ήρθε η άνοδος του Σκωτσέζικου Εθνικού Κόμματος (SNP), κυρίως μεταξύ της καθολικής εργατικής τάξης στη βιομηχανική ζώνη της Σκωτίας. Έπειτα, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, αναδύθηκε μια λευκή, αγγλική ταυτότητα, εχθρική προς την κοσμοπολίτικη κουλτούρα των μεγάλων πόλεων. Ακολούθησαν – με διάφορες μορφές – το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP), το Κόμμα του Brexit και το Reform.

Οι Εργατικοί καταρρέουν υπό το βάρος των ταυτοτήτων και ο Στάρμερ αναζητά απεγνωσμένα θεωρητική διέξοδο

Όπως επισημαίνει ο Πολ Μέισον σε ανάλυσή του που δημοσιεύεται στο Social Europe, μέχρι τα μέσα του πρωινού της 8ης Ιουνίου 2026, το Εργατικό Κόμμα αντιμετώπιζε έναν τόσο βαθύ κατακερματισμό που ώθησε δεκάδες βουλευτές να ζητήσουν την παραίτηση του Κιρ Στάρμερ, λιγότερο από δύο χρόνια αφότου οδήγησε τους Εργατικούς σε μία από τις μεγαλύτερες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες στην ιστορία τους.

Η κατάρρευση των παραδοσιακών δεσμών

Η ψήφος των Εργατικών κατέρρευσε στην Ουαλία – μια χώρα όπου η ουαλική ταυτότητα της εργατικής τάξης και η ταυτότητα των Εργατικών ήταν πρακτικά ταυτόσημες. Μεγάλο μέρος αυτής της ψήφου πήγε στο Plaid Cymru, ένα αριστερό-εθνικιστικό κόμμα. Ταυτόχρονα, οι Εργατικοί έχασαν εμβληματικά αστικά συμβούλια από το Πράσινο Κόμμα, του οποίου η ξαφνική άνοδος στα 200.000 μέλη τού έδωσε εκατοντάδες έμπειρους ακτιβιστές που κάποτε στήριζαν τον Τζέρεμι Κόρμπιν.

Πώς η απώλεια της ταξικής ταυτότητας διαλύει τους Βρετανούς Εργατικούς

Σε ορισμένες μουσουλμανικές κοινότητες υπήρξε επίσης στροφή προς τους Πράσινους, αποκλειστικά λόγω του ζητήματος της Γάζας, αλλά και προς ένα ανησυχητικό στρώμα θρησκευτικών, σεχταριστικών «ανεξάρτητων» που κινητοποιήθηκαν εναντίον των Εργατικών με ένα ανοιχτά κοινωνικά συντηρητικό πρόγραμμα. Τέλος, μια σειρά από συμβούλια σε πρώην βιομηχανικά προπύργια πέρασαν στο Reform, με το δεξιό λαϊκιστικό κόμμα να προσθέτει μια στρώση «αξιοσέβαστων» προσώπων της κοινότητας δίπλα στη γαλαρία των ανοιχτά ρατσιστών και μισογύνηδων που συνήθως κατεβάζει.

Η ταυτότητα επισκιάζει την τάξη

Οι Εργατικοί υπό τον Μπλερ αντιμετώπισαν την αποσύνθεση της ταξικής ταυτότητας δημιουργώντας έναν συνασπισμό «μεγάλης σκηνής». Εάν και αυτός έχει πλέον διαλυθεί, είναι δελεαστικό για τους επικριτές του κόμματος να πιστέψουν ότι η σοσιαλδημοκρατική πολιτική στη Βρετανία έχει τελειώσει. Τα στοιχεία για μια τέτοια απαισιοδοξία είναι ισχυρά. Από κάθε 100 άτομα που ψήφισαν τους Εργατικούς τον Ιούλιο του 2024, μόνο 46 έμειναν στο κόμμα στις πρόσφατες τοπικές εκλογές, με τους υπόλοιπους να κατευθύνονται στους Πράσινους (22%), τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες (16%), το Reform (6%) και τους Συντηρητικούς (5%). Κάτω από όλα αυτά υποβόσκει η άνοδος της δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική και το κράτος. Η κύρια διαχωριστική γραμμή στην πολιτική είναι πλέον η ηλικία και η εκπαίδευση. Ακόμη και σε μια κοινωνία που μαστίζεται από οικονομικές δυσκολίες και υποβάθμιση των υποδομών, τα κύρια κινητήρια ζητήματα αφορούν την ταυτότητα: η Γάζα για τους μουσουλμάνους και τους νέους ριζοσπάστες, η μετανάστευση για τους χειρώνακτες εργάτες με χαμηλά εισοδήματα.

Η θεωρητική γύμνια της κεντροαριστεράς

Η λύση του Κιρ Στάρμερ υποτίθεται ότι ήταν η «αποτελεσματικότητα» – η προσήλωση στην ανάπτυξη, την καταπολέμηση του εγκλήματος, την καθαρή ενέργεια και ένα ανανεωμένο Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS). Όμως, ενώ οι υπουργοί του πέτυχαν μια σειρά από τεχνοκρατικούς στόχους, δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα αφήγημα αρκετά ισχυρό ώστε να αντισταθμίσει την αυξανόμενη εχθρότητα μεταξύ θρησκευτικών, εθνικών και εθνοτικών ταυτοτήτων. Μεγάλο μέρος της ευθύνης έχει επιρριφθεί στον ίδιο τον Στάρμερ, ωστόσο, το πρόβλημα των Εργατικών πάει πολύ πιο βαθιά. Σε θεμελιώδες επίπεδο, πρόκειται για μια αποτυχία θεωρίας. Το κόμμα δεν έχει τη γλώσσα και τις έννοιες για να κατανοήσει τι συμβαίνει στην οικονομία ή στο πολιτισμικό τοπίο. Ουσιαστικά, το αριστερό σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα στο οποίο ανήκει ο Στάρμερ δεν διαθέτει μια θεωρία για τον καπιταλισμό και την κρίση του, ούτε ένα ξεκάθαρο όραμα για το τι είδους οικονομία θέλει να οικοδομήσει στη μετα-νεοφιλελεύθερη εποχή. Αντ’ αυτού, υπάρχει ένα θεωρητικό «κολάζ» χωρίς κεντρική κατεύθυνση, τη στιγμή που σε μια περίοδο στάσιμης ανάπτυξης και γεωπολιτικών κινδύνων δεν μπορούν να υπάρχουν δώρα για όλους.

Η ανάγκη για ριζοσπαστικές λύσεις

Υπάρχει, ωστόσο, δρόμος επιστροφής για τους Εργατικούς. Το κόμμα πρέπει να αφηγηθεί, με λόγια και πράξεις, τι είναι λάθος με την κοινωνία που προσπαθεί να σταθεροποιήσει. Το μοντέλο της ελεύθερης αγοράς του καπιταλισμού έχει καταρρεύσει. Για να επιτευχθεί οποιαδήποτε άνοδος του βιοτικού επιπέδου, πρέπει να υιοθετηθεί ένα οικονομικό μοντέλο τόσο ριζικά διαφορετικό από το παλιό, που ίσως να μη μοιάζει καν με καπιταλισμό. Σε μια στάσιμη παγκόσμια οικονομία με υψηλό πληθωρισμό, αναδιανομή σημαίνει να παίρνεις από τους ραντιέρηδες (εισοδηματίες) και να δίνεις στους εργαζομένους. Αυτό σημαίνει περιορισμό των αυτοκρατοριών των μικρών ιδιοκτητών ακινήτων, πλαφόν στα ενοίκια και στις τιμές της ενέργειας, καθώς και αλλαγή των αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων. Και αυτό πρέπει να γίνει άμεσα.

Η μάχη των αξιών

Αλλά αυτά είναι μόνο τα βασικά για την επιβίωση. Φιλοσοφικά, οι Εργατικοί νιώθουν βαθιά άβολα με το γεγονός ότι ένα τμήμα της εργατικής τάξης έχει ενστερνιστεί τη λευκή ρατσιστική πολιτική ταυτοτήτων. Το να είναι έτοιμοι να τραβήξουν μια ηθική κόκκινη γραμμή απέναντι στον ρατσισμό, αλλά και απέναντι στην εγκληματική διεξαγωγή των πολέμων του Ισραήλ στη Γάζα και τον Λίβανο, αποτελεί επείγον καθήκον. Οι ψηφοφόροι θέλουν η Αριστερά να κατοικήσει στον χώρο των αξιών, προβάλλοντας τις οικουμενικές αξίες που αποτελούν το αντίδοτο στην αποκλειστικότητα. Σε τελική ανάλυση, ο δρόμος επιστροφής για τον Στάρμερ περνά μέσα από τον εξαναγκασμό αυτού του κατακερματισμένου πολιτικού αναβρασμού να χωρέσει στον κορσέ του πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος. Και όπως έγραφε ο στοχαστής Ρίτσαρντ Τόνι τη δεκαετία του 1930, το Εργατικό Κόμμα πρέπει να αποφασίσει αν σκοπεύει να βάλει τέλος στην τυραννία του χρήματος ή όχι. Και αν ναι, δεν πρέπει να δείχνει δουλοπρέπεια απέναντι στους κατόχους του.

  • Ο Πολ Μέισον είναι εξέχων Βρετανός δημοσιογράφος, συγγραφέας και πολιτικός σχολιαστής. Έχει διατελέσει επί σειρά ετών επικεφαλής οικονομικός συντάκτης στο δελτίο ειδήσεων του Channel 4 και στην εμβληματική εκπομπή Newsnight του BBC. Είναι ευρέως γνωστός για τα βιβλία του που αναλύουν την εξέλιξη του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, με χαρακτηριστικότερο το διεθνές best-seller «Μετακαπιταλισμός: Ένας οδηγός για το μέλλον μας». Αρθρογραφεί τακτικά σε διεθνή μέσα προσεγγίζοντας με κριτική ματιά ζητήματα που αφορούν τη σοσιαλδημοκρατία, την εργατική τάξη και τα όρια του νεοφιλελευθερισμού.
  • in.gr