1 Ιουν 2026

Δανεικά, ακίνητα και αγύριστα – Ποιος καίει τα εκατομμύρια Συστημικής Τράπεζας

 


Στην αγορά ακινήτων κυκλοφορούν εδώ και καιρό ψίθυροι που πλέον τείνουν να γίνουν δημόσια ερωτήματα. Όταν μια τράπεζα συνεχίζει να χρηματοδοτεί γενναιόδωρα μια εταιρεία Real Estate, παρά τα εμφανή προβλήματα στην υλοποίηση έργων, τα υψηλά επίπεδα δανεισμού και τις πιέσεις από τα επιτόκια, τότε η συζήτηση δεν αφορά μόνο το επιχειρηματικό ρίσκο. Αφορά και το ποιος ωφελείται τελικά από αυτές τις κινήσεις.

Οι πληροφορίες που διακινούνται στην αγορά κάνουν λόγο για μεγάλη χρηματοδότηση εισηγμένης εταιρείας Real Estate από συστημική τράπεζα, με αντάλλαγμα την ενεχυρίαση σχεδόν του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων της. Πρόκειται για μια πρακτική που, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν αποτελεί απλώς εξασφάλιση ενός δανείου. Αποτελεί και τον προθάλαμο μιας μελλοντικής απορρόφησης.

Το ερώτημα είναι απλό: όταν ο δανειστής αποκτά ουσιαστικό έλεγχο πάνω στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων του δανειζόμενου, πόσο απέχει η χρηματοδότηση από την εξαγορά;

Η αγορά γνωρίζει ότι σε περιόδους πίεσης οι τράπεζες δεν δανείζουν μόνο για να εισπράττουν τόκους. Δανείζουν και για να διασφαλίζουν στρατηγικές θέσεις. Όταν μια εταιρεία αδυνατεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της ή να ολοκληρώσει τα επενδυτικά της σχέδια, ο χρηματοδότης βρίσκεται αυτομάτως σε πλεονεκτική θέση. Και όταν οι εξασφαλίσεις καλύπτουν το σύνολο της περιουσίας, η επόμενη ημέρα μπορεί να είναι προδιαγεγραμμένη.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ένα άλλο ζήτημα που συζητείται παρασκηνιακά. Τα δάνεια αυτά χρησιμοποιούνται συχνά για αγορές ακινήτων σε αποτιμήσεις που προκαλούν απορίες στην αγορά. Ακίνητα που αποκτώνται σε τιμές οι οποίες, σύμφωνα με παράγοντες του χώρου, εμφανίζονται σημαντικά υψηλότερες από τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς.

Και εδώ γεννάται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος είναι ο πραγματικός ωφελημένος;

Πού καταλήγουν τα χρήματα που εκταμιεύονται μέσω των δανείων; Ποιοι εισπράττουν τα υπερτιμήματα; Ποιοι πωλούν; Ποιοι αγοράζουν; Και ποιοι βρίσκονται ταυτόχρονα και στις δύο πλευρές του τραπεζιού, μέσω σχέσεων, συνεργασιών ή διασυνδέσεων που παραμένουν αθέατες για τους μετόχους και το επενδυτικό κοινό;

Αν πράγματι μια τράπεζα χρηματοδοτεί εταιρείες με αμφίβολη δυνατότητα εκτέλεσης των έργων τους, δεσμεύοντας παράλληλα το σύνολο των περιουσιακών τους στοιχείων, τότε δεν μιλάμε μόνο για τραπεζική πολιτική. Μιλάμε για ένα σύστημα στο οποίο ο χρηματοδότης μπορεί να εξελιχθεί στον επόμενο ιδιοκτήτη.

Και κάπου εδώ προκύπτει ένα ακόμη ενοχλητικό ερώτημα: ποιος ελέγχει την ίδια την τράπεζα;

Οι εποπτικές αρχές εξετάζουν άραγε τη σκοπιμότητα τέτοιων χρηματοδοτήσεων; Ελέγχουν τις αποτιμήσεις των ακινήτων που αγοράζονται με τραπεζικό χρήμα; Ερευνούν πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ χρηματοδοτών, πωλητών και αγοραστών; Ή αρκούνται στα τυπικά έγγραφα και στις διαβεβαιώσεις των εμπλεκομένων;

Η πραγματικότητα είναι ότι όταν δισεκατομμύρια ευρώ αλλάζουν χέρια μέσω δανειακών συμβάσεων και εξαγορών, το δημόσιο συμφέρον απαιτεί διαφάνεια. Διότι αν οι χρηματοδοτήσεις λειτουργούν ως μηχανισμός μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων και όχι ως εργαλείο ανάπτυξης, τότε η αγορά δεν είναι ελεύθερη. Είναι στημένη υπέρ όσων γνωρίζουν εκ των προτέρων το τέλος της διαδρομής.

Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση αυτή δεν μπορεί να μείνει μόνο στο επίπεδο των χρηματιστηριακών και επιχειρηματικών συζητήσεων. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια εποπτική αρχή, αλλά και ο SSM, οφείλουν να γίνουν αποδέκτες σοβαρών ερωτημάτων σχετικά με τον τρόπο κατανομής του τραπεζικού χρήματος στην αγορά.

Με ποια κριτήρια εγκρίνονται χρηματοδοτήσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ; Ποιες είναι οι πραγματικές εξασφαλίσεις που λαμβάνονται; Πώς αποτιμώνται τα ενεχυριασμένα περιουσιακά στοιχεία; Και κυρίως, διασφαλίζεται ότι τα κεφάλαια των τραπεζών κατευθύνονται με όρους διαφάνειας και ίσης μεταχείρισης ή υπάρχουν περιπτώσεις όπου συγκεκριμένοι επιχειρηματικοί όμιλοι απολαμβάνουν προνομιακή πρόσβαση σε κεφάλαια που τελικά αναλαμβάνει να καλύψει το τραπεζικό σύστημα;

Όταν μια τράπεζα μετατρέπεται από χρηματοδότης σε δυνητικό μελλοντικό ιδιοκτήτη του δανειολήπτη, οι απαντήσεις δεν είναι απλώς επιθυμητές. Είναι απαραίτητες. Γιατί το τραπεζικό χρήμα δεν είναι ιδιωτική υπόθεση λίγων. Είναι ζήτημα που αφορά ολόκληρη την οικονομία, τους μετόχους, τους καταθέτες και τελικά την ίδια την αξιοπιστία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

https://radar.gr/