11 Ιουν 2026

Η αξιοπρέπεια δεν είναι επίδομα-Θέλουμε μια οικονομία που βασίζεται σε έκτακτες ή ειδικές παροχές ή μια οικονομία που δημιουργεί μόνιμα καλύτερα εισοδήματα για όλους;

Τoυ Θανάση Σκορδά, πρώην υφυπουργού
ΟΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ για τις κυβερνητικές εξαγγελίες στη ΔΕΘ αναδεικνύουν ένα κρίσιμο δίλημμα για την πορεία της χώρας.

Θα συνεχίσουμε στον δρόμο των υπερεσόδων και κάποιων επιστροφών μέσω επιδομάτων ή θα τολμήσουμε επιτέλους μια βαθιά φορολογική...

μεταρρύθμιση υπέρ της εργασίας, της οικογένειας και της παραγωγής;

Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ προβάλλει ως επιτυχία τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών και κάποιες μειώσεις φόρων.

Όμως οφείλουμε να αναρωτηθούμε: από πού προήλθε σημαντικό μέρος αυτών των εσόδων;

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ είναι γνωστή. Ο πληθωρισμός των τελευταίων ετών εκτόξευσε τις εισπράξεις από τον ΦΠΑ και τους έμμεσους φόρους.

Παράλληλα, η μη προσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων στην αύξηση των τιμών οδήγησε πολλούς εργαζόμενους να πληρώνουν περισσότερους φόρους χωρίς να έχουν πραγματικά αυξήσει την αγοραστική τους δύναμη.

Το κράτος εισπράττει περισσότερα όχι επειδή οι πολίτες ευημερούν περισσότερο, αλλά επειδή η ακρίβεια διεύρυνε τη φορολογική βάση.

ΕΝΩΠΙΟΝ αυτής της πραγματικότητας, μια πραγματικά μεταρρυθμιστική κυβέρνηση θα είχε επιλέξει να επιστρέψει αυτόν τον δημοσιονομικό χώρο στους πολίτες μέσω μόνιμων μειώσεων φόρων.

Θα είχε μειώσει τους φορολογικούς συντελεστές για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Θα είχε προχωρήσει σε ελαφρύνσεις για τις οικογένειες και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Θα είχε περιορίσει δραστικά την προκαταβολή φόρου που στερεί ρευστότητα από χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και επαγγελματίες, μέτρα στα οποία αναφέρθηκε πρόσφατα ο Αντώνης Σαμαράς.

Αντί γι’ αυτό, επιλέχθηκε σε μεγάλο βαθμό η λογική μιας μερικής αναδιανομής μέσω επιδομάτων.

ΣΤΟ ΊΔΙΟ ΠΝΕΥΜΑ εντάσσονται και οι συζητήσεις για την καθιέρωση μιας πρόσθετης ετήσιας καταβολής προς δημοσίους υπαλλήλους και συνταξιούχους, η οποία θα λειτουργεί ως μια μορφή «δώρου».

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι άνθρωποι αυτοί έχουν ανάγκη στήριξης. Όμως το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: θέλουμε μια οικονομία που βασίζεται σε έκτακτες ή ειδικές παροχές ή μια οικονομία που δημιουργεί μόνιμα καλύτερα εισοδήματα για όλους;

Η ΔΙΑΦΟΡΑ είναι ουσιαστική. Η πρώτη λογική αντιμετωπίζει τον πολίτη ως αποδέκτη κρατικής ελεημοσύνης. Η δεύτερη τον αντιμετωπίζει ως δημιουργό πλούτου και προόδου. Η πρώτη καλλιεργεί εξάρτηση. Η δεύτερη ενισχύει την αυτοπεποίθηση και την αξιοπρέπεια.

Η ΕΛΛΑΔΑ έχει ανάγκη από μια νέα φορολογική φιλοσοφία, βασισμένη σε τρεις απλές αρχές.

ΠΡΩΤΟΝ, η φορολογία πρέπει να είναι δίκαιη. Και δεν υπάρχει δικαιότερη προτεραιότητα σήμερα από τη στήριξη της οικογένειας.

Δεν είναι δυνατόν μια χώρα που αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη δημογραφική πρόκληση της σύγχρονης ιστορίας της να συνεχίζει να φορολογεί τις οικογένειες σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Η Ελλάδα είναι από τις χώρες του ΟΟΣΑ αυτή με τη δεύτερη μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση για εργαζομένους με παιδιά.

Αυτό δεν είναι μόνο οικονομικό λάθος. Είναι εθνικό αδιέξοδο. Κάθε σοβαρή φορολογική μεταρρύθμιση οφείλει να ξεκινά από τη γενναία ενίσχυση των οικογενειών με παιδιά.

Αν δεν αντιμετωπίσουμε το δημογραφικό, όλες οι συζητήσεις για την ανάπτυξη, το ασφαλιστικό και τη βιωσιμότητα της οικονομίας θα αποδειχθούν προσωρινές.

ΔΕΥΤΕΡΟΝ, η εργασία πρέπει να ενθαρρύνεται, όχι να τιμωρείται. Ο εργαζόμενος δικαιούται μεγαλύτερο μέρος από τον κόπο του.

Η μείωση των φορολογικών συντελεστών για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, όπως έχει προτείνει και ο Αντώνης Σαμαράς, δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακή επιλογή. Αποτελεί πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης.

Το ίδιο ισχύει και για τη δραστική μείωση, με τελικό στόχο την κατάργηση, της προκαταβολής φόρου για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Σε μια οικονομία που επιδιώκει να αναπτυχθεί, το κράτος δεν μπορεί να απαιτεί φόρο για εισόδημα που δεν έχει ακόμη παραχθεί.

ΤΡΙΤΟΝ, η φορολογία πρέπει να υπηρετεί την παραγωγή. Η χώρα δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στον τουρισμό, στις υπηρεσίες και στην κατανάλωση.

Χρειάζεται περισσότερη παραγωγή, περισσότερη βιομηχανία, περισσότερες εξαγωγές και περισσότερες επενδύσεις σε τομείς που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά.

Η φορολογική πολιτική πρέπει να επιβραβεύει όσους επενδύουν, καινοτομούν, εξάγουν και δημιουργούν ποιοτικές θέσεις εργασίας.

ΥΠΑΡΧΕΙ όμως και ένα ευρύτερο ζήτημα προτεραιοτήτων. Σε μια περίοδο όπου οι εκπαιδευτικοί, οι νοσηλευτές και οι γιατροί εξακολουθούν να αμείβονται με μισθούς που δεν ανταποκρίνονται στην κοινωνική σημασία του έργου τους, η πολιτεία οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική στα μηνύματα που εκπέμπει όταν επιλέγει τον υπερδιπλασιασμό των μισθών μέρους των κληρικών. Η ενίσχυση της Παιδείας και της Υγείας είναι επένδυση στο μέλλον της χώρας.

Η ΕΛΛΑΔΑ δεν έχει ανάγκη από μια οικονομία επιδομάτων. Έχει ανάγκη από μια οικονομία αξιοπρέπειας.

Από ένα φορολογικό σύστημα που δεν θεωρεί τον πολίτη απλώς πηγή εσόδων, αλλά σύμμαχο στην ανάπτυξη.

Ένα σύστημα που ανταμείβει την εργασία, στηρίζει την οικογένεια, ενθαρρύνει την επιχειρηματικότητα και απελευθερώνει τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου.

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ η πραγματική κοινωνική πολιτική. Και αυτή είναι η μεταρρύθμιση που έχει σήμερα ανάγκη η πατρίδα μας.

https://www.naftemporiki.gr