Του Γιάννη Χ. Κουριαννίδη*
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι Έλληνες που πραγματοποιούν έστω μία συναλλαγή στο Ελληνικό Χρηματιστήριο είναι μόλις λίγες εκατοντάδες χιλιάδες άτομα, που αντιστοιχούν στο 3-5% περίπου του ενήλικου...
πληθυσμού της χώρας μας. Πρόκειται για ένα ποσοστό από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη και φυσικά δεν είναι άμοιρη ευθυνών γι᾽ αυτό η εξαπάτηση σε βάρος των πολιτών το 1999, με την αποκλειστική ευθύνη του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Σημίτη.Πολύ χαμηλό είναι ακόμη το ποσοστό των Ελλήνων που γνωρίζουν πώς πραγματικά λειτουργεί το Χρηματιστήριο και είναι χαρακτηριστικό ότι πηγές του ΟΟΣΑ και χρηματοπιστωτικών οίκων κατατάσσουν την Ελλάδα κάτω από τον μέσο όρο πολλών αναπτυγμένων χωρών αναφορικά με τις χρηματοοικονομικές γνώσεις των πολιτών της.
Προφανώς, εξαιτίας όλων αυτών, λίγοι γνωρίζουν ότι ήδη από τον Νοέμβριο του 2025 η Ανώνυμη Εταιρία «Ελληνικά Χρηματιστήρια» (ΕΧΑΕ) εξαγοράστηκε από την Euronext, που είναι ένας πανευρωπαϊκός όμιλος χρηματιστηρίων και ένας από τους μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς διαχειριστές χρηματιστηριακών αγορών. Αυτό σημαίνει ότι, παρά τη «δέσμευση» της Euronext να διατηρήσει την ελληνική έδρα της ΕΧΑΕ, τη φορολογική κατοικία και μία σημαντική επιχειρησιακή παρουσία στην Αθήνα, είναι βέβαιο (και συμβαίνει ήδη) ότι ορισμένες τουλάχιστον υποστηρικτικές εργασίες δεν θα εκτελούνται πλέον αποκλειστικά από προσωπικό στην Ελλάδα. Αυτό είναι αναμενόμενο, αφού η όποια μέχρι σήμερα επιχειρησιακή αυτονομία αντικαθίσταται πλέον από ενοποιημένες δομές του ομίλου, κάτι που θα οδηγήσει σταδιακά και στην απώλεια εξειδικευμένου προσωπικού στη χώρα μας.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, όμως, από την εξέλιξη αυτή είναι ότι η Ελλάδα γίνεται πλέον «μία από πολλές αγορές» και μάλιστα με τη μικρότερη χρηματιστηριακή αξία, κάτι που σημαίνει ότι οι ανάγκες της ελληνικής αγοράς δεν θα έχουν την ίδια βαρύτητα με τις μεγαλύτερες. Και επειδή οι στρατηγικές αποφάσεις για επενδύσεις, τιμολογιακή πολιτική, ανάπτυξη κ.λπ. θα λαμβάνονται πλέον σε επίπεδο ομίλου, αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα πως η ελληνική αγορά θα είναι πλέον ο φτωχός συγγενής και οι πραγματικές ανάγκες των ελληνικών εταιριών, ιδιαιτέρως μάλιστα των μικρών και μεσαίων, μικρή σημασία θα έχουν για τους ξένους επενδυτές.
Το έτος που ολοκληρώθηκε η εξαγορά του Ελληνικού Χρηματιστηρίου (2025), οι ξένοι επενδυτές κατείχαν το 69% της συνολικής κεφαλαιοποίησής του. Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος των αποφάσεων αγοράς και πώλησης μετοχών λαμβάνεται εκτός Ελλάδος. Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς ότι σε περιόδους διεθνούς αβεβαιότητας ή, ακόμη χειρότερα, μιας εθνικής κρίσης, μεγάλα διεθνή χαρτοφυλάκια μπορεί να μειώσουν την έκθεσή τους σε μικρότερες αγορές, χωρίς να έχουν αλλάξει κατ᾽ ανάγκην τα θεμελιώδη μεγέθη των ελληνικών επιχειρήσεων. Και προφανώς η ένταξη σε μία ευρύτερη πανευρωπαϊκή πλατφόρμα μπορεί να διευκολύνει την ταχύτερη ανακατανομή κεφαλαίων μεταξύ αγορών.
Επιπροσθέτως, επειδή η μεγαλύτερη διεθνής έκθεση σημαίνει και μεγαλύτερη εξάρτηση, ενώ παράλληλα οι ξένοι τείνουν να επενδύουν κυρίως σε εταιρίες με μεγάλη κεφαλαιοποίηση και υψηλή εμπορευσιμότητα, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος για τις μικρομεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν κάποια στιγμή σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας.
Μπορεί, λοιπόν, το Χρηματιστήριο να είναι θελκτικό για λίγους Έλληνες, αλλά αυτοί που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τις όποιες δυσάρεστες εξελίξεις από το ξεπούλημα του Ελληνικού Χρηματιστηρίου στην Euronext θα είναι τα εκατομμύρια των Ελλήνων, η ζωή των οποίων επηρεάζεται άμεσα ή έμμεσα από τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, είτε αυτές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο είτε όχι, αφού στη δεύτερη κατηγορία υπάγονται πάρα πολλές που ο κύκλος εργασιών τους εξαρτάται από την βιωσιμότητα των εισηγμένων. Ο κίνδυνος αποκτά πλέον εθνικά χαρακτηριστικά!
* Διευθυντής περιοδικού «Ενδοχώρα», endohora@yahoo.gr
