Τον Αύγουστο συμβαίνει ένα μικρό πολιτικό θαύμα: για λίγες εβδομάδες σταματούν οι δημοσκοπήσεις. Δεν θα μάθουμε ποιος ανέβηκε μισή μονάδα, ποιος έχασε μία, ποιος «παγιώνεται», ποιος «καταρρέει» και ποιος αποκτά «δυναμική». Δεν θα υπάρχουν ραβδογράμματα.. (μπάρες), κυκλικά διαγράμματα (πίτες) , πίνακες και ατελείωτες αναλύσεις για ποσοστά που, λίγες ημέρες αργότερα, θα αντικατασταθούν από άλλα ποσοστά. Ίσως, λοιπόν, η πολιτική να έχει για λίγο την ευκαιρία να υπάρξει χωρίς να κοιτάζει διαρκώς τον καθρέφτη των μετρήσεων.
Η Ελλάδα έχει εξελιχθεί σε μια ιδιότυπη δημοσκοπική δημοκρατία. Δύσκολα θα βρει κανείς άλλη ευρωπαϊκή χώρα όπου δημοσιεύονται τόσο συχνά, αναπαράγονται τόσο μαζικά και αποκτούν τόσο μεγάλη πολιτική βαρύτητα, τόσες πολλές δημοσκοπήσεις. Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξή τους. Οι έρευνες κοινής γνώμης είναι χρήσιμα εργαλεία. Μπορούν να καταγράψουν τάσεις, διαθέσεις και κοινωνικές μεταβολές. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το εργαλείο αποκτά μεγαλύτερη σημασία από αυτό που υποτίθεται ότι μετρά. Όταν η δημοσκόπηση παύει να παρατηρεί την πολιτική και αρχίζει να την υποκαθιστά.
Σήμερα τα κόμματα δεν αξιολογούν την επιτυχία τους με βάση την αποδοχή των θέσεών τους, των ιδεών τους ή την κοινωνική τους παρουσία. Μετρούν ποσοστά. Η κομματική αυτοπεποίθηση δεν παράγεται από την πολιτική δράση. Παράγεται από τους πίνακες των εταιρειών δημοσκοπήσεων. Το παράδειγμα του Νίκου Ανδρουλάκη είναι χαρακτηριστικό. Όταν οι μετρήσεις εμφάνιζαν το ΠΑΣΟΚ πάνω από τον ΣΥΡΙΖΑ, η δημοσκοπική υπεροχή αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως πολιτική επιβεβαίωση και ως προαναγγελία της κατάκτησης της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Σήμερα, που η εικόνα είναι διαφορετική, η πολιτική ψυχολογία έχει αλλάξει. Τι άλλαξε όμως στο πολιτικό σχέδιο του ΠΑΣΟΚ; Πόσο άλλαξαν οι θέσεις του ή η πραγματική κοινωνική του επιρροή; Πιθανότατα πολύ λιγότερο απ’ όσο άλλαξαν οι αριθμοί. Κι όμως, η κομματική αυτοπεποίθηση ακολούθησε τα δημοσκοπικά διαγράμματα.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα: τα κόμματα έχουν αρχίσει να βλέπουν τον εαυτό τους μέσα από τις δημοσκοπήσεις. Να αισθάνονται ισχυρά ή αδύναμα όχι ανάλογα με την πολιτική τους επιρροή, αλλά ανάλογα με το πώς αποτυπώνονται σε μια μέτρηση. Έτσι, η πολιτική των θέσεων, των ιδεών και της κοινωνικής δράσης αντικαθίσταται σταδιακά από μια αόρατη βούληση. Μια βούληση που δεν εκφράζεται στις κάλπες, αλλά προκύπτει από δείγματα, στατιστικά μοντέλα και μεθοδολογικές παραδοχές.
Κι όμως, αντιμετωπίζεται συχνά σαν να αποτελεί την αυθεντική φωνή της κοινωνίας. Δεν είναι. Μια δημοσκόπηση δεν είναι εκλογή. Δεν είναι λαϊκή ετυμηγορία. Δεν είναι η κοινωνία. Είναι μια στατιστική αποτύπωση ενός συγκεκριμένου δείγματος, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Κι όμως, κάθε εβδομάδα της αποδίδεται σχεδόν θεσμικός χαρακτήρας. Τα κόμματα αλλάζουν στρατηγική, τα στελέχη αναπροσαρμόζουν τη στάση τους και τα μέσα ενημέρωσης οργανώνουν τη δημόσια συζήτηση γύρω από το ποιος ανεβαίνει και ποιος πέφτει — συχνά περισσότερο απ’ ό,τι γύρω από το τι προτείνει ο καθένας.
Η δημοσκόπηση, όμως, δεν καταγράφει μόνο την κοινή γνώμη. Τη διαμορφώνει. Η συνεχής παρουσίαση ενός κόμματος ως «ανερχόμενου» δημιουργεί την αίσθηση του ρεύματος. Η καταγραφή ενός άλλου ως «πεσμένου», μπορεί να παράγει την εικόνα της πολιτικής του φθοράς. Ο ψηφοφόρος δεν παρακολουθεί απλώς ποσοστά. Παρακολουθεί μια αφήγηση για το ποιος έχει μέλλον και προοπτική και ποιος όχι. Και αυτή η αφήγηση μπορεί να επηρεάσει την επιλογή του.
Οι δημοσκοπήσεις παρουσιάζονται ως ουδέτερα εργαλεία παρατήρησης. Στην πράξη, όμως, συμμετέχουν στη διαμόρφωση της πραγματικότητας που υποτίθεται ότι απλώς αποτυπώνουν. Δεν περιγράφουν μόνο τους πολιτικούς συσχετισμούς. Συμβάλλουν στη δημιουργία τους.
Το παράδειγμα του Αλέξη Τσίπρα είναι ενδεικτικό. Πριν υπάρξει νέο κόμμα, πρόγραμμα ή οργανωμένη πολιτική πρόταση, είχε ήδη αρχίσει να αντιμετωπίζεται ως πιθανός επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η πρόβλεψη προηγήθηκε της πολιτικής. Και αυτό αποκαλύπτει τη μεγάλη μετατόπιση: από το υπαρκτό στο πιθανό, από την πολιτική πρόταση στην πρόβλεψη της εκλογικής επιρροής.
Υπάρχει όμως και ακόμα ένα ερώτημα: γιατί τα μέσα ενημέρωσης επενδύουν τόσο συστηματικά στις δημοσκοπήσεις; Όχι για την αποκλειστικότητα. Αυτή έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Μέσα σε λίγες ώρες, κάθε δημοσκόπηση αναπαράγεται παντού και μετατρέπεται σε πολιτικό φέιγ βολάν. Η πραγματική της αξία βρίσκεται στη διαμόρφωση της ατζέντας. Η δημοσκόπηση ορίζει ποιος θεωρείται ισχυρός και ποιος αδύναμος, ποιος έχει προοπτική και ποιος βρίσκεται σε παρακμή.
Δεν καταγράφει απλώς τους συσχετισμούς. Συμβάλλει στη διαμόρφωσή τους. Και εδώ προκύπτει το πιο δύσκολο ερώτημα. Τα τελευταία χρόνια οι δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα έχουν καταγράψει σημαντικές αποκλίσεις από την εκλογική πραγματικότητα. Κάθε φορά ανοίγει μια συζήτηση για την αξιοπιστία τους. Και κάθε φορά ξεχνιέται. Ίσως, όμως, κάνουμε τη λάθος συζήτηση.
Δεν είναι μόνο αν οι δημοσκοπήσεις πέφτουν έξω. Είναι τι έχει συμβεί στην πολιτική επειδή έπεσαν έξω. Αν μια λανθασμένη καταγραφή της κοινής γνώμης —ακόμα και λόγω ανεπαρκών εργαλείων και όχι πρόθεσης— επαναλαμβάνεται επί μήνες, πόσες πολιτικές αποφάσεις έχουν ληφθεί πάνω σε αυτήν; Πόσες στρατηγικές έχουν αλλάξει; Πόσοι ψηφοφόροι επηρεάστηκαν από την αίσθηση ότι ένα κόμμα ανεβαίνει ή καταρρέει; Μήπως, τελικά, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι δημοσκοπήσεις μπορεί να καταγράφουν λάθος την κοινή γνώμη; Μήπως είναι ότι, όταν την καταγράφουν λάθος, μπορεί να συμβάλλουν και στη διαμόρφωσή της με λάθος τρόπο;
Οι εκλογές παράγουν πολιτική νομιμοποίηση. Οι δημοσκοπήσεις παράγουν μόνο μια υπόθεση. Και όταν η υπόθεση αρχίζει να καθορίζει τις κομματικές στρατηγικές, τη δημόσια συζήτηση και τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων, τότε η δημοσκόπηση παύει να είναι απλώς ένα εργαλείο μέτρησης. Γίνεται πολιτικός παράγοντας. Δεν κυβερνά πλέον η πολιτική. Κυβερνά η πρόβλεψη για την πολιτική. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη νίκη των δημοσκοπήσεων. Και αν η πρόβλεψη είναι λάθος, τότε κυβερνά το λάθος.
m.popaganda.gr
