Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου *
Το σημερινό επίπεδο στρατηγικής συνεργασίας Αιγύπτου και Τουρκίας δεν αποτελεί μια ξαφνική …γεωπολιτική μεταστροφή! Αντίθετα, είναι το αποτέλεσμα μιας σταδιακής διαδικασίας που ξεκίνησε πριν από αρκετά χρόνια καθόσον και..
οι δύο χώρες αναγνώρισαν ότι η διαρκής αντιπαράθεση δεν εξυπηρετούσε πλέον τα στρατηγικά συμφέροντα καμίας τους. Στην Ελλάδα λόγω και των υπερβολών του κυβερνητικού αφηγήματος περί «ισχυρής συμμαχίας» πολλοί δεν παρακολούθησαν προσεκτικά τις εξελίξεις και εξεπλάγησαν και ίσως απογοητεύτηκαν.Η ένταση
Οι σχέσεις Άγκυρας και Καίρου κατέρρευσαν το 2013, όταν ο Στρατηγός Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι ανέτρεψε τον εκλεγμένο πρόεδρο Μοχάμεντ Μόρσι, ηγετικό στέλεχος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Για την Αίγυπτο εδώ και δεκαετίες η Αδελφότητα συνιστά απειλή ασφαλείας για το κράτος. Η Τουρκία υπήρξε ο σημαντικότερος διεθνής υποστηρικτής της με τον Πρόεδρο Ερντογάν να φιλοξενεί στελέχη της στην χώρα και επιτρέποντας την έντονη δραστηριοποίηση της. Επίσης για περισσότερο από επτά χρόνια οι δύο χώρες βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα, τόσο στη Λιβύη όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η αρχή της επαναπροσέγγισης και η αποκατάσταση διπλωματικών σχέσεων
Η πρώτη ουσιαστική μεταβολή σημειώθηκε το 2021. Η Τουρκία, αντιλαμβανόμενη ότι η έντονη αντιπαράθεση με την Αίγυπτο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ περιόριζε τα περιθώρια της περιφερειακής της πολιτικής, εγκαινίασε μια ευρύτερη στρατηγική εξομάλυνσης των σχέσεών της με τις αραβικές χώρες. Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες διερευνητικές συνομιλίες μεταξύ Άγκυρας και Καΐρου με την Τουρκία ταυτόχρονα να αρχίζει να περιορίζει τις δραστηριότητες της Μουσουλμανικής Αδελφότητος. Το 2023 προχώρησαν στην πλήρη αποκατάσταση των διπλωματικών τους σχέσεων και αντάλλαξαν μετά από δέκα χρόνια εκ νέου πρέσβεις γεγονός που άνοιξε τον δρόμο για συνεργασία σε ένα ευρύτερο φάσμα θεμάτων.
Στρατηγική σύγκλιση
Έτσι ξεκίνησε η ουσιαστική εμβάθυνση των σχέσεων. Οι δύο χώρες άρχισαν να ενισχύουν τις επαφές μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων τους που κατέληξαν σε συχνές κοινές αεροπορικές ασκήσεις αλλά και σε υψηλού επιπέδου συνεργασία, όπως στην ανταλλαγή πληροφοριών. Παράλληλα, αναπτύσσεται διάλογος και στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, γεγονός που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητο.
Σε μία σειρά περιφερειακών ζητημάτων οι θέσεις τους είναι περισσότερο συγκλίνουσες απ’ ότι στο παρελθόν. Στο Παλαιστινιακό έχουν κοινές θέσεις ενώ μετά τον πόλεμο στη Γάζα διατήρησαν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας για την προώθηση πρωτοβουλιών κατάπαυσης του πυρός και ανθρωπιστικής βοήθειας.
Η Ανατολική Μεσόγειος
Από ελληνικής πλευράς συχνά δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ του 2020 είχε οδηγήσει την Αίγυπτο σε μόνιμη στρατηγική ταύτιση με την Ελλάδα. Ωστόσο, η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Η Αίγυπτος ουδέποτε αποδέχθηκε οριοθέτηση ανατολικότερα του 28ου Μεσημβρινού, διατηρώντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικών συνεννοήσεων με την Τουρκία. Η επιλογή αυτή προηγήθηκε κατά αρκετά χρόνια της πλήρους εξομάλυνσης των σχέσεων Άγκυρας και Καΐρου αποδεικνύοντας ότι η αιγυπτιακή στρατηγική δεν εγκατέλειψε ποτέ τη λογική της ισορροπίας!
Αξιολόγηση ισχύος και αποφασιστικότητας
Το Κάιρο αξιολογεί όχι μόνο τις δυνατότητες αλλά και την βούληση των κρατών που είναι στρατηγικοί εταίροι να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους! Αντιλήφθηκε ότι η Ελλάδα διαχειρίστηκε την κρίση στην Κάσο ως ένδειξη περιορισμένης βούλησης διασφάλισης των συμφερόντων της. Ανεξάρτητα από το αν αυτή η εκτίμηση ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα, στις διεθνείς σχέσεις καθοριστικό ρόλο παίζει συχνά η αντίληψη που διαμορφώνουν οι τρίτοι για την αποφασιστικότητα και την αξιοπιστία ενός κράτους.
Ο Πρόεδρος Σίσι μετράει στις χώρες πολύ σωστά εκτός από την ισχύ, την στρατηγική τους αξία και όπως προειπώθηκε την αποφασιστικότητα που επιδεικνύουν στην υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Η Τουρκία εμφανίζεται σήμερα ως μια περιφερειακή δύναμη με ισχυρή αμυντική βιομηχανία, σημαντική στρατιωτική παρουσία σε πολλά μέτωπα και αυξανόμενη επιρροή στον μουσουλμανικό κόσμο. Κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι Αίγυπτος και Τουρκία μαζί με την Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν έχουν προχωρήσει σε μία συνεργασία σε θέματα ασφαλείας στην ευρύτερη περιφέρεια με τον Αιγύπτιο Πρόεδρο να προτείνει αυτή η συνεργασία να λάβει θεσμικό σχήμα.
Η αμήχανη στάση της Ελλάδας
Στην χώρα μας καλλιεργήθηκαν συχνά επικοινωνιακές υπερβολές γύρω από την ελληνοαιγυπτιακή στρατηγική σχέση. Δημιουργήθηκε η εντύπωση μιας σχεδόν αμετάβλητης στρατηγικής σύμπλευσης, η οποία υποτίθεται ότι είχε αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά. Η πραγματικότητα, όμως, ήταν πιο σύνθετη. Η Αίγυπτος ουδέποτε εγκατέλειψε τη λογική της στρατηγικής αυτονομίας ούτε έκλεισε τις γέφυρες με την Τουρκία, όπως και δεν κλείνει τώρα αυτές με την Ελλάδα.
Αυτή ακριβώς η απόσταση μεταξύ της επικοινωνιακής εικόνας και της γεωπολιτικής πραγματικότητας εξηγεί γιατί σήμερα η απογοήτευση στην ελληνική κοινή γνώμη είναι τόσο έντονη. Παράλληλα, δημιουργείται ένα δύσκολα διαχειρίσιμο πολιτικό και επικοινωνιακό ζήτημα για την κυβέρνηση, η οποία καλείται πλέον να εξηγήσει εξελίξεις που έρχονται σε αντίθεση με τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί.
Οι συμμαχίες ακολουθούν τα συμφέροντα
Στη διεθνή πολιτική δεν υπάρχουν σταθερές φιλίες ούτε μόνιμες εχθρότητες όπως είπε κάποτε ο Λόρδος Πάλμερστον. Υπάρχουν μεταβαλλόμενοι συσχετισμοί ισχύος και συμφερόντων. Όποιος προσεγγίζει τις διεθνείς σχέσεις με όρους συναισθηματικής πίστης ή ηθικής ανταπόδοσης, είναι καταδικασμένος να εκπλήσσεται κάθε φορά που μια χώρα αναθεωρεί τις προτεραιότητές της.
Η Αίγυπτος δεν απομακρύνεται από την Ελλάδα επειδή έγινε ξαφνικά φιλοτουρκική. Επιχειρεί να διευρύνει το στρατηγικό της περιθώριο κινήσεων σε μια περίοδο κατά την οποία η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Μεσόγειος αναδιαμορφώνονται. Το Κάιρο αντιλαμβάνεται ότι η Τουρκία αποτελεί μια περιφερειακή δύναμη με σημαντική στρατιωτική, βιομηχανική και γεωπολιτική επιρροή. Η Σαουδική Αραβία διαθέτει τεράστιους οικονομικούς πόρους και επιδιώκει πρωταγωνιστικό ρόλο στον αραβικό κόσμο. Το Πακιστάν προσφέρει στρατηγικό βάθος, πυρηνική αποτροπή και ισχυρή στρατιωτική συνεργασία με μουσουλμανικά κράτη. Για την Αίγυπτο, η συνεργασία με όλους αυτούς τους παράγοντες αυξάνει την ελευθερία των επιλογών της.
Το ειδικό βάρος ως μέτρο της διεθνούς αξίας
Εδώ ακριβώς επιβεβαιώνεται η θεμελιώδης διαπίστωση του Παναγιώτη Κονδύλη: στις «συμμαχίες» η αξία ενός κράτους προσδιορίζεται από το ειδικό του βάρος. Δεν αρκεί μια χώρα να επικαλείται το διεθνές δίκαιο (πολλές φορές σπαραξικάρδια), να συμμετέχει σε συμμαχίες ή να διακηρύσσει κοινές αξίες. Το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό, τι μπορεί να προσφέρει; Πόση ισχύ διαθέτει; Πόσο αναγκαία είναι για τους συμμάχους της;
Η Τουρκία ούτε απομονωμένη είναι ούτε στριμωγμένη, όπως κάποιοι στην Ελλάδα επιδιώκουν να την εμφανίσουν! Με τα μεγέθη της επιχειρεί να αυξάνει διαπεριφερειακά την πολιτική της επιρροή και με αυτό τον τρόπο το ειδικό της βάρος. Διαθέτει ισχυρή αμυντική βιομηχανία, επεμβαίνει στρατιωτικά σε πολλαπλά μέτωπα, αναπτύσσει εξαγωγές οπλικών συστημάτων, ασκεί επιρροή από τον Καύκασο μέχρι την Αφρική και διατηρεί ανοιχτούς διαύλους τόσο με τη Δύση όσο και με τη Ρωσία και τον μουσουλμανικό κόσμο. Η Ελλάδα παρ’ όλα αυτά μπορεί να την αντιμετωπίσει! Με στιβαρή διπλωματία, ανάσχεση και αξιόπιστη αποτροπή! Τα έχουμε;
Το δίδαγμα για την ελληνική στρατηγική
Καμία χώρα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δική της ισχύ με την καλή θέληση τρίτων. Η διεθνής πολιτική δεν ανταμείβει τις προθέσεις αλλά τις δυνατότητες. Όσο μεγαλύτερο είναι το ειδικό βάρος μιας χώρας, τόσο περισσότερο υπολογίζεται. Όταν αυτό μειώνεται, μειώνεται και η αξία της στο «γεωπολιτικό χρηματιστήριο». Τόσο απλά!
Οι διεθνείς σχέσεις όπως συχνά τονίζω διέπονται διαχρονικά από έναν έντονο και διάχυτο κυνισμό! Τα συμφέροντα τις διαμορφώνουν και η ισχύς αποτελεί το μοναδικό νόμισμα με πραγματική αξία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ελλάδα δεν πρέπει να αναρωτιέται γιατί η Αίγυπτος συνομιλεί με την Τουρκία. Το σκληρό ερώτημα στο οποίο θα πρέπει να απαντήσει είναι το πώς θα αυξήσει η ίδια το δικό της ειδικό βάρος, ώστε καμία περιφερειακή αναδιάταξη να μην μπορεί να την παρακάμψει.
Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα – Προτάσεις
Η εξομάλυνση των σχέσεων Αιγύπτου και Τουρκίας δεν αποτελεί συγκυριακή επιλογή ούτε προϊόν κάποιας αιφνίδιας αλλαγής πολιτικής. Είναι το αποτέλεσμα μιας σταδιακής αναγνώρισης κοινών συμφερόντων, η οποία ξεκίνησε το 2021 και έκτοτε εξελίσσεται με συνέπεια.
Το βασικό δίδαγμα για την Ελλάδα είναι ότι καμία διμερής σχέση δεν παραμένει σταθερή όταν μεταβάλλονται οι συσχετισμοί ισχύος. Οι στρατηγικές συνεργασίες διατηρούνται όσο εξυπηρετούν το συμφέρον και των δύο πλευρών. Γι’ αυτό και η ελληνική εξωτερική πολιτική οφείλει να στηρίζεται πρωτίστως στη συνεχή αύξηση του εθνικού ειδικού βάρους και όχι στην υπόθεση ότι οι σημερινές ευθυγραμμίσεις θα παραμείνουν αναλλοίωτες στο μέλλον. Δεν θα συνιστά έκπληξη αν στο μέλλον, όταν «θα έχει πέσει ο κουρνιαχτός» ακόμα και το Ισραήλ με την Τουρκία να επιδιώξουν εξομάλυνση των σχέσεων τους!
*Ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι Γεωστρατηγικός Αναλυτής.
https://www.militaire.gr/
