Για περισσότερες από δύο δεκαετίες μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η αμερικανική Δεξιά αντιμετώπιζε το Ισλάμ κυρίως ως εξωτερική απειλή, συνδεδεμένη με την τρομοκρατία και την εθνική ασφάλεια. Σήμερα, όμως, η μάχη έχει αλλάξει χαρακτήρα.
Όπως περιγράφει σε ρεπορτάζ του ο Economist στο Τέξας, οι Ρεπουμπλικανοί παρουσιάζουν το Ισλάμ όχι ως κίνδυνο από το εξωτερικό, αλλά ως απειλή για την ίδια την αμερικανική ταυτότητα, σε μια πολιτική εκστρατεία που συνδέεται όλο και περισσότερο με την άνοδο του χριστιανικού εθνικισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Από τις «πόλεις της Σαρία» στις νομοθετικές πρωτοβουλίες
Η νέα αυτή πολιτική εκστρατεία ξεκίνησε στις αρχές του 2025, όταν ο κυβερνήτης του Τέξας Γκρεγκ Άμποτ χαρακτήρισε ένα οικιστικό σχέδιο του East Plano Islamic Centre ως παράδειγμα δημιουργίας «πόλεων της Σαρία».
Ακολούθησαν έρευνες από περισσότερες από δέκα κρατικές υπηρεσίες, ενώ στη συνέχεια η πολιτεία προχώρησε σε ακόμη πιο επιθετικές κινήσεις. Ο Άμποτ χαρακτήρισε το Συμβούλιο Αμερικανοϊσλαμικών Σχέσεων (CAIR), τη μεγαλύτερη μουσουλμανική οργάνωση πολιτικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ, ως «ξένη τρομοκρατική οργάνωση», απαγορεύοντας την αγορά γης από την οργάνωση στο Τέξας.
Παράλληλα, μουσουλμανικά σχολεία αποκλείστηκαν από το νέο πρόγραμμα εκπαιδευτικών κουπονιών (voucher), ενώ το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα της πολιτείας κατέταξε το σύνθημα «Stop the Islamification of Texas» («Σταματήστε την ισλαμοποίηση του Τέξας») στις κορυφαίες νομοθετικές του προτεραιότητες.
Ο χριστιανικός εθνικισμός περνά στο προσκήνιο
Πίσω από τις συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, σύμφωνα με την ανάλυση του Economist, βρίσκεται ένα ευρύτερο ιδεολογικό ρεύμα που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη επιρροή στους κόλπους του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος: ο λεγόμενος χριστιανικός εθνικισμός.
Πρόκειται για την αντίληψη που λέει ότι από τη στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες θεμελιώθηκαν ως χριστιανικό έθνος, η δημόσια ζωή, η πολιτική και οι κρατικοί θεσμοί θα πρέπει να αντανακλούν τις χριστιανικές αξίες.
Το Ισλάμ ως «εσωτερικός εχθρός»
Η μετατόπιση είναι χαρακτηριστική.
Αν μετά την 11η Σεπτεμβρίου το ενδιαφέρον επικεντρωνόταν στην τρομοκρατία και στους εξωτερικούς κινδύνους, σήμερα αρκετοί Ρεπουμπλικανοί παρουσιάζουν το Ισλάμ ως πολιτισμική απειλή που επιχειρεί να αλλοιώσει την αμερικανική κοινωνία.
Σύμφωνα με στοιχεία του Centre for the Study of Organised Hate, μέσα σε μόλις 13 μήνες 46 Ρεπουμπλικανοί αιρετοί δημοσίευσαν περισσότερες από 1.100 αναρτήσεις με αντιμουσουλμανικό περιεχόμενο — δεκαπενταπλάσια αύξηση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Ανάμεσά τους ήταν ο γερουσιαστής του Αλαμπάμα Τόμι Τάμπερβιλ, που συνέδεσε σε ανάρτησή του τον μουσουλμάνο δήμαρχο της Νέας Υόρκης με τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, προειδοποιώντας ότι «ο εχθρός βρίσκεται πλέον μέσα στα τείχη».
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν βαθύ ιδεολογικό χάσμα
Οι πολιτικές αυτές φαίνεται να απηχούν ένα σημαντικό μέρος της εκλογικής βάσης των Ρεπουμπλικανών.
Σύμφωνα με το Public Religion Research Institute, περίπου τρεις στους τέσσερις Ρεπουμπλικανούς θεωρούν ότι οι αμερικανικές αξίες βρίσκονται σε σύγκρουση με το Ισλάμ, έναντι μόλις τριών στους δέκα Δημοκρατικούς.
Το χάσμα αυτό έχει υπερδιπλασιαστεί από το 2011, ενώ οι ψηφοφόροι που υποστηρίζουν την ιδέα των ΗΠΑ ως χριστιανικού έθνους εμφανίζονται ακόμη πιο επιφυλακτικοί απέναντι στους μουσουλμάνους.
Να σημειωθεί ότι οι μουσουλμάνοι αποτελούν περίπου το 1% του αμερικανικού πληθυσμού.
Από τις δικαστικές αίθουσες… στις σχολικές αίθουσες
Η ιδεολογική αντιπαράθεση δεν περιορίζεται πλέον στη δημόσια ρητορική.
Στο Τέξας ψηφίστηκε νόμος που επιβάλλει την ανάρτηση των Δέκα Εντολών στις σχολικές αίθουσες, ενώ το νέο πρόγραμμα σπουδών δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις βιβλικές αφηγήσεις.
Παράλληλα, ενότητες που παρουσίαζαν τις βασικές αρχές του Ισλάμ αντικαθίστανται από μαθήματα που εστιάζουν στην έννοια της τζιχάντ και στην ιστορική επέκταση του Ισλάμ εις βάρος χριστιανικών εδαφών.
Οι αντιδράσεις
Οι οργανώσεις μουσουλμάνων κάνουν λόγο για θεσμικές διακρίσεις και στοχοποίηση μιας ολόκληρης θρησκευτικής κοινότητας.
Η Shaimaa Zayan, εκπρόσωπος του CAIR, υποστηρίζει ότι η ισλαμοφοβία έχει πλέον μετατραπεί σε «θρησκευτική δίωξη», κατηγορώντας τις αρχές του Τέξας ότι επιχειρούν να καταστήσουν τη ζωή των μουσουλμάνων τόσο δύσκολη ώστε να εγκαταλείψουν μόνοι τους την πολιτεία.
Από την άλλη πλευρά, συντηρητικοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι πίσω από την οξυμένη ρητορική υπάρχει υπαρκτός προβληματισμός για την άνοδο του ισλαμικού εξτρεμισμού και ότι οι μετριοπαθείς μουσουλμάνοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν συμμάχους απέναντι σε αυτόν.
Αρκετές από τις πρωτοβουλίες του Τέξας έχουν ήδη προσκρούσει στα δικαστήρια. Δικαστές έχουν μπλοκάρει τον αποκλεισμό μουσουλμανικών σχολείων από το πρόγραμμα vouchers και επέτρεψαν να συνεχιστεί η προσφυγή του East Plano Islamic Centre, επισημαίνοντας ότι δεν παρουσιάστηκε καμία απόδειξη πως το τέμενος επιχειρεί να επιβάλει τη Σαρία στους κατοίκους της πολιτείας.
Ωστόσο, τίποτα δεν δείχνει ότι η πολιτική αυτή θα εγκαταλειφθεί. Αντίθετα, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί αναζητούν τη νέα ιδεολογική τους ταυτότητα μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία, το Τέξας εξελίσσεται σε πεδίο δοκιμής μιας ατζέντας που συνδέει όλο και πιο στενά την αμερικανική εθνική ταυτότητα με τον χριστιανισμό και αντιμετωπίζει το Ισλάμ όχι απλώς ως διαφορετική θρησκεία, αλλά ως ιδεολογικό αντίπαλο της αμερικανικής δημοκρατίας.
