4 Ιουλ 2026

Σκάνδαλο υποκλοπών: Pegasus, Predator και τα ερωτήματα πληθαίνουν μετά τις αποκαλύψεις για τον Κούλογλου

 


Τέσσερα χρόνια μετά τις πρώτες αποκαλύψεις που συγκλόνισαν την ελληνική πολιτική σκηνή, το σκάνδαλο των υποκλοπών όχι μόνο δεν έχει κλείσει, αλλά αποκτά νέα διάσταση. Οι τελευταίες αποκαλύψεις του Citizen Lab του Πανεπιστημίου του Τορόντο, σύμφωνα με τις οποίες ο δημοσιογράφος και πρώην ευρωβουλευτής Στέλιος Κούλογλου υπήρξε θύμα του ....κατασκοπευτικού λογισμικού Pegasus, επαναφέρουν με ένταση το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο από το 2022: ποιος παρακολουθούσε ποιον και με ποιο σκοπό;

Συμφέρον

Η νέα αποκάλυψη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή αφορά έναν άνθρωπο που, ως μέλος της Επιτροπής PEGA του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, συμμετείχε στην έρευνα για τη χρήση παράνομων λογισμικών παρακολούθησης στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επί της ουσίας δηλαδή εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με την παρακολούθηση ενός ατόμου, αλλά ενός ευρωβουλευτή που συμμετείχε σε Επιτροπή της Ε.Ε. η οποία αφενός πήρε το όνομά της από το λογισμικό παρακολούθησης Pegasus της ισραηλινής εταιρείας NSO, αφετέρου η παρακολούθησή του έγινε με το συγκεκριμένο λογισμικό!

Το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες που εμπορεύονται τέτοια λογισμικά έχουν συνάψει συμφωνίες με κρατικές οντότητες και κρατικές υπηρεσίες ασφάλειας και καταστολής, κάνει το πράγμα ακόμα πιο ενδιαφέρον. Ποιός είχε συμφέρον να παρακολουθήσει τον Έλληνα Ευρωβουλευτή και μέσω αυτού τις συνομιλίες του με άλλα μέλη της Επιτροπής PEGA;

Απ’ τον Ανδρουλάκη στον Κούλογλου

Η ιστορία των υποκλοπών στην Ελλάδα δεν ξεκίνησε, βέβαια, με τον Κούλογλου. Το καλοκαίρι του 2022 αποκαλύφθηκε ότι ο τότε ευρωβουλευτής και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης είχε δεχθεί απόπειρα παγίδευσης του κινητού του τηλεφώνου μέσω του λογισμικού Predator, ενώ παράλληλα είχε τεθεί υπό νόμιμη επισύνδεση από την ΕΥΠ. Η αποκάλυψη προκάλεσε πολιτικό σεισμό. Ακολούθησαν οι παραιτήσεις του διοικητή της ΕΥΠ Παναγιώτη Κοντολέοντος και του γενικού γραμματέα του Πρωθυπουργού Γρηγόρη Δημητριάδη, γεγονός που ανέδειξε τη σοβαρότητα της κρίσης.

Στη συνέχεια ήρθαν στο φως δεκάδες ακόμη περιπτώσεις δημοσιογράφων, πολιτικών, επιχειρηματιών, στρατιωτικών και κρατικών λειτουργών που είτε παρακολουθήθηκαν είτε εμφανίστηκαν σε λίστες πιθανών στόχων του λογισμικού Predator ενώ ταυτόχρονα αρκετοί απ’ αυτούς υπήρξαν και στόχοι παρακολούθησης από την ΕΥΠ.

Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ευρωπαϊκών θεσμών, διεθνών οργανώσεων και οργανισμών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συγκρότησε ειδική επιτροπή για τη διερεύνηση της χρήσης των κατασκοπευτικών λογισμικών, ενώ οργανώσεις όπως οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα και η Διεθνής Αμνηστία εξέφρασαν έντονο προβληματισμό για την προστασία της ιδιωτικότητας και της ελευθερίας του Τύπου στην Ελλάδα.

Η κυβέρνηση της ΝΔ έχει από την πρώτη στιγμή αρνηθεί οποιαδήποτε σχέση με τη χρήση παράνομων λογισμικών. Υποστηρίζει ότι η ΕΥΠ ουδέποτε προμηθεύτηκε ή χρησιμοποίησε Predator ή κάποιο άλλο παράνομο λογισμικό και ότι οι νόμιμες επισυνδέσεις πραγματοποιούνται αποκλειστικά στο πλαίσιο που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία και για λόγους εθνικής ασφάλειας. Παράλληλα, επισημαίνει ότι μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου προχώρησε σε αλλαγές του θεσμικού πλαισίου, ενισχύοντας τις διαδικασίες ελέγχου και απαγορεύοντας την εμπορία και κατοχή κατασκοπευτικών λογισμικών στην Ελλάδα. Τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα επανέλαβε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην τελευταία του συνέντευξη στο liberal.gr.

Παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις όμως, η κυβέρνηση δεν έχει πείσει ότι δεν είχε σχέση με το θέμα και τους επιχειρηματίες της Intellexa. Αυτό αποδεικνύεται από τις συνεχόμενες δηλώσεις του πρωτόδικα καταδικασμένου Ταλ Ντίλιαν, ο οποίος έχει βάλει στο στόχαστρο τόσο το Μαξίμου όσο και την ΕΥΠ.

Η σιωπή της κυβέρνησης της ΝΔ

Βέβαια, η κυβέρνηση ουδέποτε έδωσε σαφείς απαντήσεις για το πως επέτρεψε την εξαγωγή του κακόβουλου λογισμικού σε τρίτες χώρες μέσω αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών. Ούτε έδωσε απαντήσεις για το γεγονός ότι η εταιρεία Intellexa (πωλήτρια του Predator) εμφανίζεται να συμμετέχει σε διαγωνισμούς του Δημοσίου ως μέλος κοινοπραξίας.

Αυτό όμως στο οποίο δεν έχει απαντήσει η κυβέρνηση έως σήμερα και είναι ίσως το σημαντικότερο όλων, είναι για ποιους λόγους δεν αναζήτησε όσους κρύβονται πίσω από τους… διαβόητους 4 «ιδιώτες» που χρησιμοποίησαν το Predator στην Ελλάδα. Για ποιους λόγους δηλαδή δεν κινητοποίησε γη και ουρανό προκειμένου να μάθει ποιοι παρακολουθούσαν τους υπουργούς της κυβέρνησης, τον Οικονομικό Εισαγγελέα, την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων.

Το επιχείρημα ότι επ’ αυτών έχει επιληφθεί η Δικαιοσύνη είναι εξαιρετικά έωλο και αποδείχθηκε από την πρόχειρη έρευνα του Άρειου Πάγου και ειδικότερα την κίνηση του απερχόμενου εισαγγελέα κ. Τζαβέλλα να αρχειοθετησει την υπόθεση, παρά το γεγονός ότι πρόεδρος και εισαγγελέας του μονομελούς πλημμελειοδικείου Αθηνών έκριναν πως απ’ τη δίκη των υποκλοπών προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατασκοπείας που η Δικαιοσύνη οφείλει να διερευνήσει.

Ακόμα και σήμερα, η νέα ηγεσία της εισαγγελίας του Άρειου Πάγου διατηρεί μια περίεργη απραξία σχετικά με το θέμα. Έχουν περάσει σχεδόν δύο μήνες από τις αιτήσεις αναίρεσης αρχειοθέτησης της υπόθεσης από θύματα του Predator και από τον Άρειο Πάγο τηρείται σιγή ιχθύος…

Αιχμές για τη Δικαιοσύνη

Κατόπιν αυτών είναι λογικό για την αντιπολίτευση να επιμένει ότι οι απαντήσεις που έχουν δοθεί μέχρι σήμερα είναι ανεπαρκείς, αφήνοντας αιχμές και για τον ρόλο συγκεκριμένων ταγών της Δικαιοσύνης που χειρίστηκαν την υπόθεση. Παρά τις αλλεπάλληλες έρευνες, εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά κενά στην εικόνα που έχει σχηματίσει η κοινή γνώμη για το σκάνδαλο των υποκλοπών. Δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως ποιοι έδιναν τις εντολές για τις νόμιμες επισυνδέσεις, ποια ήταν τα πραγματικά κριτήρια ενεργοποίησής τους, ποιος διαχειριζόταν το παράνομο λογισμικό και που κατέληγε το υλικό παρακολούθησης.

Η υπόθεση Κούλογλου αναζωπυρώνει όλα αυτά τα ερωτήματα. Ειδικά επειδή αφορά έναν δημοσιογράφο που ασκούσε έλεγχο στην εξουσία και έναν ευρωβουλευτή που συμμετείχε σε θεσμική διερεύνηση της χρήσης κατασκοπευτικών λογισμικών. Αν ένας τέτοιος στόχος μπορούσε να τεθεί υπό παρακολούθηση μέσω του Pegasus, τότε η συζήτηση αφορά πλέον όχι μόνο την προστασία της ιδιωτικής ζωής αλλά και την προστασία της ίδιας της ερευνητικής διαδικασίας.

Η σημασία της διερεύνησης

Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης. Τα λογισμικά Pegasus και Predator δεν θυμίζουν τις παραδοσιακές τηλεφωνικές υποκλοπές προηγούμενων δεκαετιών. Πρόκειται για εξαιρετικά εξελιγμένα εργαλεία κυβερνοκατασκοπείας που μπορούν να αποκτήσουν πλήρη πρόσβαση σε ένα κινητό τηλέφωνο: συνομιλίες, ηλεκτρονική αλληλογραφία, φωτογραφίες, αρχεία, επαφές, ακόμη και ενεργοποίηση μικροφώνου ή κάμερας χωρίς να το αντιληφθεί ο χρήστης. Με άλλα λόγια, ολόκληρη η προσωπική και επαγγελματική ζωή ενός ανθρώπου μπορεί να βρεθεί στα χέρια εκείνου που ελέγχει το λογισμικό.

Για παράδειγμα στην περίπτωση του Κούλογλου, ο κάτοχος του κινητού δεν χρειάστηκε καν να πατήσει σύνδεσμο ώστε να ενεργοποιηθεί η παρακολούθησή του –όπως συνέβη στα θύματα του Predator. Το Pegasus, σύμφωνα με τα στοιχεία του Citizen Lab εκμεταλλεύτηκε μια αστοχία της Apple στις συσκευές εκείνης της εποχής και μπορούσε να εφαρμοστεί και να παρακολουθεί χωρίς ο κάτοχος της συσκευής να έχει πατήσει κανένα κουμπί.

Η περίπτωση Ντόκου

Κι αν δεν μας αρκεί η υπόθεση Κούλογλου, η κυβερνοεπίθεση με θύμα τον σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας του πρωθυπουργού, Θάνο Ντόκο από Ρώσους χάκερς δείχνει ότι ο κυβερνοπόλεμος είναι εδώ και πως για άλλη μια φορά η χώρα βρέθηκε εκτεθειμένη. Με απλά λόγια αν και έχουν δοθεί εκατομμύρια από την κυβέρνηση για την προστασία από κυβερνοεπιθέσεις, αποδείχθηκε γι’ άλλη μια φορά πως ο βασιλιάς είναι γυμνός και μάθαμε πως «οι υπηρεσίες προστασίας αναβαθμίζονται» μετά το περιστατικό.

Εν ολίγοις ανεξάρτητα από τις πολιτικές ευθύνες που θα αποδοθούν ή όχι, η συνεχής παραγωγή νέων αποκαλύψεων δημιουργεί την εικόνα ενός κράτους που αδυνατεί να πείσει ότι διαθέτει αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου, αλλά κυρίως αυτοελέγχου. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι πολίτες είναι πεπεισμένοι (σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις) ότι η κυβέρνηση είχε πλήρη γνώση του σκανδάλου των υποκλοπών δεν οδηγεί μόνο στο να χάνουν την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς.  Είναι η ίδια η ποιότητα της δημοκρατίας που υποβαθμίζεται.

Απαντήσεις

Η υπόθεση των υποκλοπών δεν θα κλείσει με την εναλλαγή κυβερνήσεων ούτε με την κόπωση της κοινής γνώμης. Θα κλείσει μόνο όταν δοθούν τεκμηριωμένες απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα, όταν οι ανεξάρτητοι θεσμοί μπορέσουν να λειτουργήσουν χωρίς εμπόδια και όταν οι πολίτες πεισθούν ότι κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου.

Οι αποκαλύψεις για τον Στέλιο Κούλογλου υπενθυμίζουν ότι το σκάνδαλο παραμένει ανοικτό. Και όσο παραμένουν αναπάντητα τα θεμελιώδη ερωτήματα για το ποιος παρακολουθούσε, γιατί παρακολουθούσε και ποιος τελικά λογοδότησε, η υπόθεση των υποκλοπών θα εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες θεσμικές εκκρεμότητες της σύγχρονης ελληνικής δημοκρατίας.

in.gr