Πίσω από την εικόνα της ισχυρής αύξησης των τραπεζικών καταθέσεων κρύβεται μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα για τη συντριπτική πλειονότητα των νοικοκυριών. Τα συνολικά κεφάλαια μπορεί να εμφανίζονται αυξημένα, ωστόσο η κατανομή τους αποκαλύπτει ένα βαθύ χάσμα: σχεδόν τα.. μισά χρήματα που βρίσκονται στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα συγκεντρώνονται σε μόλις το 1% των λογαριασμών. Ουσιαστικά μόλις το 1% έχει πάνω από 100.000 ευρώ στους λογαριασμούς του.
Τα στοιχεία του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, τα οποία περιλαμβάνονται στον απολογισμό του 2025, αποτυπώνουν μια έντονα άνιση εικόνα. Την ώρα που ένας πολύ μικρός αριθμός φυσικών και νομικών προσώπων ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος της ιδιωτικής ρευστότητας, εκατομμύρια λογαριασμοί διαθέτουν υπόλοιπα που δεν επαρκούν ούτε για την κάλυψη των βασικών μηνιαίων αναγκών.
Η ενίσχυση των συνολικών καταθέσεων, επομένως, δεν σημαίνει ότι αυξήθηκαν αντίστοιχα οι αποταμιεύσεις των περισσότερων πολιτών. Αντίθετα, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η ρευστότητα παραμένει συγκεντρωμένη στην κορυφή, ενώ η βάση της καταθετικής πυραμίδας λειτουργεί κυρίως ως μηχανισμός πληρωμής μισθών, συντάξεων και υποχρεώσεων.
Επτά στους δέκα λογαριασμούς έχουν κάτω από 1.000 ευρώ
Στη βάση της πυραμίδας βρίσκονται εκατομμύρια λογαριασμοί με εξαιρετικά χαμηλά υπόλοιπα. Συγκεκριμένα, το 7ο% εμφανίζει καταθέσεις μικρότερες των 1.000 ευρώ, ενώ το μέσο ποσό στη συγκεκριμένη κατηγορία δεν ξεπερνά τα 250 ευρώ.
Στην πράξη, οι λογαριασμοί αυτοί δεν αποτελούν αποταμιευτικό «μαξιλάρι», αλλά λειτουργούν ως ενδιάμεσοι σταθμοί. Ο μισθός ή η σύνταξη κατατίθεται στην αρχή του μήνα και εξαντλείται σταδιακά για την πληρωμή ενοικίων, λογαριασμών, δανείων, τροφίμων και άλλων βασικών υποχρεώσεων.
Η συγκεκριμένη εικόνα αποδυναμώνει το αφήγημα περί γενικευμένης αύξησης του πλούτου των νοικοκυριών, καθώς η άνοδος του συνολικού ύψους των καταθέσεων δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στην κοινωνία.
Συρρικνώνεται η «μεσαία τάξη» των αποταμιευτών
Περιορισμένη εμφανίζεται και η ενδιάμεση κατηγορία καταθετών. Μόλις το 13% των λογαριασμών έχει υπόλοιπο από 1.000 έως 5.000 ευρώ.
Οι λογαριασμοί με καταθέσεις από 1.000 έως 50.000 ευρώ αντιπροσωπεύουν, μαζί με τις αμέσως επόμενες κατηγορίες, το 38,1% της συνολικής τραπεζικής ρευστότητας. Πρόκειται για το τμήμα των νοικοκυριών που διαθέτει κάποια αποταμίευση, χωρίς όμως τα ποσά να μπορούν στις περισσότερες περιπτώσεις να θεωρηθούν επαρκή για την αντιμετώπιση μιας μεγάλης έκτακτης ανάγκης ή μιας παρατεταμένης απώλειας εισοδήματος.
Παράλληλα, ο πληθωρισμός διαβρώνει την πραγματική αξία των χρημάτων. Ακόμη και στην περίπτωση των προθεσμιακών καταθέσεων, οι αποδόσεις συχνά παραμένουν χαμηλότερες από την αύξηση των τιμών, με αποτέλεσμα οι καταθέτες να υφίστανται αρνητικό πραγματικό επιτόκιο.
Το 0,9% ελέγχει περισσότερα από 75 δισ. ευρώ
Η μεγαλύτερη συγκέντρωση καταγράφεται στην κορυφή της πυραμίδας. Μόλις το 0,9% των λογαριασμών εμφανίζει υπόλοιπο άνω των 100.000 ευρώ.
Στη συγκεκριμένη κατηγορία αντιστοιχεί το 45,7% του συνολικού όγκου των τραπεζικών καταθέσεων, με τα κεφάλαια να ξεπερνούν τα 75 δισ. ευρώ. Με άλλα λόγια, λιγότεροι από ένας στους 100 λογαριασμούς συγκεντρώνουν σχεδόν τα μισά από τα χρήματα που βρίσκονται στις ελληνικές τράπεζες.
Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η αύξηση των καταθέσεων δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη βελτίωσης της οικονομικής θέσης της πλειονότητας. Αντιθέτως, αντανακλά σε σημαντικό βαθμό τη συσσώρευση κεφαλαίων σε περιορισμένο αριθμό λογαριασμών.
Η κρίσιμη διευκρίνιση για τους 31,7 εκατ. «καταθέτες»
Το ΤΕΚΕ διευκρινίζει ότι τα στοιχεία αφορούν συνολικά 31,7 εκατ. καταθέτες, αριθμός πολλαπλάσιος του πληθυσμού της χώρας. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν πρόκειται για μοναδικά πρόσωπα ή ΑΦΜ.
Κάθε καταθέτης υπολογίζεται χωριστά για κάθε τράπεζα στην οποία διατηρεί λογαριασμό. Παράλληλα, κάθε συνδικαιούχος ενός κοινού λογαριασμού καταγράφεται ως διαφορετικός καταθέτης, ενώ στα στοιχεία περιλαμβάνονται τόσο φυσικά όσο και νομικά πρόσωπα.
Επομένως, η κατανομή δεν αποτυπώνει με απόλυτη ακρίβεια πόσοι μοναδικοί πολίτες διαθέτουν συγκεκριμένο ύψος καταθέσεων. Ωστόσο, ακόμη και με αυτή την επιφύλαξη, η γενική εικόνα της μεγάλης συγκέντρωσης των κεφαλαίων δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά από τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η έρευνα της Τράπεζας της Ελλάδος
Καθώς δεν υπάρχουν δημοσιοποιημένα στοιχεία για τις καταθέσεις ανά ΑΦΜ, η Τράπεζα της Ελλάδος είχε εφαρμόσει κατά τη διάρκεια της πανδημίας ειδική μεθοδολογία, προκειμένου να προσεγγίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια την κατανομή των αποταμιεύσεων.
Σύμφωνα με τους πιο πρόσφατους υπολογισμούς της, περισσότεροι από 4,5 εκατ. καταθέτες διέθεταν έως 5.000 ευρώ, ενώ περίπου 2 εκατ. βρίσκονταν στην κατηγορία από 5.000 έως 50.000 ευρώ.
Περίπου 360.000 καταθέτες είχαν από 50.000 έως 100.000 ευρώ και 110.000 από 100.000 έως 500.000 ευρώ. Ακόμη πιο περιορισμένος ήταν ο αριθμός στις ανώτερες κατηγορίες: περίπου 5.200 καταθέτες διέθεταν από 500.000 έως 1 εκατ. ευρώ και 1.300 από 1 έως 5 εκατ. ευρώ.
Στην κορυφή, μόλις 80 καταθέτες εμφανίζονταν με ποσά από 5 έως 10 εκατ. ευρώ, ενώ έως 84 διέθεταν τραπεζικές καταθέσεις άνω των 10 εκατ. ευρώ.
Η υπερβάλλουσα ρευστότητα προστατεύει τις τράπεζες
Η μεγάλη δεξαμενή καταθέσεων προσφέρει σημαντικό πλεονέκτημα στα συστημικά πιστωτικά ιδρύματα, καθώς τους επιτρέπει να διατηρούν χαμηλό το κόστος άντλησης κεφαλαίων
Χωρίς τον άμεσο κίνδυνο μαζικών εκροών και με τα επιτόκια καταθέσεων να παραμένουν περιορισμένα, τα περιθώρια κέρδους των τραπεζών προστατεύονται. Η υψηλή ρευστότητα, ωστόσο, δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε οικονομική ασφάλεια για τα νοικοκυριά.
https://www.ieidiseis.gr/
