Με υψηλές τιμές και αυξημένο κόστος για τα νοικοκυριά αναμένεται να ξεκινήσει η νέα περίοδος διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης, καθώς οι πιέσεις στην αγορά καυσίμων παραμένουν έντονες, με τις εκτιμήσεις των πρατηριούχων προμηνύουν έναν δύσκολο και ακριβό χειμώνα για τους καταναλωτές.
Ειδικότερα, ο πρόεδρος των πρατηριούχων Αττικής, Νίκος Παπαγεωργίου κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ενόψει της έναρξης της διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης, καθώς απομένουν περίπου δύο μήνες μέχρι την έναρξη της περιόδου. «Είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί στην κατανάλωση γιατί έρχεται και το πετρέλαιο θέρμανσης. Είμαστε περίπου δύο μήνες πριν την έναρξή του και εκεί οι τιμές θα είναι αρκετά υψηλές», σημειώνει, εκφράζοντας παράλληλα την απαισιοδοξία του για την πορεία των τιμών.
«Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος γιατί έχουμε τα παραδείγματα του παρελθόντος και δείχνουν πού πηγαίνει η κατάσταση. Ένας πόλεμος που ξεκίνησε για 4-5 μέρες, έγινε 4-5 βδομάδες και κλείνουμε τον 5ο μήνα», αναφέρει χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας τη διάρκεια και την αβεβαιότητα που έχει δημιουργήσει η πολεμική σύγκρουση στις αγορές ενέργειας.
Σε υψηλά επίπεδα οι τιμές τις βενζίνης το επόμενο τρίμηνο
Σταθερά σε υψηλά επίπεδα αναμένεται να παραμείνουν οι τιμές των καυσίμων το επόμενο τρίμηνο, με την αμόλυβδη να κινείται κοντά στα 2 ευρώ το λίτρο, σύμφωνα με τον πρόεδρο των πρατηριούχων Αττικής, Νίκο Παπαγεωργίου.
Οι υψηλοί φόροι, το κόστος μεταφοράς και οι ιδιαιτερότητες της νησιωτικής και ορεινής Ελλάδας διατηρούν τις τιμές των καυσίμων σε υψηλά επίπεδα, όπως ανέφερε ο πρόεδρος των πρατηριούχων Αττικής, Νίκος Παπαγεωργίου, ο οποίος μιλώντας στον ΣΚΑΙ εκτίμησε ότι οι καταναλωτές θα πρέπει να προετοιμαστούν για παρατεταμένες πιέσεις στις τιμές το επόμενο διάστημα.
Όπως εξηγεί, στις αυξημένες τιμές των καυσίμων συμβάλλουν ο υψηλός Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης και ο ΦΠΑ, αλλά και το κόστος μεταφοράς και διακίνησης των προϊόντων. Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα αυξημένο σε νησιωτικές περιοχές και σε απομακρυσμένους ορεινούς όγκους.
Οι παράγοντες αυτοί, σύμφωνα με τον ίδιο, μετακυλίονται στην τελική τιμή που πληρώνουν οι καταναλωτές στους περισσότερους νομούς της χώρας και εξηγούν σε μεγάλο βαθμό τις σημαντικές αποκλίσεις που καταγράφονται στις τιμές των καυσίμων μεταξύ των νησιών και των μεγάλων αστικών κέντρων, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη.
Σε ό,τι αφορά την πορεία των τιμών, ο πρόεδρος των πρατηριούχων Αττικής επισημαίνει ότι το τελευταίο διάστημα η ελληνική αγορά αντιδρά πολύ ταχύτερα στις διεθνείς εξελίξεις.
Όπως σημειώνει, είναι πιθανό να παρατηρείται ακόμη και αντίστροφη κίνηση μεταξύ των διεθνών τιμών και της ελληνικής αγοράς, με τις πρώτες να υποχωρούν και τις τιμές στην Ελλάδα να αυξάνονται. Αυτό, όπως εξηγεί, συνδέεται με το γεγονός ότι οι τιμές των διυλισμένων προϊόντων διαμορφώνονται ανεξάρτητα από την τιμή του αργού πετρελαίου.
«Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια πολύ πιο γρήγορη αντίδραση της αγοράς σε οποιοδήποτε γεγονός. Μπορεί να βλέπουμε τις διεθνείς τιμές να μειώνονται και στην Ελλάδα να αυξάνονται. Αυτό συμβαίνει γιατί τα διυλισμένα προϊόντα είναι ανεξάρτητα. Δεν εξαρτώνται από τις τιμές», είπε.
Ο ίδιος εκτιμά ότι οι καταναλωτές δεν θα πρέπει να προετοιμάζονται απλώς για μια μικρή και προσωρινή αύξηση της τιμής ανά λίτρο, αλλά για μια παρατεταμένη περίοδο υψηλών τιμών. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, οι τιμές θα μπορούσαν να κινηθούν γύρω από τα 2 ευρώ το λίτρο για τουλάχιστον το επόμενο τρίμηνο.
«Ο κόσμος πρέπει να ναι προετοιμασμένος όχι για μια μικρή αύξηση των τιμών στο λίτρο που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ένα κόστος στον οικογενειακό εισόδημα κατά 30 ευρώ τον μήνα, αλλά πρέπει να περιμένει ο κόσμος μεγάλη διάρκεια εντάσεων στις τιμές που θα διατηρούνται αρκετά υψηλά. Όταν λέω αρκετά υψηλά γύρω στα 2 ευρώ το λίτρο. Εκεί θα είναι οι τιμές τουλάχιστον για το επόμενο τρίμηνο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Χωρίς τις υφιστάμενες επιδοτήσεις, αναφέρει, η τιμή του πετρελαίου κίνησης θα διαμορφωνόταν περίπου στα 2,10 ευρώ το λίτρο, ενώ η αμόλυβδη βενζίνη θα έφτανε περίπου στα 2,05 ευρώ το λίτρο.
Η κρίσιμη παράμετρος των Στενών του Ορμούζ
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδει στις εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, υπογραμμίζοντας ότι, σε περίπτωση που παραμείνουν κλειστά, το βασικό ζήτημα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα είναι η επάρκεια των διυλισμένων προϊόντων.
Όπως εξηγεί, η κατάσταση επιβαρύνεται από τη συσσώρευση πλοίων στα Στενά του Ορμούζ, τις δυσκολίες στη διέλευση από τη Διώρυγα του Σουέζ λόγω των επιθέσεων των Χούθι, αλλά και τη μείωση της παραγωγής σε διυλιστήρια που έχουν πληγεί από επιθέσεις.
Όλα αυτά, σύμφωνα με τον ίδιο, δοκιμάζουν τις αντοχές της ευρωπαϊκής αγοράς, η οποία δεν διαθέτει επαρκή εγχώρια παραγωγή πετρελαίου. Παράλληλα, επισημαίνει ότι τα στρατηγικά αποθέματα των ΗΠΑ έχουν μειωθεί σημαντικά το τελευταίο διάστημα.
Τα ελληνικά διυλιστήρια και η επάρκεια καυσίμων
Σε ό,τι αφορά την ελληνική αγορά, ο πρόεδρος των πρατηριούχων Αττικής εμφανίζεται πιο καθησυχαστικός ως προς την επάρκεια, επισημαίνοντας ότι τα ελληνικά διυλιστήρια έχουν ήδη δοκιμαστεί σε συνθήκες διεθνών κρίσεων, μεταξύ άλλων και κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία.
Όπως αναφέρει, διαθέτουν σημαντική ευελιξία στην προμήθεια αργού πετρελαίου και στη διαδικασία διύλισης. Ωστόσο, επισημαίνει ότι σημαντικό μέρος της παραγωγής τους κατευθύνεται σε αγορές του εξωτερικού, καθώς πάνω από το 65%-70% των προϊόντων που παράγονται εξάγεται σε τρίτες χώρες.
https://www.ieidiseis.gr/
