Υπάρχει κάτι παράδοξο στη σημερινή συζήτηση για τα ελληνοτουρκικά. Κάθε φορά που ο Αντώνης Σαμαράς ασκεί κριτική στην πολιτική των «ήρεμων νερών», η απάντηση είναι περίπου η ίδια: «Μα κι εσύ, όταν ήσουν Πρωθυπουργός, συνομιλούσες με την Τουρκία».

Φυσικά και συνομιλούσε.

Η εξωτερική πολιτική μιας χώρας δεν ασκείται με κλειστά τηλέφωνα και άδειες καρέκλες. Ο διάλογος είναι εργαλείο. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν συνομιλείς. Το ερώτημα είναι από ποια θέση συνομιλείς και τι κάνεις όταν ο άλλος παραβιάζει τους κανόνες.

Αυτό ακριβώς φαίνεται από την περίοδο που ο Αντώνης Σαμαράς ήταν Πρωθυπουργός.

Το 2013 πήγε στην Κωνσταντινούπολη, συναντήθηκε με τον Ερντογάν, υπέγραψε 25 συμφωνίες και μίλησε για μια «καλή ημέρα» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Την ίδια περίοδο, όμως, η Ελλάδα δεν εγκατέλειπε την αποτρεπτική της στρατηγική ούτε τις διεθνείς της συμμαχίες.

Αντιθέτως, οικοδομούσε συστηματικά ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ ενισχύθηκε, ενώ προωθήθηκε αποφασιστικά και η τριμερής Ελλάδα–Κύπρος–Αίγυπτος, με την πρώτη Σύνοδο Κορυφής να πραγματοποιείται στο Κάιρο το 2014.

Δεν ήταν δύο διαφορετικές πολιτικές. Ήταν η ίδια πολιτική: διάλογος όπου υπάρχει περιθώριο συνεννόησης, αποτροπή όπου υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας τετελεσμένων.

Και το 2014 ήρθε η στιγμή που αυτή η αρχή δοκιμάστηκε στην πράξη.

Η Τουρκία έστειλε το «Μπαρμπαρός» στην κυπριακή ΑΟΖ, αμφισβητώντας εμπράκτως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου. Ο Σαμαράς δεν είπε τότε ότι «προέχει να διατηρήσουμε τα ήρεμα νερά». Στήριξε τη Λευκωσία και τη στάση του Προέδρου Αναστασιάδη, να ανασταλούν  οι δικοινοτικές συνομιλίες.

Αυτό δεν ήταν άρνηση του διαλόγου. Ήταν η υπενθύμιση μιας στοιχειώδους αρχής: δεν μπορεί να υπάρχει ουσιαστικός διάλογος ενώ ο ένας επιχειρεί να δημιουργήσει τετελεσμένα εις βάρος του άλλου.

Και όταν η κρίση αποκλιμακώθηκε, ο διάλογος συνεχίστηκε. Τον Δεκέμβριο του 2014 ο Σαμαράς υποδέχθηκε στην Αθήνα τον Νταβούτογλου. Διότι, αποτροπή δεν σημαίνει ότι οδηγούμαστε αναπόφευκτα σε σύγκρουση.

Αυτή είναι η ουσία.

Γι’ αυτό και η σημερινή θέση του Σαμαρά δεν αποτελεί κάποια όψιμη μεταμόρφωση. Εδώ και χρόνια προειδοποιεί ότι «με πειρατές δεν κάνεις διάλογο». Και ο Κώστας Καραμανλής έχει εκφράσει ανάλογες ανησυχίες για τον κίνδυνο μιας πολιτικής κατευνασμού.

Άλλωστε, η διαφωνία του Σαμαρά με την κυβερνητική εξωτερική πολιτική δεν εμφανίστηκε τώρα. Ήταν ακριβώς η κριτική του στους χειρισμούς της κυβέρνησης έναντι της Τουρκίας και στο Υπουργείο Εξωτερικών που οδήγησε τελικά και στη διαγραφή του από τη Νέα Δημοκρατία.

Υπάρχει και ένα ακόμη επιχείρημα που ακούγεται συχνά: «Η Ελλάδα εξοπλίζεται. Έχει Rafale, Belharra και νέα οπλικά συστήματα».

Ασφαλώς και πρέπει να εξοπλίζεται. Αλλά ένας εξοπλισμός δεν αποτελεί από μόνος του αποτροπή.

Η αποτροπή είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο: είναι η πολιτική βούληση να χρησιμοποιήσεις την ισχύ σου όταν χρειαστεί, η επιχειρησιακή ετοιμότητα, οι σαφείς κόκκινες γραμμές, οι συμμαχίες και —κυρίως— η αξιοπιστία σου.

Τα Rafale και οι Belharra ενισχύουν την ισχύ της χώρας. Δεν αποφασίζουν όμως από μόνα τους αν η Ελλάδα θα υπερασπιστεί τα δικαιώματά της, διότι αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Δεν χρειάζεται ούτε λεονταρισμός ούτε φοβικότητα. Χρειάζεται εθνική αυτοπεποίθηση.

Να μπορείς να κάθεσαι στο τραπέζι και να μιλάς, επειδή θέλεις την ειρήνη, αλλά και να μην εγκαταλείπεις τους αλιείς, την πόντιση καλωδίου, και γενικά την άσκηση των κυριαρχικών σου δικαιωμάτων. Να μπορείς ταυτόχρονα να σηκώνεσαι από το τραπέζι όταν ο άλλος επιχειρεί να επιβάλει τετελεσμένα.

Γιατί ο διάλογος έχει αξία όταν στηρίζεται στην αποτροπή. Και η αποτροπή έχει αξία όταν υπηρετεί την ειρήνη.

Αυτό δεν είναι αντίφαση.

Είναι υπεύθυνη εθνική πολιτική.

*Ο Θανάσης Σκορδάς είναι πρ. Υφυπουργός

https://www.naftemporiki.gr