6 Αυγ 2026

Η Θεσσαλία οδεύει ολοταχώς για ερημοποίηση


 Καμπανάκι κινδύνου για τη Θεσσαλία, καθώς μπορεί να γίνει η πρώτη μεγάλη περιοχή της χώρας που θα βρεθεί αντιμέτωπη με φαινόμενα ερημοποίησης. Το ερώτημα όμως δεν είναι μόνο αν η κλιματική κρίση μειώνει το διαθέσιμο νερό. Είναι ποιος αποφασίζει πώς θα γίνει διαχείριση αυτού του νερού.

Η αποκάλυψη από περιφερειακά Μέσα εικόνων που φανερώνουν την αισθητή μείωση της στάθμης του Πηνειού προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς η ροή του νερού εμφανίζεται σημαντικά μειωμένη. Η εξέλιξη έρχεται να επιβεβαιώσει όσα αναφέρει το αναθεωρημένο Σχέδιο Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών Υδατικού Διαμερίσματος Θεσσαλίας (ΣΔΛΑΠ – ΥΔΘ): «Η Ελλάδα […] αντιμετωπίζει υψηλό κίνδυνο ερημοποίησης του εδάφους. […] Περιοχές υψηλού κινδύνου θεωρούνται τα νησιά του Αιγαίου, η Κρήτη, ένα μέρος της Θεσσαλίας, η Ανατολική Στερεά Ελλάδα και η Ανατολική Πελοπόννησος».

Ο περιφερειάρχης Θεσσαλίας Δημήτρης Κουρέτας τοποθετήθηκε για το ζήτημα σε συνέντευξή του. Είπε συγκεκριμένα: «Χωρίς νερό οι αγρότες θα εγκαταλείψουν τη γη τους» (Astra TV, 03/7/2026). Στο πλαίσιο αυτό επανέλαβε τη σημασία των μεγάλων αρδευτικών έργων και φραγμάτων που για εκείνον θα έπρεπε να έχουν υλοποιηθεί εδώ και δεκαετίες. Παράλληλα, επισήμανε τη σημασία της εκτροπής του Αχελώου. Πρόκειται για ένα έργο που έχει ακυρωθεί έξι φορές από το Συμβούλιο της Επικρατείας και έχει αποτελέσει πεδίο έρευνας του Documento τον Νοέμβριο του 2025.

Εγκατάλειψη

Το ερώτημα όμως δεν είναι μόνο αν η Θεσσαλία θα έχει νερό μελλοντικά. Είναι ποιος αποφασίζει πώς θα γίνει διαχείριση του διαθέσιμου νερού, ποια έργα θα γίνουν, ποια όχι και ποιο το παραγωγικό μοντέλο που θα ακολουθηθεί.

Οπως εξηγεί στο Documento ο καθηγητής Υδρολογίας στο ΑΠΘ Κωνσταντίνος Βουδούρης, η Θεσσαλία έρχεται αντιμέτωπη με φαινόμενα όπως η μείωση «της γονιμότητας των εδαφών», η εξάντληση των υπόγειων υδροφορέων, η μείωση της απόδοσης των καλλιεργειών και οι καθιζήσεις εδαφών λόγω υπεραντλήσεων».

Τα παραπάνω είναι τα αποτελέσματα μιας μακράς διαδικασίας. «Η ερημοποίηση αποτελεί μια μακροχρόνια διαδικασία οικολογικής υποβάθμισης, η οποία αρχικά συναντάται σε ξηρές και ημίξηρες περιοχές και προκαλεί τη σταδιακή καταστροφή της παραγωγικότητας του εδάφους. Ο ρυθμός ερημοποίησης αναμένεται να αυξηθεί εξαιτίας της διάβρωσης, των πυρκαγιών, της εξάντλησης του υπόγειου νερού και της αλάτωσης του εδάφους». 

Ο Κων. Βουδούρης τοποθετεί αυτή την εξέλιξη σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Η αύξηση της επικινδυνότητας και της έντασης των ξηρασιών είναι η πλέον αρνητική συνέπεια της κλιματικής κρίσης στη χώρα μας». Και υπογραμμίζει: «Η μείωση του διαθέσιμου νερού θα οδηγήσει στην ερημοποίηση περιοχών με ελλειμματικό υδατικό ισοζύγιο, όπως η Θεσσαλία, η οποία είναι μια περιοχή που τον χειμώνα “πλημμυρίζει” και το καλοκαίρι “διψάει”».

Μάλιστα προειδοποιεί ότι αυτό θα έχει αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των περιοχών και τη μετανάστευση των νέων στα μεγάλα αστικά κέντρα ή στο εξωτερικό με επιπρόσθετη δημογραφική κατάρρευση της υπαίθρου. Για τον λόγο αυτό καλεί σε άμεσα μέτρα «προσαρμογής στις νέες κλιματικές συνθήκες».

Επιχειρώντας να γίνει πιο συγκεκριμένος, αναφέρει πως για την αντιμετώπιση της ερημοποίησης «απαιτούνται η κατασκευή έργων ορεινής υδρονομίας (φράγματα) και η χρήση ταμιευτήρων και δεξαμενών για αποθήκευση νερών κατά τα υγρά υδρολογικά έτη και η αξιοποίηση αυτών τα ξηρά έτη, σε συνδυασμό πάντα με την ορθολογική διαχείριση της “ζήτησης νερού”». 

Σε αυτό το πλαίσιο επεξηγεί τα μέτρα διαχείρισης του φαινομένου. Αναφέρεται δηλαδή στη μείωση απωλειών, τη βελτίωση της αποτελεσματικής χρήσης του νερού στη γεωργία, τη χρήση επεξεργασμένων λυμάτων για άρδευση, την αφαλάτωση υφάλμυρων νερών με ήπιες μορφές ενέργειες και στα κίνητρα καθώς και τα περιοριστικά μέτρα για μείωση της κατανάλωσης. Επιπλέον, τονίζει ότι απαιτείται «η σύνταξη σχεδίων έκτακτης ανάγκης για την προσαρμογή στην ξηρασία, που περιλαμβάνουν μέτρα εξοικονόμησης, χρήση εναλλακτικών πηγών νερού, σε συνδυασμό με την κατασκευή κατάλληλων έργων υποδομής».

Ωστόσο δεν παραλείπει να σημειώσει την απόσταση μεταξύ των κυβερνητικών διακηρύξεων και της πράξης. «Να σημειωθεί ότι στα σχέδια διαχείρισης λεκανών απορροής ποταμών και των πλημμυρών του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΣΔΛΑΠ) υπάρχουν σχέδια για την ξηρασία, αλλά δεν υλοποιούνται αρκετά από τα μέτρα που προβλέπονται στα σχέδια αυτά». 

Ξαναμοιράζοντας τη γη

Το Documento προχώρησε τη συζήτηση επικοινωνώντας με τον Βασίλη Μπέλλο, επίκουρο καθηγητή στο τμήμα Μηχανικών Περιβάλλοντος του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και εξειδικευμένο στην υδραυλική μηχανική και τη διαχείριση υδατικών πόρων. Το πρόβλημα σήμερα είναι κυρίως η κλιματική αλλαγή ή η διαχρονική αποτυχία διαχείρισης του νερού;

Οπως λέει: «Η κλιματική αλλαγή είναι κατά βάση οικονομικός και πολιτικός όρος και σχετίζεται με τη διαμάχη των ενεργειακών μονοπωλίων». 

Από εκεί και πέρα, για τη Θεσσαλία, ο Β. Μπέλλος θίγει τρία ζητήματα: Πρώτον είναι η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) της Ευρωπαϊκής Ενωσης. «Η Ελλάδα υπακούει στην ΚΑΠ. Αυτό προφανώς έχει αποτύπωμα στη διαχείριση του νερού. Μπορούμε δηλαδή να έχουμε καλλιέργειες οι οποίες δεν θα χρειάζονταν σε μια αγροτοδιατροφική αυτάρκεια της χώρας. Ωστόσο, επειδή έτσι επιτάσσουν η ΚΑΠ και η ΕΕ, μπαίνουμε σε αυτήν τη λογική». 

Επιπλέον, θίγει το ζήτημα των εγγειοβελτιωτικών έργων για τα οποία, χρόνια τώρα, δεν υπήρχε κανένας σχεδιασμός. «Μιλάμε για μεγάλα έργα τα οποία πολλές φορές αγγίζουν και παραπάνω από μία δημοτική ενότητα ή περιφέρεια». Σημειώνει δε ότι τα «δίκτυα από την εποχή των μεγάλων δημόσιων επενδύσεων (τη δεκαετία του 1950) πλέον είναι κακοσυντηρημένα και παρατημένα». 

Τέλος, αναφέρεται στην εκτροπή του Αχελώου. «Ηταν πάγιο αίτημα των μικρών και μεσαίων αγροτών», ωστόσο δεν προχωρούσε όπως λέει από την ΕΕ. Οταν όμως «βγήκε η περίφημη έκθεση των Ολλανδών, μία από τις προτάσεις (σ.σ.: αποκατάστασης) ήταν ξανά η εκτροπή του Αχελώου. Προφανώς όμως με ένα πλαίσιο ξαναμοιράσματος γης και καλλιεργειών στον Θεσσαλικό Κάμπο». 

«Αλλαγή καλλιεργειών»

Ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της διαδικασίας για την τοπική οικονομία; Σύμφωνα με τον Αθανάσιο Σαρόπουλο, πρόεδρο ΔΕ του Παραρτήματος Κεντρικής Μακεδονίας του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος: «Εχουμε δει πολλά στη Θεσσαλία, τα οποία έχουν αφήσει το στίγμα τους».

Ο ίδιος μιλά για το πρόβλημα του νερού αναδεικνύοντας ως κρίσιμους παράγοντες τόσο την κλιματική κρίση όσο και την υπεράντηληση μέσω των γεωτρήσεων καθώς και τις υδροβόρες καλλιέργειες του βαμβακιού και του καλαμποκιού. «Αυτό δημιουργεί πρώτα πίεση σε αυτές τις καλλιέργειες. Πρόσφατα δημοσιεύματα ανέφεραν ότι έχει μειωθεί η ροή του Πηνειού, γεγονός που αναμένεται να επηρεάσει όλα τα ελληνικά βοτάνια με βάση τα μοντέλα των επιστημόνων» σημειώνει.

Επιπλέον υπογραμμίζει ότι δύο παράγοντες θα επηρεάσουν τη διαθεσιμότητα νερού στην περιοχή και κατ’ επέκταση το παραγωγικό μοντέλο της. Η μείωση των ροών στους ποταμούς και η ραγδαιότητα των βροχοπτώσεων που δεν επιτρέπουν να συγκρατηθούν τα νερά. «Πιθανόν να γίνει αλλαγή καλλιεργειών, όπως ήδη γίνεται, με μείωση αρδευτικών εκτάσεων στη Θεσσαλία παράλληλα με την εμφάνιση καινούργιων καλλιεργειών (όπως το κινόα)».

Ωστόσο προειδοποιεί ότι αν αυτή η μετάβαση γίνει άναρχα, τότε θα δημιουργήσει προβλήματα αντί να τα λύσει. Αλλωστε θυμίζει πως αυτή η αλλαγή δεν συμβαίνει σε μια λευκή σελίδα. «Μην ξεχνάμε πως η κλιματική κρίση και η μείωση του διαθέσιμου νερού συμβαίνουν όταν έχουμε αύξηση του κόστους παραγωγής, ειδικά με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, αβεβαιότητα στις αγορές και μείωση των τιμών πώλησης λόγω των εμπορικών συμφωνιών που κάνει η ΕΕ εις βάρος του πρωτογενούς τομέα». 

«Πολιτικά κριτήρια»

Η περιφέρεια από την πλευρά της υποστήριζε κατά τον ετήσιο απολογισμό (25/1/2026) ότι πλέον η Θεσσαλία διαθέτει ένα ολοκληρωμένο ΣΔΛΑΠ καθώς και το αντίστοιχο Σχέδιο Πλημμυρών.

Για πολιτικά κριτήρια που είναι αντίθετα με τις ανάγκες και τις οικολογικές προτεραιότητες μιλά η Δέσποινα Σπανούδη. Οπως λέει στο Documento η χημικός μηχανικός και μέλος της Πρωτοβουλίας για Δημόσιο Νερό: «Το θέμα δεν είναι αν αρκούν τα φράγματα, αλλά αν πρέπει να γίνουν». Η ίδια διευκρινίζει: «Τα φράγματα είναι μεγάλα έργα τα οποία έχουν τεράστιο οικονομικό αλλά κυρίως οικολογικό κόστος και μακροπρόθεσμα θα δημιουργήσουν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά που έρχονται να λύσουν».

Υποστηρίζει δε ότι, αντί να ξεκινήσει η συζήτηση για τα μεγάλα έργα, έπρεπε πρώτα να εκκινήσει από «τα πιο ήπια μέτρα τα οποία το ίδιο το σχέδιο προβλέπει, όπως ο εκσυγχρονισμός των αρδευτικών δικτύων, που μπορούσε να περιορίσει τις απώλειες έως και 70%». Επίσης, δεν παραλείπει να αναφερθεί στην αναγκαιότητα αναδιάρθρωσης καλλιεργειών.

Τέλος, αναφέρεται στην αναγκαιότητα λήψης μέτρων για την καταστολή της αλόγιστης και σε πολλές περιπτώσεις παράνομης άντλησης. Και καταλήγει: «Θεωρούμε ότι δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένες οι ανάγκες που επιβάλλουν αυτά τα τόσο μεγάλα φράγματα, τα οποία είναι ακριβά και ευνοούν τις μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες έναντι άλλων πιο ήπιων, λιγότερου κόστους, που θα μπορούσαν να φέρουν το ίδιο αποτέλεσμα».

«Χάνεται η δημοκρατία στο νερό»

Στη μεγάλη εικόνα, πέρα από τη Θεσσαλία, το υπουργείο Ενέργειας σε δελτίο Tύπου αναφερόμενο στον νόμο για τους παρόχους υπηρεσιών ύδατος –ψηφίστηκε την περασμένη Πέμπτη και τότε ήταν υπό διαβούλευση– ανέφερε ότι και η κλιματική κρίση και η λειψυδρία «καθιστούν την ολιστική προσέγγιση στη διαχείριση υδάτινων πόρων απολύτως αναγκαία».

Μεταξύ των βασικών παρεμβάσεων περιλαμβάνονται η πρώτη Εθνική Στρατηγική για τα Υδατα, η πρώτη φάση με υλοποίηση 103 έργων υποδομής σε 63 δήμους, η επέκταση των αρμοδιοτήτων της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, ο εκσυγχρονισμός των δικτύων για τη μείωση των απωλειών νερού και η ενίσχυση της χρηματοδότησης νέων έργων.

«Είναι άλλο θέμα η ολιστική προσέγγιση και άλλο η συγκεντρωτική διοίκηση» λέει στο Documento ο Νικήτας Μυλόπουλος, καθηγητής Υδρολογίας, πρόεδρος του τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Ο πανεπιστημιακός εξηγεί ότι η πρώτη λαμβάνει υπόψη όλες τις παραμέτρους του προβλήματος, άρα και όλους τους φορείς που ασχολούνται με αυτό, ενώ στη δεύτερη «αυτό που κάνουν είναι απλώς να συγκεντρώνουν πιο κεντρικά τις αρμοδιότητες και τις διοικητικές δράσεις. Αυτό δεν είναι καλό από μόνο του, καθώς όντως μπορείς να συγκεντρώνεις περισσότερες εξουσίες και να είσαι πιο αποτελεσματικός, ωστόσο έτσι χάνεις το τοπικό, δηλαδή την εμπλοκή της τοπικής αυτοδιοίκησης, που είναι το πιο βασικό από όλα. Αρα χάνεται η δημοκρατία στο νερό».

Ο συνομιλητής μας εκφράζει την ανησυχία του για ιδιωτικοποίηση του νερού.

Συγκεκριμένα αναφέρει: «Το γεγονός ότι στη Θεσσαλία παραμένει το 50% (σ.σ.: της διαχείρισης του νερού) στο δημόσιο δεν σημαίνει ότι αύριο αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Αλλωστε όλες οι απόπειρες ιδιωτικοποίησης παγκοσμίως κάπως έτσι έγιναν, μέσω αρχικής ιδιωτικοποίησης της διαχείρισης του νερού». Για να καταλήξει: «Αρα αυτός ο συγκεντρωτισμός και τελικά το να έχουμε δύο, τρεις, τέσσερις εταιρείες μόνο για το νερό καθιστά πιο εύκολη τη διαπραγμάτευση με μία ιδιωτική εταιρεία για να αναλάβει τη διαχείριση».

https://www.documentonews.gr/