Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα μπορεί να αυξάνεται στα κυβερνητικά δελτία Τύπου, όμως στην πραγματική ζωή η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων αποδεικνύεται δραματικά περιορισμένη. Σήμερα, ένας εργαζόμενος που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό μπορεί να αγοράσει μόλις περίπου.. 165 πιτόγυρα τον μήνα, όταν στο παρελθόν το ίδιο εισόδημα αντιστοιχούσε σε εκατοντάδες περισσότερα. Ένα απλό, καθημερινό προϊόν γίνεται έτσι ο πιο χαρακτηριστικός καθρέφτης της οικονομικής πραγματικότητας.
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επιμένει να παρουσιάζει τις ονομαστικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού ως μεγάλη επιτυχία, όμως αποφεύγει να μιλήσει για το πιο κρίσιμο στοιχείο: πόσα πραγματικά μπορεί να αγοράσει ο εργαζόμενος με αυτά τα χρήματα. Γιατί ένας μισθός δεν έχει σημασία μόνο ως αριθμός στη μισθοδοσία. Η πραγματική του αξία κρίνεται στο σούπερ μάρκετ, στο ενοίκιο, στον λογαριασμό του ηλεκτρικού, στη βενζίνη και τελικά στο τι μένει στην τσέπη στο τέλος του μήνα.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής. Οι αυξήσεις που διαφημίζει το Μέγαρο Μαξίμου εξανεμίζονται από την επίμονη ακρίβεια στα τρόφιμα και το δυσβάσταχτο κόστος στέγασης. Ο εργαζόμενος μπορεί να βλέπει μερικά ευρώ περισσότερα στον μισθό του, αλλά την ίδια στιγμή βλέπει τις τιμές να ανεβαίνουν ταχύτερα και την αγοραστική του δύναμη να συρρικνώνεται.
Η κυβέρνηση μιλά για ανάπτυξη, επενδύσεις και οικονομική πρόοδο, αλλά η ανάπτυξη αυτή δεν φαίνεται να περνά στην καθημερινότητα των νοικοκυριών. Όταν ο μισθός τελειώνει πολύ πριν τελειώσει ο μήνας και όταν ακόμη και ένα απλό γεύμα αποτελεί πλέον αντικείμενο οικονομικού υπολογισμού, τότε τα κυβερνητικά πανηγύρια ακούγονται περισσότερο ως επικοινωνιακή προσπάθεια συγκάλυψης της πραγματικότητας παρά ως αποτύπωση της ζωής των πολιτών.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τους πραγματικούς μισθούς, την ώρα που το κόστος ζωής πιέζει ασφυκτικά τα νοικοκυριά. Και αυτή η αντίφαση δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από επικοινωνιακούς τίτλους περί «ισχυρής οικονομίας». Μια οικονομία δεν είναι πραγματικά ισχυρή όταν οι εργαζόμενοι αδυνατούν να ανταποκριθούν στις βασικές ανάγκες τους και όταν η στέγαση, η διατροφή και η καθημερινή κατανάλωση απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους.
Η ακρίβεια έχει πλέον μετατραπεί σε μόνιμη πληγή για την ελληνική κοινωνία και η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αποτύχει να αντιμετωπίσει ουσιαστικά τις αιτίες και τις συνέπειές της. Αντί για αποτελεσματικές παρεμβάσεις, οι πολίτες ακούν διαρκώς εξαγγελίες, πανηγυρισμούς και υποσχέσεις ότι η κατάσταση βελτιώνεται. Μόνο που η πραγματικότητα στο πορτοφόλι τους λέει κάτι εντελώς διαφορετικό.
Το πιο αποκαλυπτικό είναι ότι ακόμη και ένα τόσο απλό μέτρο σύγκρισης, όπως η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού σε ένα βασικό προϊόν καθημερινής κατανάλωσης, αποτυπώνει την απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική εικόνα και την κοινωνική πραγματικότητα. Οι αριθμοί μπορεί να παρουσιάζονται ως επιτυχία, αλλά ο εργαζόμενος γνωρίζει πολύ καλά τι μπορεί και τι δεν μπορεί να αγοράσει.
Αυτή είναι η Ελλάδα της κυβέρνησης Μητσοτάκη: μισθοί που αυξάνονται στα χαρτιά, αλλά εισόδημα που συρρικνώνεται στην πράξη. Μια οικονομία που πανηγυρίζει για την ανάπτυξη, την ώρα που εκατομμύρια πολίτες μετρούν τα ευρώ για τα απολύτως απαραίτητα. Και όσο το Μέγαρο Μαξίμου επιμένει να παρουσιάζει μια εικόνα ευημερίας, η πραγματικότητα του εργαζόμενου παραμένει αμείλικτη: ο κατώτατος μισθός αγοράζει ολοένα και λιγότερη ζωή.
