17 Σεπ 2026

Ο «κουμπαράς» της ΔΕΘ – σωστή ιδέα, λάθος στόχευση;

Η μακροχρόνια αποταμίευση για τα παιδιά είναι μια καλή ιδέα. Χρειάζεται όμως κοινωνικά δικαιότερη στόχευση, επενδυτική ασφάλεια και πραγματικά ίσους όρους ανταγωνισμού.

Άρθρο του κ. Θανάση Σκορδά*

Ανάμεσα στις εξαγγελίες της ΔΕΘ, ο λεγόμενος «κουμπαράς για τη νέα γενιά» ξεχώρισε. Η ιδέα είναι απλή: για κάθε ποσό που αποταμιεύει ο γονιός, έως 100 ευρώ τον μήνα, το Δημόσιο θα καταθέτει ισόποσο ποσό,

δημιουργώντας ένα κεφάλαιο που θα παραμένει δεσμευμένο μέχρι την ενηλικίωση του παιδιού.

Η ιδέα της μακροχρόνιας αποταμίευσης είναι ασφαλώς θετική. Όμως ένα μέτρο κοινωνικής και δημογραφικής πολιτικής πρέπει να αξιολογείται όχι μόνο από το πόσο ελκυστικό ακούγεται, αλλά από το ποιον τελικά αφορά, ποιο πρόβλημα λύνει και τι παρενέργειες δημιουργεί.

Πρώτο ζήτημα: η κοινωνική στόχευση

Για να αξιοποιήσει μια οικογένεια το μέγιστο της κρατικής συμμετοχής, πρέπει η ίδια να μπορεί να αποταμιεύει έως 100 ευρώ τον μήνα για κάθε παιδί. Για μια οικογένεια με άνετο διαθέσιμο εισόδημα αυτό μπορεί να είναι εφικτό. Για μια νέα οικογένεια που δυσκολεύεται να καλύψει ενοίκιο ή στεγαστικό, ενέργεια, τρόφιμα, παιδικό σταθμό και τις καθημερινές ανάγκες ενός παιδιού, τα 100 ευρώ μπορεί να είναι απλώς απαγορευτικά.

Έτσι δημιουργείται μια παράδοξη κατάσταση: η κρατική ενίσχυση συνδέεται περισσότερο με την ικανότητα αποταμίευσης παρά με την ανάγκη στήριξης της οικογένειας.

Αν όμως ο βασικός στόχος είναι το δημογραφικό, θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίστροφο. Η οικογένεια που δυσκολεύεται περισσότερο να μεγαλώσει ένα παιδί είναι αυτή που χρειάζεται μεγαλύτερη στήριξη.

Το κράτος δεν πρέπει απλώς να επιδοτεί όσους μπορούν ήδη να αποταμιεύουν. Πρέπει να δημιουργεί δυνατότητα αποταμίευσης και για εκείνους που σήμερα δεν μπορούν.

Δεύτερο ζήτημα: ποιος εγγυάται το αποτέλεσμα της επένδυσης;

Ο «κουμπαράς» δεν είναι απλώς ένας λογαριασμός κατάθεσης. Ανάλογα με την επιλογή προϊόντος και επενδυτικής στρατηγικής, υπάρχει διαφορετικό επίπεδο κινδύνου και διαφορετική προσδοκώμενη απόδοση. Ήδη έχουν παρουσιαστεί ενδεικτικά σενάρια αποδόσεων 3%, 5% και 7%, ανάλογα με το ρίσκο.

Άρα χρειάζεται μια πολύ καθαρή απάντηση: τι ακριβώς εγγυάται το κράτος και τι αναλαμβάνει ο γονιός;

Πρέπει να είναι απολύτως σαφές ποιο κεφάλαιο είναι εγγυημένο, ποιο μέρος υπόκειται σε επενδυτικό κίνδυνο, ποιες είναι οι προμήθειες και τα έξοδα διαχείρισης και ποια προστασία έχει ο αποταμιευτής.

Τρίτο ζήτημα: ίσοι όροι ανταγωνισμού στην ασφαλιστική αγορά

Σύμφωνα με την εξειδίκευση του μέτρου, ως πάροχοι μπορούν να συμμετέχουν όχι μόνο τράπεζες αλλά και ασφαλιστικές εταιρείες και ΕΠΕΥ.

Όμως άλλο η δυνατότητα διάθεσης ενός προϊόντος και άλλο η δημιουργία πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας για τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή.

Οι τράπεζες διαθέτουν ήδη καθημερινή σχέση με τον πελάτη, λογαριασμό, μισθοδοσία, κάρτα και πρόσβαση σε ολόκληρη την οικονομική του ζωή. Η ασφαλιστική διαμεσολάβηση λειτουργεί διαφορετικά: στηρίζεται στην προσωπική συμβουλή, στη σχέση εμπιστοσύνης και στη μακροχρόνια διαχείριση του ασφαλιστικού και αποταμιευτικού σχεδιασμού της οικογένειας.

Γι’ αυτό και το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν «επιτρέπεται» στις ασφαλιστικές να συμμετέχουν. Είναι αν το νέο σύστημα θα δημιουργήσει πραγματικό χώρο για την ασφαλιστική διαμεσολάβηση ή αν η οικονομική δραστηριότητα θα καταλήξει κατά κύριο λόγο στα δίκτυα που ήδη διαθέτουν τη μεγαλύτερη πρόσβαση στον πελάτη.

Εδώ χρειάζεται ουδετερότητα της Πολιτείας και πραγματικά ίσοι όροι ανταγωνισμού.

Και υπάρχει μια ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη: φορολογικά κίνητρα για τη μακροχρόνια ιδιωτική ασφάλιση και αποταμίευση. Αν η Πολιτεία πιστεύει πραγματικά ότι πρέπει να αλλάξει η αποταμιευτική συμπεριφορά των Ελλήνων, δεν μπορεί να το κάνει μόνο με ένα συγκεκριμένο επιδοτούμενο προϊόν. Χρειάζεται ένα σταθερό και διαφανές φορολογικό πλαίσιο που θα ενθαρρύνει την ιδιωτική συνταξιοδοτική αποταμίευση, την ασφάλιση ζωής και την οικογενειακή αποταμίευση, ανεξάρτητα από το αν το προϊόν προσφέρεται από τράπεζα, ασφαλιστική ή επενδυτική επιχείρηση.

Η εμπειρία της αγοράς δείχνει ότι η μακροχρόνια αποταμίευση χρειάζεται σταθερότητα, εμπιστοσύνη και συμβουλή.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα.

Ο «κουμπαράς» μπορεί να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο. Δεν είναι όμως από μόνος του δημογραφική πολιτική.

Άλλο πολιτική για το παιδί και άλλο πολιτική για τη γονιμότητα. Το κεφάλαιο που θα έχει ένα παιδί στα 18 του είναι ασφαλώς χρήσιμο. Δεν απαντά όμως στο γιατί ένα νέο ζευγάρι αποφασίζει σήμερα να μην αποκτήσει παιδί ή να αποκτήσει λιγότερα παιδιά από όσα θα ήθελε.

Για το δημογραφικό χρειάζονται πολιτικές που μειώνουν το πραγματικό κόστος δημιουργίας οικογένειας: στέγη, εργασία, παιδική φροντίδα, φορολογική ελάφρυνση, στήριξη της μητρότητας και της πολύτεκνης οικογένειας.

Να επιδοτείται ο στόχος –το παιδί και η οικογένεια– και όχι ένα συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό προϊόν.

Αυτό θα ήταν και κοινωνικά δικαιότερο και οικονομικά αποτελεσματικότερο. Και θα επέτρεπε σε τράπεζες, ασφαλιστικές και επενδυτικές επιχειρήσεις να ανταγωνιστούν πραγματικά για να προσφέρουν την καλύτερη λύση στην ελληνική οικογένεια.

* Ο κ. Θανάσης Σκορδάς είναι πρώην Υφυπουργός Ανάπτυξης. Έχει εργαστεί επί 17 χρόνια ως ασφαλιστικός σύμβουλος και έχει διατελέσει επί 4 έτη Πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Ασφαλιστικών Συμβούλων.

https://www.aagora.gr/