21 Σεπ 2026

Οι οίκοι αξιολόγησης δεν πρόκειται να μειώσουν τις τιμές στο βενζινάδικο, ούτε τους λογαριασμούς φυσικού αερίου

 


Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην καθιερωμένη κυριακάτικη ανάρτησή του πανηγύρισε για το γεγονός ότι «η Moody’s αναβάθμισε τις προοπτικές της χώρας μας, ενώ η Scope αναβάθμισε την πιστοληπτική της βαθμίδα», παρουσιάζοντας την εξέλιξη αυτή ως απόδειξη προόδου της ελληνικής οικονομίας.

Στην πραγματικότητα, αυτό που έκαναν οι δύο οίκοι αξιολόγησης ήταν να επιβεβαιώσουν τάσεις που είναι γνωστές από καιρό. Από τη στιγμή που η χώρα μας βγήκε τυπικά από τη μνημόνια το 2018, σταθερά βελτιώνεται η πιστοληπτική της ικανότητα, ενώ ακριβώς επειδή η χώρα εξακολουθεί να είναι σε έναν κύκλο ανάκαμψης μετά από μια πολύ βαθιά κρίση, η αναπτυξιακή της δυναμική είναι πιο ενισχυμένη σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωζώνης που βρίσκονται σε μια παρατεταμένη στασιμότητα.

Από εκεί και πέρα, πρέπει να έχουμε μια σαφή εικόνα του τι σημαίνουν τέτοιες αξιολογήσεις. Προφανώς και έχουν έναν θετικό αντίκτυπο ως προς την ικανότητα της χώρας να δανείζεται από τις αγορές για να καλύπτει τις χρηματοδοτικές ανάγκες του κράτους. Φθηνότερος κρατικός δανεισμός είναι σίγουρα κάτι που είναι θετικό, ενώ η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας μιας χώρας βοηθάει και τον τραπεζικό και εταιρικό δανεισμό.

Στη χώρα μας συνηθίσαμε να αποδίδουμε μεγάλη σημασία σε αυτές τις αξιολογήσεις. Και αυτό γιατί ήμασταν μια χώρα που στα τέλη του 2009 και τις αρχές του 2010 πρακτικά χρεοκόπησε, ήταν αδύνατο να δανειστεί από τις αγορές και χρειάστηκε να καταφύγει στα Μνημόνια, δηλαδή σε δανεισμό από την ΕΕ και το ΔΝΤ, αλλά με δρακόντειους όρους. Καθώς τα Μνημόνια έβαιναν προς το τέλος τους, είχε ιδιαίτερη σημασία να υπάρξουν σταδιακά θετικότερες αξιολογήσεις, γιατί εάν η χώρα δεν μπορούσε να αντλήσει χρήματα από τις αγορές, θα χρειαζόταν νέα μνημόνια. Άπαξ και μια χώρα περάσει ένα κατώφλι αξιοπιστίας, οι αξιολογήσεις παραμένουν σημαντικές αλλά δεν έχουν την ίδια βαρύτητα που έχουν όταν μια χώρα αγωνιά για το εάν μπορεί να βγει στις αγορές.

Επιπλέον, πρέπει να καταλάβουμε κάτι: οι αξιολογήσεις σημαίνουν θετικότερους όρους δανεισμού, σε σχέση με αυτούς που επικρατούν. Μόνο που αυτή τη στιγμή στην παγκόσμια οικονομία υπάρχει ανοδική τάση στο κόστος δανεισμού των κρατών. Το «ράλι» των ομολόγων και η αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων στη δευτερογενή αγορά μεταφράζεται και σε ανοδική τάση των επιτοκίων στον νέο δανεισμό. Καμιά οικονομία δεν θα μείνει ανεπηρέαστη από την τάση αύξησης του κόστους δανεισμού, ακόμη και εάν τα πάει λίγο καλύτερα σε σχέση με άλλες (κάτι που συμβαίνει τώρα με το γεγονός ότι ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες με υψηλό χώρο δανείζονται πιο ακριβά).

Αυτό σημαίνει ότι εάν η παγκόσμια οικονομία τείνει σε μια συνθήκη υψηλότερων επιτοκίων, θα επηρεαστεί και η ελληνική οικονομία και όχι μόνο ως προς το κόστος δανεισμού.

Ούτως ή άλλως, η ελληνική οικονομία, ακόμη και εάν καταγράφει ονομαστικούς ρυθμούς ανάπτυξης ελαφρώς καλύτερους άλλων ευρωπαϊκών, απέχει από το να είναι σε πραγματικά καλή κατάσταση. Ιδίως εάν θέλουμε αυτή η καλή κατάσταση να περιλαμβάνει και την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών.

Καταρχάς η χώρα μας είναι αντιμέτωπη με ένα συνεχές κύμα ακρίβειας. Ο πληθωρισμός τον Αύγουστο ήταν υψηλότερος του αναμενόμενου, τον Ιούλιο είχαμε άνοδο του δείκτη τιμών στη βιομηχανία και βεβαίως οι γεωπολιτικές εξελίξεις, τόσο σε σχέση με τα στενά του Ορμούζ, όσο και σε σχέση με τη νέα προέλαση των Χούθι στην Υεμένη, σημαίνουν ότι θα έχουμε υψηλές τιμές τόσο στο πετρέλαιο όσο και στο φυσικό αέριο, τιμές που ήδη καταγράφονται στα βενζινάδικα όλης της χώρας και με τα πρώτα κρύα θα επηρεάσουν και το κόστος θέρμανσης, ενώ σταδιακά θα περνούν και ως αυξήσεις στις τιμές των προϊόντων. Καθόλου τυχαία, έχει γίνει σαφές από τους «παράγοντες της αγοράς» ότι οι «συμφωνίες κυρίων» για συγκράτηση των τιμών σε βασικά καταναλωτικά προϊόντα έχουν ημερομηνία λήξης και θα υπάρξουν αυξήσεις τιμών.

Την ίδια ώρα η κυβέρνηση ανακοινώνει το ένα ανεπαρκές μέτρο «στήριξης των νοικοκυριών» μετά το άλλο, χωρίς στην πραγματικότητα να μπορεί να δώσει καμιά εγγύηση για την πραγματική συγκράτηση των τιμών, ιδίως από τη στιγμή που επίμονα αρνείται να προχωρήσει σε γενναία προσωρινή μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, ή να συζητήσει οποιαδήποτε μείωση των έμμεσων φόρων σε βασικά προϊόντα, ή να πάρει πραγματικά μέτρα ενάντια στις πρακτικές καρτέλ στην αγορά.

Και βέβαια, επί της ουσίας, η κυβέρνηση δεν έχει μια αναπτυξιακή στρατηγική, ιδίως εάν τα πράγματα στην παγκόσμια οικονομία επιδεινωθούν. Το Ταμείο Ανάκαμψης τελείωσε και τώρα θα φανεί εάν άφησε μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό αποτύπωμα ή εάν ήταν τελικά απλώς «ζεστό χρήμα» που έπεσε στην αγορά, ενώ δεν είναι δεδομένο ότι οι εθνικοί πόροι θα μπορέσουν να καλύψουν το κενό που αφήνει.

Όλα αυτά απέχουν από το να είναι αιτία πανηγυρισμού η όποια αναβάθμιση της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, αφού συγκρούεται με τη συνολική κατάσταση της οικονομίας, αλλά και τις προοπτικές των νοικοκυριών. Αντιθέτως, όλα δείχνουν ότι μπαίνουμε σε μια δύσκολη περίοδο, με υψηλότερο κόστος ζωής και επιβραδυνόμενους αναπτυξιακούς ρυθμούς, μια περίοδο όπου η απόκλιση της χώρας σε κρίσιμους δείκτες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο θα συνεχιστεί. Μια πραγματικότητα που κάποια στιγμή θα αναγκαστεί να παραδεχτεί ακόμη και στις κυριακάτικες αναρτήσεις του ο πρωθυπουργός.

in.gr