Μια εξαιρετικά σοβαρή διάσταση στην υπόθεση των 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων που μεταφέρθηκαν από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα δημιουργούν επίσημες βουλγαρικές ανακοινώσεις και δηλώσεις αρμοδίων του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Βουλγαρίας.
- Γράφει Ειδικός Συνεργάτης
Και δημιουργούν ένα θεμελιώδες ερώτημα: επέστρεψαν πράγματι τα κλεμμένα το 1917 κειμήλια στους νόμιμους κατόχους τους ή απλώς παραδόθηκαν στην Ελλάδα για χρήση και φύλαξη, με τη Βουλγαρία να εξακολουθεί να θεωρεί ότι διατηρεί την κυριότητά τους;
Διότι εάν ισχύει το δεύτερο, τότε η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική από την εικόνα μιας ιστορικής «επιστροφής» που παρουσιάστηκε στην Ελλάδα και συνιστά μια κανονική εξαπάτηση πρώτου μεγέθους για καθαρά επικοινωνιακούς και πολιτικούς λόγους. Με βάση τις επίσημες βουλγαρικές διατυπώσεις, τα κειμήλια δεν μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα στην Ελλάδα, αλλά παραχωρήθηκαν για φύλαξη και χρήση, σε καθεστώς που προσομοιάζει περισσότερο σε χρησιδάνειο ή ειδική διακρατική παρακαταθήκη.
Αλλο «επιστρέφουν» λοιπόν και άλλο «παραδίδονται για φύλαξη». Στις 29 Σεπτεμβρίου η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε πανηγυρικά ότι «στην Ελλάδα επιστρέφουν 48 κειμήλια» από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσσης, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης, τα οποία είχαν «μεταφερθεί» στη Σόφια το 1917, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ίδια ανακοίνωση χαρακτήρισε τη συμφωνία μνημόνιο για την αμοιβαία «κατάθεση» κειμηλίων. Σχεδόν ταυτόχρονα, όμως, η επίσημη ανακοίνωση του υπουργικού συμβουλίου της Βουλγαρίας χρησιμοποίησε μια πολύ συγκεκριμένη και νομικά κρίσιμη διατύπωση. Το έγγραφο, ανακοινώνοντας την έγκριση της συμφωνίας, αναφέρει ότι αυτή προβλέπει: «реципрочно предаване за съхранение» δηλαδή: «αμοιβαία παράδοση για φύλαξη».

Δεν κάνει λόγο για μεταβίβαση της κυριότητας των ελληνικών κειμηλίων. Αυτό από μόνο του θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί διπλωματική ορολογία. Οσα ακολούθησαν, όμως, καθιστούν το ζήτημα πολύ σοβαρότερο. «Δεν δωρίστηκαν ούτε μεταβιβάστηκαν ως ιδιοκτησία!» Στις 3 Οκτωβρίου, η αναπληρώτρια καθηγήτρια Πετράνκα Νεντέλτσεβα, επικεφαλής του Τμήματος Εκθέσεων και Διεθνών Δραστηριοτήτων του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Βουλγαρίας, έκανε στο κρατικό βουλγαρικό πρακτορείο ειδήσεων BTA μια δήλωση που αλλάζει δραματικά τα δεδομένα. Το BTA έβαλε μάλιστα ως ξεχωριστό μεσότιτλο: «ПРЕДМЕТИТЕ СА ДАДЕНИ ВРЕМЕННО» δηλαδή: «ΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΔΟΘΗΚΑΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ».
Η Νεντέλτσεβα δήλωσε ότι τα αντικείμενα δόθηκαν στην ελληνική πλευρά «за послужване», δηλαδή προς χρήση, και εξήγησε η ίδια τι σημαίνει αυτό: δεν δωρίστηκαν και δεν μεταβιβάστηκαν ως ιδιοκτησία. Πρόσθεσε μάλιστα ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα δεν έχουν διαγραφεί από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Βουλγαρίας. Το ίδιο ρεπορτάζ αποκαλύπτει ότι δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για 48 φυσικά αντικείμενα, αλλά για 53 αντικείμενα καταχωρισμένα σε 48 αριθμούς ευρετηρίου. Και όλοι αυτοί οι αριθμοί, σύμφωνα με την αρμόδια του μουσείου, εξακολουθούν να υφίστανται στο βουλγαρικό inventory.

Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι η ίδια διευκρίνισε πως τέτοιες παραχωρήσεις «προς χρήση» κανονικά έχουν συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, αλλά για τα συγκεκριμένα κειμήλια δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή καθορισμένη ημερομηνία επιστροφής. Η δήλωση αναπαράχθηκε και από άλλα βουλγαρικά μέσα, μεταξύ των οποίων η Mediapool, η Darik και άλλα ειδησεογραφικά δίκτυα. Δηλαδή ποιος είναι σήμερα ο ιδιοκτήτης; Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του ζητήματος. Εάν η δήλωση της αρμόδιας του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου αποδίδει πράγματι το νομικό περιεχόμενο της συμφωνίας, τότε τα κειμήλια μπορεί να βρίσκονται πλέον στην Ελλάδα, αλλά η βουλγαρική πλευρά δεν θεωρεί ότι εκχώρησε την κυριότητά τους.
Διαβάστε περισσότερα στη σημερινή εφημερίδα «δημοκρατία»
.jpg)