Φόρος 10% στο κέρδος από κρυπτονομίσματα μπορεί να προκύπτει ακόμη και όταν αυτά χρησιμοποιούνται για την πληρωμή προϊόντων ή υπηρεσιών, χωρίς προηγούμενη είσπραξη ευρώ. Το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και.. Οικονομικών που κατατέθηκε στη Βουλή καλύπτει δύο διαδρομές: την πώληση crypto έναντι χρημάτων και τη διάθεσή τους απευθείας για αγορές. Και στις δύο περιπτώσεις εξετάζεται η διαφορά ανάμεσα στο κόστος απόκτησης και στην αξία τους κατά τη μεταβίβαση, με εφαρμογή των σχετικών κανόνων από το φορολογικό έτος 2027.
Η πρώτη διαδρομή περνά από τη ρευστοποίηση. Εάν, για παράδειγμα, crypto που αποκτήθηκαν με 5.000 ευρώ πωληθούν αντί 8.000 ευρώ για την αγορά μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, προκύπτει κέρδος 3.000 ευρώ. Χωρίς έξοδα συναλλαγών, άλλες πράξεις ή συμψηφισμούς ζημιών, ο προβλεπόμενος φόρος ανέρχεται στα 300 ευρώ. Εάν ο κάτοχος διαθέσει ολόκληρες τις 8.000 ευρώ για το αυτοκίνητο, θα πρέπει να καλύψει επιπλέον τη φορολογική υποχρέωση όταν αυτή καταστεί πληρωτέα.
Η αγορά του αυτοκινήτου δεν δημιουργεί δεύτερο φόρο υπεραξίας. Η επιβάρυνση προκύπτει από την πώληση των κρυπτονομισμάτων με κέρδος και παραμένει είτε τα χρήματα χρησιμοποιηθούν για κάποια αγορά είτε διατηρηθούν στον λογαριασμό.
Η δεύτερη διαδρομή αφορά επιχειρήσεις και διαδικτυακές υπηρεσίες που προσφέρουν επιλογή πληρωμής με crypto. Ενδεικτικά, η πλατφόρμα κρατήσεων Alternative Airlines επιτρέπει πληρωμές αεροπορικών εισιτηρίων με υποστηριζόμενα κρυπτονομίσματα μέσω συνεργαζόμενων παρόχων, όπου η επιλογή είναι διαθέσιμη κατά την κράτηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ίδια η αεροπορική εταιρεία δέχεται απευθείας crypto.
Η διαδικασία πραγματοποιείται στο ηλεκτρονικό ταμείο. Ο αγοραστής επιλέγει πληρωμή με κρυπτονομίσματα και εμφανίζονται το απαιτούμενο ποσό, η διεύθυνση πληρωμής ή ένας κωδικός QR και οι οδηγίες ολοκλήρωσης. Ο κάτοχος στέλνει τα crypto από το πορτοφόλι του και η συναλλαγή επιβεβαιώνεται από το σύστημα. Η διαθεσιμότητα εξαρτάται από την επιχείρηση, τον πάροχο, τη χώρα και το υποστηριζόμενο κρυπτονόμισμα.
Ο αγοραστής δεν χρειάζεται να έχει προηγουμένως εισπράξει ευρώ. Ο έμπορος, όμως, μπορεί να πληρώνεται σε συμβατικό νόμισμα μέσω του παρόχου. Στους ευρωπαϊκούς όρους της BitPay B.V., για παράδειγμα, προβλέπεται ότι ο πάροχος παραλαμβάνει τα crypto για λογαριασμό του εμπόρου, τα μετατρέπει και του αποδίδει το αντίστοιχο ποσό σε συμβατικό νόμισμα.
Για τον αγοραστή έχει πραγματοποιηθεί διάθεση κρυπτονομισμάτων. Εάν χρησιμοποιήσει για μια κράτηση αξίας 800 ευρώ crypto που είχαν κοστίσει 200 ευρώ, προκύπτει υπεραξία 600 ευρώ. Χωρίς άλλες συναλλαγές, έξοδα ή συμψηφισμούς ζημιών, ο φόρος 10% διαμορφώνεται στα 60 ευρώ, ακόμη και αν ο ίδιος δεν έχει εισπράξει ευρώ σε λογαριασμό του.
Ξεχωριστή περίπτωση αποτελούν οι κάρτες που συνδέονται με υπηρεσίες crypto. Δεν λειτουργούν όλες με τον ίδιο τρόπο. Σε προϊόντα όπως η προπληρωμένη κάρτα της Crypto.com για την ευρωπαϊκή αγορά, προβλέπεται δυνατότητα χρηματοδότησης με χρήση κρυπτονομισμάτων και ποσό φόρτισης σε ευρώ. Το κατάστημα δέχεται πληρωμή με κάρτα, χωρίς να χρειάζεται να υποστηρίζει πληρωμές με bitcoin ή άλλο κρυπτονόμισμα.
Το κρίσιμο φορολογικά είναι πότε πραγματοποιείται η μετατροπή ή διάθεση των crypto. Εάν έχουν ήδη μετατραπεί σε ευρώ για τη φόρτιση της κάρτας, η μεταγενέστερη αγορά με το υπόλοιπο ευρώ δεν αποτελεί δεύτερη μεταβίβαση των ίδιων κρυπτονομισμάτων. Χρειάζεται, επομένως, να εξετάζεται ο μηχανισμός λειτουργίας κάθε προϊόντος.
Το άρθρο 48 του πολυνομοσχεδίου καλύπτει ρητά τόσο την ανταλλαγή κρυπτοστοιχείων έναντι χρηματικού ποσού όσο και τη διάθεσή τους για απόκτηση αγαθών ή λήψη υπηρεσιών. Περιλαμβάνει επίσης την εισφορά τους για κάλυψη ή αύξηση εταιρικού ή μετοχικού κεφαλαίου. Στην πληρωμή προϊόντων και υπηρεσιών, ως τιμή μεταβίβασης λαμβάνεται η αξία των crypto σε ευρώ κατά τον χρόνο της συναλλαγής.
Ο συγκεκριμένος φόρος δεν επιβάλλεται στην απλή κατοχή ούτε μόνο επειδή αυξήθηκε η αξία των κρυπτονομισμάτων όσο παρέμεναν στο πορτοφόλι. Αφορά την υπεραξία που πραγματοποιείται με τη μεταβίβασή τους. Απαλλαγή προβλέπεται όταν το συνολικό καθαρό ετήσιο κέρδος, μετά τους προβλεπόμενους συμψηφισμούς, δεν υπερβαίνει τα 500 ευρώ.
Το όριο αφορά ολόκληρο το έτος και όχι κάθε συναλλαγή χωριστά. Επίσης, δεν αποτελεί ποσό που αφαιρείται πάντοτε από το φορολογητέο κέρδος. Εάν το συνολικό καθαρό ετήσιο κέρδος είναι 600 ευρώ, η απαλλαγή δεν εφαρμόζεται και ο φόρος υπολογίζεται στα 600 ευρώ, όχι μόνο στα 100 ευρώ πάνω από το όριο.
Καθοριστική είναι η απόδειξη του κόστους απόκτησης. Οι τιμές αγοράς και μεταβίβασης προσδιορίζονται από δικαιολογητικά συναλλαγών του παρόχου ή άλλου ενδιάμεσου, καθώς και από στοιχεία που μπορούν να εξαχθούν από το κατανεμημένο καθολικό, όπου καταγράφονται οι συναλλαγές. Εάν η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί, θεωρείται μηδενική.
Στο παράδειγμα της ρευστοποίησης αντί 8.000 ευρώ, εάν δεν μπορούσε να προσδιοριστεί το κόστος αγοράς των 5.000 ευρώ, η υπεραξία θα υπολογιζόταν στις 8.000 ευρώ. Με τις ίδιες παραδοχές, ο φόρος θα έφτανε τα 800 ευρώ αντί για 300. Για διαδοχικές αποκτήσεις του ίδιου κρυπτοστοιχείου προβλέπεται μέση τιμή κτήσης, ενώ συνυπολογίζονται οι άμεσα συνδεόμενες δαπάνες σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες. Οι λεπτομέρειες τεκμηρίωσης και διαφύλαξης των στοιχείων θα καθοριστούν με απόφαση της ΑΑΔΕ.
Οι ζημιές, εφόσον υπερβαίνουν τα 500 ευρώ ανά φορολογικό έτος, μπορούν να μεταφέρονται στα επόμενα πέντε έτη και να συμψηφίζονται αποκλειστικά με μελλοντικά κέρδη από μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων. Δεν προβλέπεται συμψηφισμός τους με μισθούς, συντάξεις ή άλλα εισοδήματα.
Παράλληλα, η αγορά crypto προστίθεται στις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων και θα λαμβάνεται υπόψη στα τεκμήρια. Το ποσό της αγοράς θα χρειάζεται να καλύπτεται με τα προβλεπόμενα νόμιμα μέσα, ανεξάρτητα από το αν η επένδυση αποδειχθεί τελικά κερδοφόρα ή ζημιογόνα.
Οι αποδόσεις από δανεισμό crypto, παροχή ρευστότητας και δέσμευσή τους για επικύρωση συναλλαγών, γνωστή ως staking, αντιμετωπίζονται ως τόκοι και υπάγονται στον αντίστοιχο συντελεστή 15%. Εάν καταβάλλονται σε κρυπτοστοιχεία, λαμβάνεται η αξία τους κατά τον χρόνο της συναλλαγής. Προβλέπονται επίσης κανόνες αποτίμησης σε ευρώ όταν τα crypto χορηγούνται ως παροχή σε είδος σε εργαζομένους, εταίρους ή μετόχους.
Τα κρυπτοστοιχεία εξαιρούνται ακόμη από τον αριθμητικό κανόνα κατά τον οποίο τρεις ομοειδείς συναλλαγές μέσα σε έξι μήνες θεωρούνται συστηματική διενέργεια πράξεων. Το συγκεκριμένο κριτήριο δεν θα αρκεί από μόνο του για να αντιμετωπιστούν οι συναλλαγές ενός ιδιώτη ως επιχειρηματική δραστηριότητα.
Για παλαιότερες υπεραξίες και τα προβλεπόμενα σχετικά εισοδήματα ανοίγει διαδικασία οικειοθελούς δήλωσης μέσα σε δώδεκα μήνες από την έναρξη ισχύος της διάταξης. Ο φόρος καταβάλλεται εντός 60 ημερών από τη δήλωση και, εφόσον πληρωθεί εμπρόθεσμα, δεν επιβάλλονται πρόστιμα ή τόκοι για την προηγούμενη μη δήλωση.
Ειδικά για την κάλυψη τεκμηρίων μέσω αυτής της διαδικασίας, αναγνωρίζονται η δηλωμένη υπεραξία και τα συγκεκριμένα εισοδήματα που υπάγονται στη ρύθμιση. Το μέρος του τιμήματος πώλησης που αντιστοιχεί στο αρχικό κόστος αγοράς δεν αναγνωρίζεται για τον σκοπό αυτό από τη συγκεκριμένη διάταξη.
Επομένως, η είσπραξη 50.000 ευρώ από crypto που είχαν κοστίσει 20.000 ευρώ δεν σημαίνει ότι όλο το ποσό αποκτά δυνατότητα κάλυψης τεκμηρίων μέσω της οικειοθελούς δήλωσης. Η διάταξη αναγνωρίζει την υπεραξία των 30.000 ευρώ. Η πληρωμή του φόρου δεν συνεπάγεται επίσης νομιμοποίηση της προέλευσης του αρχικού κεφαλαίου ούτε αποκλείει φορολογικό έλεγχο.
Στις κληρονομιές, στις δωρεές και στις γονικές παροχές, τα crypto χαρακτηρίζονται ως ασώματη κινητή περιουσία που βρίσκεται στην αλλοδαπή. Η αποτίμηση γίνεται με βάση την αξία σε ευρώ της προηγούμενης ημέρας από τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, όπως προκύπτει από αναγνωρισμένες πλατφόρμες. Οι σχετικές διατάξεις προβλέπεται να εφαρμοστούν για φορολογικές υποχρεώσεις που γεννώνται από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Οι πωλήσεις κρυπτοστοιχείων εξαιρούνται από το Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής από την 1η Δεκεμβρίου 2024, ενώ προβλέπεται απαλλαγή από χαρτόσημο για πωλήσεις έως τις 30 Νοεμβρίου 2024. Το πλαίσιο συμπληρώνεται από εποπτικά μέτρα κατά της παράνομης δραστηριότητας, με δημόσιο κατάλογο προειδοποιήσεων, αποκλεισμό πρόσβασης από την Ελλάδα και παρεμβάσεις σε παράνομο περιεχόμενο, εφαρμογές και διαδικτυακούς λογαριασμούς.
Για τον κάτοχο, το κόστος αγοράς, η ποσότητα που διαθέτει και η αξία της κατά τη συναλλαγή καθορίζουν το φορολογικό αποτέλεσμα. Είτε προηγείται ρευστοποίηση σε ευρώ είτε η εξόφληση γίνεται από ψηφιακό πορτοφόλι, χρειάζεται να διατηρείται πλήρες ιστορικό συναλλαγών. Το ποσό που μπορεί να δαπανηθεί για μια αγορά δεν ταυτίζεται απαραίτητα με το ποσό που απομένει μετά τον φόρο ούτε με εκείνο που αναγνωρίζεται για την κάλυψη τεκμηρίων.
Για παλαιότερες υπεραξίες και τα προβλεπόμενα σχετικά εισοδήματα ανοίγει διαδικασία οικειοθελούς δήλωσης μέσα σε δώδεκα μήνες από την έναρξη ισχύος της διάταξης. Ο φόρος καταβάλλεται εντός 60 ημερών από τη δήλωση και, εφόσον πληρωθεί εμπρόθεσμα, δεν επιβάλλονται πρόστιμα ή τόκοι για την προηγούμενη μη δήλωση.
Ειδικά για την κάλυψη τεκμηρίων μέσω αυτής της διαδικασίας, αναγνωρίζονται η δηλωμένη υπεραξία και τα συγκεκριμένα εισοδήματα που υπάγονται στη ρύθμιση. Το μέρος του τιμήματος πώλησης που αντιστοιχεί στο αρχικό κόστος αγοράς δεν αναγνωρίζεται για τον σκοπό αυτό από τη συγκεκριμένη διάταξη.
Επομένως, η είσπραξη 50.000 ευρώ από crypto που είχαν κοστίσει 20.000 ευρώ δεν σημαίνει ότι όλο το ποσό αποκτά δυνατότητα κάλυψης τεκμηρίων μέσω της οικειοθελούς δήλωσης. Η διάταξη αναγνωρίζει την υπεραξία των 30.000 ευρώ. Η πληρωμή του φόρου δεν συνεπάγεται επίσης νομιμοποίηση της προέλευσης του αρχικού κεφαλαίου ούτε αποκλείει φορολογικό έλεγχο.
Στις κληρονομιές, στις δωρεές και στις γονικές παροχές, τα crypto χαρακτηρίζονται ως ασώματη κινητή περιουσία που βρίσκεται στην αλλοδαπή. Η αποτίμηση γίνεται με βάση την αξία σε ευρώ της προηγούμενης ημέρας από τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, όπως προκύπτει από αναγνωρισμένες πλατφόρμες. Οι σχετικές διατάξεις προβλέπεται να εφαρμοστούν για φορολογικές υποχρεώσεις που γεννώνται από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Οι πωλήσεις κρυπτοστοιχείων εξαιρούνται από το Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής από την 1η Δεκεμβρίου 2024, ενώ προβλέπεται απαλλαγή από χαρτόσημο για πωλήσεις έως τις 30 Νοεμβρίου 2024. Το πλαίσιο συμπληρώνεται από εποπτικά μέτρα κατά της παράνομης δραστηριότητας, με δημόσιο κατάλογο προειδοποιήσεων, αποκλεισμό πρόσβασης από την Ελλάδα και παρεμβάσεις σε παράνομο περιεχόμενο, εφαρμογές και διαδικτυακούς λογαριασμούς.
Για τον κάτοχο, το κόστος αγοράς, η ποσότητα που διαθέτει και η αξία της κατά τη συναλλαγή καθορίζουν το φορολογικό αποτέλεσμα. Είτε προηγείται ρευστοποίηση σε ευρώ είτε η εξόφληση γίνεται από ψηφιακό πορτοφόλι, χρειάζεται να διατηρείται πλήρες ιστορικό συναλλαγών. Το ποσό που μπορεί να δαπανηθεί για μια αγορά δεν ταυτίζεται απαραίτητα με το ποσό που απομένει μετά τον φόρο ούτε με εκείνο που αναγνωρίζεται για την κάλυψη τεκμηρίων.
https://www.protothema.gr/
