23 Οκτ 2026

Η «Φλέβα» της Υποκρισίας: Όταν ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Βασίλης Φλωριδης, αδελφός του Υπουργού Δικαιοσύνης, βαφτίζει «Διαφθορά» τον Άρειο Πάγο, επειδή δεν αρχειοθέτησε υπόθεση συγγενούς Υπουργού

Χρειάστηκαν «τριάντα επτά χρόνια υπηρεσίας» για να τρανταχτεί και να τρομάξει ο κατά τα άλλα «ατσάλινος» Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Βασίλης Φλωρίδης, που εξαιτίας του αδελφού του, Γιώργου Φλωρίδη, είδε την φιλοδοξία του να ανέβει στον θώκο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να συνθλίβεται εν μία νυχτί.

Σε ένα πρωτοφανές στα δικαστικά χρονικά -ομολογουμένως θαρραλέο εκ του ασφαλούς (;) -άρθρο του στην «Καθημερινή» («Φλέβα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη»), ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός, γνωστός για διάφορες υποθέσεις που έχει χειριστεί στο παρελθόν, ιδίως στη Θεσσαλονίκη, αποφάσισε να καταγγείλει δημόσια τους ίδιους τους συναδέλφους του -από τον πρώτο βαθμό μέχρι και τους Αρεοπαγίτες του Αρείου Πάγου- ότι αποτελούν μια «μολυσμένη φλέβα» που «κατασκευάζει κρίσεις», αντιδιαστέλλοντας τη δική τους φερόμενη «μολυσματική» υπόσταση με την αμόλυντη στάση τριών συναδέλφων του, ενός φερόμενου μέλους του Δ.Σ. της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος και άλλων δύο συμπαθέστατων κατά τα άλλα Αντεισαγγελέων Εφετών Αθηνών.

Ποιο ήταν το αποτρόπαιο έγκλημα αυτών των δικαστών και εισαγγελέων (δεκατριών στον αριθμό) που προκάλεσε το όψιμο, ιερό μένος του; Ότι αρνήθηκαν να «θάψουν» στο αρχείο μια ποινική δικογραφία έντεκα κατηγορουμένων, ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται, όπως ο ίδιος ομολογεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια, «στενός συγγενής εν ενεργεία κυβερνητικού αξιωματούχου», δηλαδή στενού συνεργάτη του αδελφού του, ασχέτως της αθωότητας ή μη, που θα διαγνωστεί αυθεντικά μόνον από τους φυσικούς δικαστές.

Η οργουελιανή αντιστροφή: «Αντίσταση» το «κουκούλωμα», «διαφθορά» η δημόσια δίκη

Το άρθρο του κ. Φλωρίδη αποτελεί μνημείο θεσμικής αυταπάτης. Χωρίς να κατονομάζει την υπόθεση που αποκάλυψε το Documento -η οποία αφορά την καταγγελλόμενη συγκάλυψη ελέγχου για ναρκωτικά με εμπλεκόμενο τον γιο του Υπουργού Τάκη Θεοδωρικάκου, τον πρώην Αρχηγό της ΕΛ.ΑΣ. Μιχάλη Καραμαλάκη και ακόμη εννέα πρόσωπα-, ο Αντεισαγγελέας περιγράφει αναλυτικά τη δικονομική της πορεία, παραδίδοντας άθελά του το πιο συντριπτικό «κατηγορητήριο» εναντίον της δικής του αστραπιαίας εισαγγελικής δράσης:

1. Τέσσερις φορές διαφορετικοί εισαγγελείς (συμπεριλαμβανομένου του ιδίου στον Άρειο Πάγο) επιχείρησαν να κλείσουν την υπόθεση χωρίς δίκη, ζητώντας αρχειοθέτηση, απαλλαγή ή αναίρεση υπέρ των έντεκα κατηγορουμένων.

2. Τρεις φορές πολυμελή Δικαστικά Συμβούλια, ομοφώνως -το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, το Συμβούλιο Εφετών και, τελικά, το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου- μαζί με τους εισαγγελείς που άσκησαν και στήριξαν τη δίωξη, αφενός τον κ. Δημήτριο Πιέρρο, που υπέστη και απόπειρα αθέμιτων πειθαρχικών διώξεων, αφετέρου τον γνωστό για την εντιμότητά του, κ. Νικόλαο Κοκαρίδα, εξέτασαν τη δικογραφία και έκριναν αμετάκλητα ότι τα στοιχεία επιβάλλουν οι έντεκα κατηγορούμενοι να καθίσουν στο εδώλιο του κατηγορουμένου σε δημόσια δίκη, όπως γίνεται για τους μη πατρικίους πολίτες αυτής της χώρας.

Κι εδώ συντελείται η απόλυτη διαστροφή της λογικής:

● Τους τέσσερις εισαγγελείς που προσπάθησαν λυσσαλέα να αποτρέψουν τη δημόσια δίκη του συγγενούς του υπουργού και των ανώτατων αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ., ο κ. Φλωρίδης τους αποκαλεί ηρωικά «οι τέσσερις εισαγγελείς που αντιστάθηκαν»!

● Αντίθετα, τους δικαστές τριών βαθμίδων -μαζί και τους Αρεοπαγίτες του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που απέρριψαν τη δική του αίτηση αναίρεσης-, μεταξύ των οποίων τον αποδεδειγμένα «Ήρωα» Δικαστή, κ. Παναγιώτη Βενιζελέα, που η σημερινή Κυβέρνηση άδικα είχε παραλείψει από την προαγωγή, λόγω της αμεροληψίας του, τους καταγγέλλει συλλήβδην στον Τύπο, δηλαδή στη βορά όλων των κακοπροαίρετων, για «κατασκευή κρίσης», «εκτροπή της δικαστικής εξουσίας» και «μολυσμένη φλέβα διαφθοράς»!

Από πότε η παραπομπή μιας υπόθεσης στο φως του δημόσιου ακροατηρίου, όπου τα στοιχεία ελέγχονται με πλήρη δημοσιότητα, συνιστά «διαφθορά», ενώ η επίμονη προσπάθεια να θαφτεί η δικογραφία στα σκοτεινά συρτάρια του αρχείου συνιστά «κάθαρση»; Όταν ένας ανώτατος εισαγγελέας χάνει με 3-0 στα δικαστικά συμβούλια -ακόμη και μέσα στον ίδιο τον Άρειο Πάγο- και αντιδρά καταγγέλλοντας τους δικαστές ως διεφθαρμένους στις εφημερίδες και σε όλο το διαδίκτυο, δεν υπερασπίζεται το κράτος δικαίου. Εκδηλώνει το σύνδρομο μιας εξουσίας που δεν ανέχεται να της λένε «όχι», και μάλιστα σε υπόθεση όπου ο ίδιος είχε αντίθετη εκπεφρασμένη άποψη.

Από το «δεν ασχολούμαι με πολιτικούς» στην τρομώδη οργή για τον συγγενή του αγαπημένου του Μεγάρου Μαξίμου Υπουργού

Μόλις τον Φεβρουάριο του 2025, σε συνέντευξή του στον Δημήτρη Δανίκα, ο Βασίλης Φλωρίδης δήλωνε με στόμφο: «Έμεινα αλώβητος γιατί δεν ασχολούμαι με υποθέσεις πολιτικών, κυρίως λόγω του αδερφού μου… δεν έχω χειριστεί ποτέ στη ζωή μου πολιτική υπόθεση».

Σήμερα, ο ίδιος άνθρωπος ομολογεί εγγράφως ότι όχι μόνο χρεώθηκε και χειρίστηκε προσωπικά την αίτηση αναίρεσης σε μια κατεξοχήν πολιτικά φορτισμένη υπόθεση, αλλά ότι ο «προβληματισμός» του ενισχύθηκε ακριβώς επειδή «ένας από τους έντεκα κατηγορουμένους ήταν στενός συγγενής εν ενεργεία κυβερνητικού αξιωματούχου».

Μάλιστα, η ενσυναίσθησή του για το «οικονομικό κόστος, τη δημόσια έκθεση και την αγωνία» του συγγενούς τουΥπουργού και της πρώην ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ. τον οδηγεί σε μια απροκάλυπτη προληπτική προειδοποίηση προς τους δικαστές της έδρας, και μάλιστα πολύ κατωτέρους του, οι οποίοι πρόκειται να δικάσουν την υπόθεση. Γράφει επί λέξει:

«Και βέβαια η αγωνία τους μεγαλώνει: Τι θα γίνει εάν συνεχιστεί η ίδια κατάσταση και στη δίκη; … Για αυτό και απαιτείται έλεγχος από αρμόδια όργανα, πραγματική λογοδοσία. Κανείς και σε κανένα βαθμό της Δικαιοσύνης δεν πρέπει να μένει ανεξέλεγκτος. Όλοι πρέπει να λογοδοτούν.»

Το μήνυμα προς το Δικαστήριο που θα κληρωθεί να δικάσει τους έντεκα είναι κρυστάλλινο από «ατσάλινο» αποστολέα. Αν τολμήσετε να «συνεχίσετε την ίδια κατάσταση και στη δίκη» (δηλαδή αν δεν τους αθωώσετε), ανήκετε στη «μολυσμένη φλέβα διαφθοράς» και «πρέπει να λογοδοτήσετε»! Εμείς αυτό αντιλαμβανόμαστε, κύριε Φλωρίδη.

Τα 37 χρόνια αταραξίας: Γιατί δεν «τρόμαξε» ποτέ στα μεγάλα σκάνδαλα και γιατί δεν το εξωτερίκευσε;

Ο κ. Φλωρίδης γράφει ότι ύστερα από 37 χρόνια υπηρεσίας αυτή η υπόθεση τον «τράνταξε και ταυτόχρονα τον τρόμαξε». Η επιλεκτική ευαισθησία του δικαστικού του σεισμογράφου προκαλεί αβίαστα το ερώτημα: Πού βρισκόταν αυτό το ρίγος επί σχεδόν τέσσερις δεκαετίες;

● Υπόθεση Siemens: Δεν «τρόμαξε» όταν τα μαύρα ταμεία δωροδοκίας του πολιτικού συστήματος οδηγούνταν σε βολικές παραγραφές και απαλλαγές εν όλω σε δεύτερο βαθμό, και ο Μιχάλης Χριστοφοράκος διέφευγε ανενόχλητος στη Γερμανία;

● Υπόθεση Βατοπεδίου: Δεν «τραντάχτηκε» όταν οι «ιερές ανταλλαγές» φιλέτων του Δημοσίου σέρνονταν επί χρόνια σε δικονομικούς λαβυρίνθους, μέχρι που επήλθε η κάθαρση της απαλλαγής ελλείψει δόλου;

● Σκάνδαλο Novartis: Δεν διέκρινε καμία «εκτροπή δικαστικής εξουσίας» όταν, αντί να ερευνηθεί ο χρηματισμός πολιτικών προσώπων, η εγχώρια Δικαιοσύνη έσυρε ως κατηγορούμενους τους ίδιους τους Εισαγγελείς Διαφθοράς και τους προστατευόμενους μάρτυρες;

● Υποκλοπές (Predator – ΕΥΠ) & Τέμπη: Δεν είδε καμία «μολυσμένη φλέβα» όταν η δικογραφία της παρακολούθησης Υπουργών και της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων αρχειοθετήθηκε στο απυρόβλητο, ούτε όταν για το έγκλημα των Τεμπών έσπευδε σε συνέντευξή του να νουθετήσει τους πολίτες ότι «είμαστε ένας λαός κάπως υπανάπτυκτος» και ότι φταίνε οι… πολλοί δικηγόροι; Ποιοι Δικηγόροι, κύριε Φλωρίδη, οι ενοχλητικοί, οι καταγγελτικοί, όσοι δεν έχουν σκελετούς στη ντουλάπα τους και πολεμάνε με νύχια και με δόντια αυτό που ο ίδιος μόλις χθες εξωτερίκευσε (ατυχώς και με άδικο αποδέκτη), δηλαδή τη δικαστική διαφθορά;

Επί 37 χρόνια, ο κ. Φλωρίδης κοιμόταν ήσυχος. Το κράτος δικαίου κινδύνευσε στα μάτια του μόνο την ημέρα που ο Άρειος Πάγος αρνήθηκε να απαλλάξει χωρίς δίκη τον γιο ενός Υπουργού της Κυβέρνησης στην οποία υπηρετεί ο αδελφός του, και ο οποίος βρέθηκε κατηγορούμενος, επειδή κάποια στελέχη της ΕΛ.ΑΣ., με ιδιοτελή βέβαια και εκείνοι κίνητρα, αποφάσισαν να καταγγείλουν και να αυτοκαταγγελθούν, πλην όμως η Δικαιοσύνη δεν εξετάζει τον λόγο επειδή ο κάθε «Ζήγρας» αποφάσισε να «σπάσει τη σιωπή».

«Όλοι πρέπει να λογοδοτούν» – εκτός από τον ίδιο, κατ’ αποτέλεσμα: Το θεσμικό βραχυκύκλωμα του Ν. 4938/2022

Η πιο ειρωνική αποστροφή του άρθρου του είναι η κατακλείδα του: «Κανείς και σε κανένα βαθμό της Δικαιοσύνης δεν πρέπει να μένει ανεξέλεγκτος. Όλοι πρέπει να λογοδοτούν». Ο κ. Βασίλης Φλωρίδης μπορεί να το διακηρύσσει αυτό εκ του ασφαλούς, διότι γνωρίζει άριστα ότι ο ίδιος είναι ο μοναδικός δικαστικός λειτουργός στην Ελλάδα που εκ του νόμου δεν μπορεί να ελεγχθεί πειθαρχικά από κανέναν. Ούτε καν ο υιός και η σύζυγος του κ. Υπουργού, οι οποίοι έχουν και άλλους πειθαρχικούς προϊσταμένους.

Η δημόσια επίθεση ενός εν ενεργεία Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσω του Τύπου και του διαδικτύου κατά του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου και των Συμβουλίων Εφετών και Πλημμελειοδικών, άμα και δύο εγνωσμένου κύρους Εισαγγελέων συναδέλφων του, επί εκκρεμούς υπόθεσης, με βαρύτατους χαρακτηρισμούς περί «διαφθοράς» και «κατασκευής κρίσης», στοιχειοθετεί ευθέως τα πειθαρχικά παραπτώματα του άρθρου 109 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 4938/2022) περί συμπεριφοράς ασυμβίβαστης με το κύρος του λειτουργήματος και κλονισμού της εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη.

Ποιος έχει όμως την αρμοδιότητα να ασκήσει πειθαρχική δίωξη κατ’ αυτού;

● Σύμφωνα με το άρθρο 117 παρ. 1 περ. α’ του Ν. 4938/2022, για τους ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς (Αρεοπαγίτες και Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου), αρμόδιος να εγείρει πειθαρχική δίωξη είναι αποκλειστικά και μόνο ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Ούτε ο Πρόεδρος, ούτε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ούτε το Συμβούλιο Επιθεώρησης διαθέτουν τέτοια αρμοδιότητα.

● Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, όμως, είναι ο αδελφός του, Γιώργος Φλωρίδης.

● Λόγω συγγένειας εξ αίματος β’ βαθμού εκ πλαγίου, ο Γιώργος Φλωρίδης τελεί σε απόλυτο νομικό κώλυμα και απαγορεύεται να ασκήσει οποιοδήποτε πειθαρχικό καθήκον επί του αγαπημένου ομολογουμένως αδελφού του, τον οποίο, βεβαίως, δεν είχε διευκολύνει -αδίκως, να πούμε- να τεθεί στην αποτελεσματική κρίση του Υπουργικού Συμβουλίου, καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα προκαλείτο ως γνωστόν σκάνδαλο.

● Ταυτόχρονα, ο Ν. 4938/2022 παρουσιάζει ένα κραυγαλέο νομοθετικό κενό. Επειδή ο νομοθέτης ανέθεσε μονοπρόσωπα την πειθαρχική δίωξη των ανώτατων δικαστών στον εκάστοτε Υπουργό Δικαιοσύνης, δεν προέβλεψε κανένα ανεξάρτητο δικαστικό όργανο αναπλήρωσης στην περίπτωση που ο Υπουργός κωλύεται λόγω συγγένειας με τον ελεγχόμενο ανώτατο δικαστή.

Αυτό είναι το επιτελικό θαύμα σε όλο του το μεγαλείο. Ο ένας αδελφός (Υπουργός Δικαιοσύνης) αποτελεί το μοναδικό εκ του νόμου πειθαρχικό φίλτρο του άλλου αδελφού (Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου), δημιουργώντας μια θεσμική νεκρή ζώνη απόλυτης ατιμωρησίας. Από αυτό το οικογενειακό οχυρό του ανέλεγκτου, ο Βασίλης Φλωρίδης κουνάει το δάχτυλο στους Δικαστές που δεν υπάκουσαν στις εισηγήσεις του, απαιτώντας… «να λογοδοτούν όλοι»!, με τις πληροφορίες να αναφέρουν -μέχρι να διαψευστούν- ότι μαζί με την αναίρεση που είχε ασκήσει φροντίστηκε να ζητηθεί η εκ νέου πειθαρχική διερεύνηση του «μη αντιστεκόμενου» κατά τον ίδιο Αντεισαγγελέα Εφετών, κ. Δημήτριου Πιέρρου, με άγνωστους όσους τον πίεσαν αθέμιτα για να μην αντισταθεί ή το αντίθετο;

Η εκκωφαντική αφωνία των Δικαστικών Ενώσεων

Μπροστά σε αυτή την πρωτοφανή θεσμική εκτροπή, η σιωπή της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΔΕ) και της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος (ΕΕΕ) δεν είναι απλώς αμήχανη. Είναι συνενοχική.

Τα διοικητικά συμβούλια των δικαστικών ενώσεων, που εκδίδουν αστραπιαία οργισμένες ανακοινώσεις κάθε φορά που ένας δημοσιογράφος, ένας πολίτης, ένας χαροκαμένος γονιός ή ένας έστω και «διαταρακτικός» Δικηγόρος, ασκεί κριτική σε οργιώδεις δικαστικές πράξεις παραλείψεις, έχασαν ξαφνικά τη φωνή τους. Ένας Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου αποκαλεί δημόσια «μολυσμένη φλέβα διαφθοράς» τρία Δικαστικά Συμβούλια -συμπεριλαμβανομένων Αρεοπαγιτών και Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με την Εισηγήτρια να ήταν μέλος της δευτεροβάθμιας σύνθεσης που δίκασε την υπόθεση της Χρυσής Αυγής- επειδή παραπέμπουν σε δίκη συγγενή κυβερνητικού στελέχους, προειδοποιεί εμμέσως (επιεικώς λεγόμενον) τους Δικαστές (Πρωτοδίκη γενικής ή ειδικής επετηρίδας και Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών), που θα δικάσουν την υπόθεση στο ακροατήριο, και οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι των Δικαστών παριστάνουν τους τροχονόμους της σιωπής.

Ο κ. Φλωρίδης έκλεισε το άρθρο του με μια φράση που ήθελε να ακουστεί ως αφορισμός προς τους νεότερους συναδέλφους του: «Η πόρτα της διαφθοράς ανοίγει πάντα από μέσα». Έχει απόλυτο δίκιο και σε αυτό συμφωνούμε. Μόνο που στην Ελληνική Δικαιοσύνη, η πόρτα αυτή δεν άνοιξε από τους Δικαστές που έστειλαν μια υπόθεση στο φως της δημόσιας δίκης, για να επέλθει κάθαρση με την φιλοσοφική έννοια του όρου, αλλά από τους γνωστούς αγνώστους.

Πλέον ο μοναδικός τρόπος για να επέλθει Λύτρωση είναι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου να διατάξει σήμερα κιόλας κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση, που θα ανατεθεί σε υψηλόβαθμο Εισαγγελέα, ώστε να ληφθεί ένορκη κατάθεση του δημοσίως καταγγέλλοντος, κ. Βασίλη Φλωρίδη, σε ποιες πράξεις δικαστικής και εισαγγελικής διαφθοράς και αθέμιτης επιρροής αναφέρεται, κι εφόσον αυτές τεκμηριωθούν να καθίσουν στο σκαμνί οι «επίορκοι», ενώ σε διαφορετική περίπτωση να λογοδοτήσουν όσοι αποδειχθεί πως κλόνισαν συθέμελα το τελευταίο Καταφύγιο του Πολίτη, και συνέθλιψαν το ίδιο το Γόητρο της Δικαιοσύνης.

Εν τελει η ΈΔΕ εξέδωσε ανακοινωση ομολογουμενως κολαφο, με αντανακλαστικά μέσα στο βραδυ πραγμα που οφειλουμε να της πιστωσουμε.

Ακολουθεί ολόκληρη η ανακοίνωση της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων:

“Σε άρθρο του χθες ο Αντεισαγγελέας ΑΠ, Βασίλειος Φλωρίδης, αναφέρθηκε σε φλέβα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη, σε κατασκευασμένες δικαστικές κρίσεις, επειδή δικαστές σε Πρωτοδικείο, Εφετείο και Άρειο Πάγο παρέπεμψαν σε δίκη με βούλευμα τον γιο υπουργού της κυβέρνησης!

Δεν εξετάζουμε εδώ -ούτε έχουμε άλλωστε τέτοια αρμοδιότητα ούτε και γνώση της δικογραφίας- την ουσία της υπόθεσης. Το πρωτοφανές όμως στα ιστορικά χρονικά γεγονός να καταφέρεται έτσι ανώτατος δικαστικός λειτουργός κατά όλων των συναδέλφων του που συμμετείχαν στα δικαστικά συμβούλια, δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο. Και μάλιστα εισαγγελικός λειτουργός ο οποίος χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση στο στάδιο της αναίρεσης και η πρότασή του για απαλλαγή των κατηγορουμένων απορρίφθηκε ομόφωνα από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Είναι ο ίδιος εισαγγελικός λειτουργός που σε παλαιότερο άρθρο του στο Βήμα έγραφε ότι «οι δικαστικοί λειτουργοί που έχουν συγγενικά πρόσωπα με ενεργή ενασχόληση στην πολιτική πρέπει να απέχουν από τον χειρισμό υποθέσεων στα οποία εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα –οι τιμιότεροι όλων κι αν είναι» («Άρθρο στην εφημερίδα Το Βήμα με τίτλο «Περί διαφθοράς (πάλι) ο λόγος», 14.05.2016). Σε ένα Κράτος Δικαίου, που απαιτεί το σεβασμό των δικαστικών αποφάσεων από κάθε πολίτη, κανείς
δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός δεν δικαιούται αυτού του είδους την ασυλία, όσο ισχυρός κι αν νιώθει, όποιο όνομα και αν φέρει.

Οι δικαστές που ασχολήθηκαν με την υπόθεση γνωρίζαμε πως διαθέτουν υψηλό επιστημονικό επίπεδο. Απέδειξαν ότι διαθέτουν και ακλόνητο δικαστικό φρόνημα. Και αν για σας κ Εισαγγελέα είναι «οι φλέβες της διαφθοράς», για μας είναι η ψυχή του Δικαστικού Σώματος και η συλλογική μας περηφάνεια. Στις φλέβες λοιπόν της κοινωνίας έχει διαχυθεί το δηλητήριο ενός «θεσμικού» ολοκληρωτισμού ο οποίος επιχειρεί να ισοπεδώσει ηθικά οποιαδήποτε διαφορετική αντίληψη αποδίδοντας της εύκολα το στίγμα της διαφθοράς. Και όπως εύκολα πέρασε το δηλητήριο από «μαχητικούς» δικηγόρους έτσι εύκολα περνάει και από «αδιάφθορους» εισαγγελικούς λειτουργούς. Στο δηλητήριο αυτό η κοινωνία αποκτά διαρκώς και μεγαλύτερη ανοσία θεωρώντας μάλλον ηρωισμό τέτοιου είδους «αντισυμβατικό» λόγο.

Στους δύσκολους και σκοτεινούς καιρούς που τους σκιάζει ο φόβος και η υποταγή, το σθένος και το ανεπηρέαστο φρόνημα μοιάζουν φωτεινά αστέρια”.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο του Αντεισαγγελέα ΑΠ Βασίλη Φλωρίδη:

“Για τη διαφθορά στις σύγχρονες κοινωνίες γράφηκαν πολλά. Ομως σε κάποιες απ’ αυτές φαίνεται ότι ακόμη δεν έγινε κατανοητός ο βασικός λόγος που πρέπει να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά: Οτι η διαφθορά διαβρώνει ευθέως τη νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας. Συνεπώς υπονομεύει στην ουσία την πεποίθηση των πολιτών ότι οι κανόνες εφαρμόζονται αμερόληπτα, άρα και την ίδια την εμπιστοσύνη τους.

Απ’ ό,τι φαίνεται η χώρα μας είναι μια από αυτές. Δυστυχώς, δεν έγινε αντιληπτό από όλους όσοι ασκούν συνταγματικές αρμοδιότητες, ότι όταν ο πολίτης πιστέψει ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται με βάση το δίκαιο αλλά με ιδιωτικά συμφέροντα, τότε η υπακοή στον νόμο παύει να στηρίζεται σε πίστη αλλά μεταμορφώνεται σε εξαναγκαστική συμμόρφωση υπό τον φόβο των κυρώσεων. Οι κοινωνίες επηρεάζονται ύπουλα αφού σιγά σιγά αυτό γίνεται κανονικότητα με αποτέλεσμα να κλονίζεται η ισονομία. Μαθαίνουμε τελικά να ζούμε με λιγότερη δικαιοσύνη χωρίς να αντιδρούμε.

Στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, η διαφθορά επηρεάζει την ίδια την αξιοπιστία της. Ακόμη και μεμονωμένες υποθέσεις εάν φανούν ατιμώρητες ή «καλυμμένες», γεννούν στους πολίτες την αίσθηση πως το σύστημα δεν λειτουργεί ισότιμα. Η νομιμοποίηση περνάει μέσα από την εμπιστοσύνη ότι οι κανόνες της δικονομίας και οι εγγυήσεις που αυτή παρέχει, τηρούνται σταθερά. Αλλιώς κάθε απόφαση μοιάζει ως προϊόν ισχύος και όχι δικαίου. Οταν ριζώνει η ιδέα πως μια σκοπιμότητα μπορεί να υπερισχύσει της αλήθειας, ο πολίτης αρχίζει να θεωρεί ασφαλέστερη την προσωπική διασύνδεση από τη θεσμική θωράκιση.

Δεν απαιτείται χρηματισμός για να μιλήσεις για διαφθορά στη Δικαιοσύνη. Αρκεί να τεκμηριώνεται εκτροπή της δικαστικής εξουσίας προς εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος ή κάλυψη προηγούμενης αυθαιρεσίας. Γι’ αυτό το βάρος πέφτει σε κάθε κρίκο ξεχωριστά και όχι συλλήβδην σε όλο το Δικαστικό Σώμα.

Στην ποινική διαδικασία ειδικότερα, το κρίσιμο ζήτημα είναι να μη χαθεί η αξιοπιστία του δικανικού συλλογισμού. Να μη μένουν σκιές πάνω στην απόδειξη και στην αιτιολόγηση. Οταν η αιτιολογημένη κρίση υποκαθίσταται από σκοπιμότητες, χάνεται το αίσθημα του δικαίου.

Γράφω αυτό το άρθρο επειδή πρόσφατα χειρίστηκα μία ποινική υπόθεση με έντεκα κατηγορουμένους, όπου η κατηγορία ήταν στην κυριολεξία ανυπόστατη. Μια υπόθεση που, και ύστερα από τριάντα επτά χρόνια υπηρεσίας, με τράνταξε και ταυτόχρονα με τρόμαξε. Η επιμονή στην προώθηση της κατηγορίας παρά την παντελή έλλειψη στοιχείων, μου δημιούργησε σοβαρά ερωτήματα για τον ρόλο των δικαστικών λειτουργών που τη χειρίστηκαν. Ο προβληματισμός μου ενισχύθηκε από το ότι ένας από τους έντεκα κατηγορουμένους ήταν στενός συγγενής εν ενεργεία κυβερνητικού αξιωματούχου.

Ο εισαγγελέας του πρώτου βαθμού το αντιλήφθηκε ορθά και ζήτησε αιτιολογημένα την αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Η αρχειοθέτηση όμως δεν εγκρίθηκε από τον εισαγγελέα του δεύτερου βαθμού και ζήτησε να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος τους. Σε επόμενο στάδιο, άλλος εισαγγελέας του δεύτερου βαθμού έκανε δεκτή την προσφυγή κατά της παραπομπής τους και πρότεινε και πάλι την αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση επέστρεψε στον πρώτο βαθμό όπου ο εισαγγελέας διαφώνησε με την απαλλακτική κρίση του εισαγγελέα του δεύτερου βαθμού και τελικά το δικαστικό συμβούλιο αποφάσισε την παραπομπή των έντεκα κατηγορουμένων σε δίκη. Στη συνέχεια άλλος εισαγγελέας του δεύτερου βαθμού άσκησε έφεση υπέρ των έντεκα κατηγορουμένων ζητώντας την απαλλαγή τους από κάθε κατηγορία. Το συμβούλιο του δεύτερου βαθμού δεν έκανε δεκτή την έφεση και επικύρωσε την παραπομπή τους.

Χειριζόμενος πλέον την υπόθεση στον Αρειο Πάγο, ύστερα από αίτηση των κατηγορουμένων, ζήτησα την αναίρεση του βουλεύματος του δευτέρου βαθμό και την απαλλαγή τους από τον ίδιο τον Αρειο Πάγο. Ομως το συμβούλιο του Αρείου Πάγου απέρριψε την αναίρεσή μου.

Και οι τέσσερις εισαγγελείς που αντιστάθηκαν, κατέγραψαν στα δικαστικά τους κείμενα ένα κοινό βασικό δεδομένο: Οτι τα αποδεικτικά στοιχεία που υποτίθεται θεμελίωναν τα εγκλήματα, ήταν σαθρά και δεν μπορούσαν να στηρίξουν τις κατηγορίες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για έκφραση κρίσης πίσω από την οποία θα μπορούσε να καλυφθεί ο δικαστής. Ηταν κατασκευή κρίσης.

Το σοκ ήταν μεγάλο και πρώτα από όλα για όσους βρέθηκαν άδικα στη θέση του κατηγορουμένου. Κυρίως γιατί η κατασκευασμένη κρίση έφθασε μέχρι τον Αρειο Πάγο. Μοιάζει να μην υπάρχει πια «έξοδος κινδύνου». Δεν μιλάμε απλά για δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες διαφωνείς, αλλά για την αίσθηση ότι κλείνουν όλες οι πόρτες. Χάθηκε η πίστη τους ότι το δικαστικό σύστημα είναι ικανό να αυτοδιορθώνεται. Και βέβαια η αγωνία τους μεγαλώνει: Τι θα γίνει εάν συνεχιστεί η ίδια κατάσταση και στη δίκη; Το πιο σκληρό για τον αθώο είναι ότι η ίδια η διαδικασία γίνεται τιμωρία πριν καν δικαστεί, με οικονομικό κόστος, δημόσια έκθεση, αγωνία και χωρίς ελπίδα άμεσης αποκατάστασης.

Χρησιμοποίησα τη λέξη «φλέβα» γιατί οι φλέβες καταλήγουν στην καρδιά του οργανισμού. Κι όταν η φλέβα είναι μολυσμένη, η βλάβη δεν μένει τοπικά, φτάνει στον πυρήνα. Στην περίπτωσή μας αυτός ο πυρήνας είναι το κράτος δικαίου. Οταν πλήττεται η εμπιστοσύνη των πολιτών, κλονίζεται η νομιμοποίηση της δικαιοσύνης. Για αυτό οφείλουμε όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί να υπηρετούμε το κράτος δικαίου απαρέγκλιτα, χωρίς εκπτώσεις και υποχωρήσεις.

Για αυτό και απαιτείται διαφάνεια στις διαδικασίες, αιτιολογημένες αποφάσεις, έλεγχος από αρμόδια όργανα, πραγματική λογοδοσία. Κανείς και σε κανένα βαθμό της Δικαιοσύνης δεν πρέπει να μένει ανεξέλεγκτος. Ολοι πρέπει να λογοδοτούν.

Θέλω, τέλος, να μοιραστώ με όλους μας, τους δικαστικούς λειτουργούς και ιδιαίτερα στους νεώτερους συναδέλφους, κάτι που συνειδητοποίησα όλα αυτά τα χρόνια: Η πόρτα της διαφθοράς ανοίγει πάντα από μέσα.

*Ο Βασίλειος Φλωρίδης είναι αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου”.

https://thefaq.gr/