8 Νοε 2026

Φόροι 103 δισ. ευρώ στην Ελλάδα, αλλά ελάχιστα για οικογένεια και παιδιά – Τα στοιχεία που εκθέτουν την κυβέρνηση Μητσοτάκη

Στο 41,3% του ΑΕΠ παραμένει η συνολική φορολογική επιβάρυνση, όσο και το 2019, παρά τις μειώσεις συντελεστών. Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ αποκαλύπτει τη μεγάλη εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους και τις σοβαρές ανισορροπίες στη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους.

Το ελληνικό Δημόσιο εισπράττει σήμερα σχεδόν...

27 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές σε σχέση με το 2019. Για τα νοικοκυριά, ωστόσο, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική. Η συνολική φορολογική επιβάρυνση της οικονομίας παραμένει στα ίδια επίπεδα με εκείνα πριν από επτά χρόνια, ενώ η χρηματοδότηση της υγείας, της παιδείας και της οικογένειας εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά σε σύγκριση με τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη.

Τα στοιχεία περιλαμβάνονται σε νέα ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), την οποία υπογράφουν ο πρόεδρός του, Νίκος Ρώμπαπας, και ο επικεφαλής Ερευνών, Κωνσταντίνος Σαραβάκος, με βάση τα επίσημα δεδομένα της Eurostat.

Η μελέτη καταγράφει μια αντίφαση στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη: παρά τις μειώσεις επιμέρους φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών, το συνολικό βάρος των φόρων στην οικονομία δεν έχει περιοριστεί σε σχέση με το 2019.


Από τα 76,4 στα 103,2 δισ. ευρώ οι εισπράξεις

Το 2025, τα έσοδα από φόρους και κοινωνικές εισφορές αντιστοιχούσαν στο 41,3% του ΑΕΠ, ακριβώς όσο και το 2019. Στο μεσοδιάστημα ο δείκτης παρουσίασε διακυμάνσεις, φτάνοντας στο 42,8% το 2022, προτού υποχωρήσει τα επόμενα χρόνια.

Σε απόλυτα μεγέθη, οι εισπράξεις αυξήθηκαν από 76,4 δισ. ευρώ το 2019 σε 103,2 δισ. ευρώ το 2025. Πρόκειται για ονομαστική αύξηση περίπου 35%, στην οποία συνέβαλαν η ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας, οι αυξήσεις των τιμών και η βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης.

Το ΚΕΦΙΜ συγκρίνει την ελληνική επίδοση με τον απλό αριθμητικό μέσο όρο των 27 κρατών-μελών της ΕΕ, ο οποίος διαμορφώνεται στο 37,9%. Με αυτή τη μέθοδο, η Ελλάδα βρίσκεται 3,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα. Ο συνολικός δείκτης της ΕΕ, που δημοσιεύει η Eurostat με στάθμιση βάσει του μεγέθους των οικονομιών, ανέρχεται σε 40,7%.

Οι μειώσεις συντελεστών, επομένως, έχουν πραγματοποιηθεί, αλλά δεν έχουν οδηγήσει σε αντίστοιχη υποχώρηση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης. Άλλωστε, όταν αυξάνονται οι ονομαστικοί μισθοί και οι τιμές, το κράτος μπορεί να εισπράττει περισσότερα ακόμη και με χαμηλότερους συντελεστές.


Η Ελλάδα τέταρτη στην Ευρώπη στους έμμεσους φόρους

Η σοβαρότερη ανισορροπία εντοπίζεται στη φορολογία της κατανάλωσης.

Οι έμμεσοι φόροι, στους οποίους περιλαμβάνεται ο ΦΠΑ, αντιστοιχούν στην Ελλάδα στο 17,2% του ΑΕΠ, έναντι 13,4% του απλού μέσου όρου των κρατών της ΕΕ. Η επίδοση αυτή τοποθετεί τη χώρα στην τέταρτη υψηλότερη θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης.

Ειδικά ο ΦΠΑ αντιστοιχεί στο 9,4% του ΑΕΠ, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος των ευρωπαϊκών κρατών είναι 7,2%.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τα χαμηλότερα εισοδήματα. Ο ΦΠΑ επιβαρύνει την καθημερινή κατανάλωση ανεξάρτητα από το ύψος των αποδοχών, με αποτέλεσμα να απορροφά αναλογικά μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος των οικονομικά ασθενέστερων νοικοκυριών.

Αντίθετα, οι άμεσοι φόροι εισοδήματος και περιουσίας αντιστοιχούν στο 11% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 12,2% του ευρωπαϊκού μέσου όρου που χρησιμοποιεί η μελέτη. Οι κοινωνικές εισφορές διαμορφώνονται στο 13%, έναντι 12,1%.


Το 78,5% της κοινωνικής προστασίας κατευθύνεται στις συντάξεις

Εξίσου αποκαλυπτική είναι η κατανομή των χρημάτων που διαθέτει το κράτος για κοινωνική προστασία.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η σχετική δημόσια δαπάνη μειώθηκε ως ποσοστό του ΑΕΠ από 19,6% το 2019 σε 17,7% το 2024. Πρόκειται για υποχώρηση κατά 1,9 ποσοστιαίες μονάδες, με το μεγαλύτερο μέρος της να προέρχεται από τη μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης σε σχέση με το ΑΕΠ.

Το 2024 η συνολική δαπάνη κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα παρέμενε ελαφρώς υψηλότερη από τον απλό μέσο όρο των κρατών της ΕΕ, που ήταν 17%. Η διαφορά εντοπίζεται κυρίως στον τρόπο κατανομής της.

Από κάθε 1.000 ευρώ που διαθέτει το ελληνικό κράτος για κοινωνική προστασία:

  • 786 ευρώ κατευθύνονται σε συντάξεις γήρατος και επιζώντων, έναντι 618 ευρώ στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
  • 85 ευρώ διατίθενται για ασθένεια και αναπηρία, έναντι 141 ευρώ στην ΕΕ.
  • 51 ευρώ προορίζονται για οικογένεια και παιδιά, έναντι 124 ευρώ.
  • 28 ευρώ αφορούν την αντιμετώπιση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, έναντι 41 ευρώ.

Η διαφορά είναι ιδιαίτερα έντονη στη στήριξη των οικογενειών. Η Ελλάδα διαθέτει αναλογικά λιγότερο από το μισό μερίδιο των κοινωνικών δαπανών που κατευθύνεται στην ίδια κατηγορία κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.


Υστέρηση στην υγεία και την παιδεία

Η απόκλιση καταγράφεται και στις δημόσιες υπηρεσίες που χρησιμοποιούν καθημερινά οι πολίτες.

Το 2024, η ελληνική δημόσια δαπάνη για την υγεία αντιστοιχούσε στο 5,7% του ΑΕΠ, έναντι 6,8% του μέσου όρου των ευρωπαϊκών κρατών. Στην παιδεία, η αντίστοιχη αναλογία ήταν 3,9%, έναντι 5%.

Πρόκειται για δύο τομείς στους οποίους η υστέρηση των δημόσιων δαπανών αποκτά άμεσο ενδιαφέρον για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, καθώς η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης συνδέεται συχνά με πρόσθετες ιδιωτικές πληρωμές.

Στη δύσκολη αυτή εικόνα προστέθηκαν και τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για το 2025. Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις της, οι δαπάνες για κοινωνικές παροχές στην Ελλάδα αυξήθηκαν ονομαστικά μόλις κατά 0,6%, τη μικρότερη αύξηση μεταξύ των κρατών-μελών, έναντι 4,9% συνολικά στην ΕΕ.

Η τελευταία μέτρηση αφορά διαφορετική στατιστική σειρά από την κατανομή των δημόσιων δαπανών που εξετάζει το ΚΕΦΙΜ, επιβεβαιώνει όμως ότι η αύξηση των κοινωνικών παροχών στην Ελλάδα κινήθηκε με ιδιαίτερα χαμηλό ρυθμό.

Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, επισημαίνει ότι η αύξηση των εσόδων από την οικονομική δραστηριότητα και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής πρέπει να αξιοποιείται για περαιτέρω φορολογικές ελαφρύνσεις, ιδιαίτερα στην κατανάλωση. Θέτει, παράλληλα, ζήτημα αναθεώρησης των προτεραιοτήτων στις δημόσιες δαπάνες, με μεγαλύτερη έμφαση στις ανάγκες των οικογενειών και των παιδιών.

https://periodista.gr/