Προτελευταία στην Ευρωπαϊκή Ένωση η Ελλάδα, με μέσο ετήσιο μισθό πλήρους απασχόλησης μόλις 18.800 ευρώ, έναντι 41.500 ευρώ στην ΕΕ. Η μισθολογική απόσταση μεγαλώνει, ο πληθωρισμός φτάνει στο 5,6% και τα ελληνικά νοικοκυριά ξοδεύουν ολοένα περισσότερα για να καλύψουν τις ανάγκες τους..
Η ελληνική οικονομία μπορεί να εμφανίζεται στους κυβερνητικούς απολογισμούς ως μια ιστορία ανάπτυξης και επιτυχημένης διαχείρισης, όμως οι μισθοί των εργαζομένων εξακολουθούν να περιγράφουν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Τα νέα στοιχεία της Eurostat, που δημοσιοποιήθηκαν την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2026, τοποθετούν την Ελλάδα στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με μόνη τη Βουλγαρία να καταγράφει χαμηλότερες μέσες ετήσιες αποδοχές πλήρους απασχόλησης.
Η διαπίστωση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη προβάλλει την αύξηση των εισοδημάτων ως βασικό στοιχείο της οικονομικής της πολιτικής. Οι αποδοχές πράγματι αυξάνονται ονομαστικά. Το πρόβλημα είναι ότι εξακολουθούν να βρίσκονται εξαιρετικά χαμηλά σε ευρωπαϊκή σύγκριση, ενώ το απόλυτο μισθολογικό χάσμα από τον μέσο όρο της ΕΕ μεγαλώνει.
Και όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που η ακρίβεια απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος των οικογενειακών προϋπολογισμών.
Μισθοί 18.800 ευρώ στην Ελλάδα, 41.500 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Σύμφωνα με τη Eurostat, ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε το 2025 στα 41.500 ευρώ, από 39.800 ευρώ το προηγούμενο έτος. Πρόκειται για αύξηση 4,3%, που αντιστοιχεί σε περίπου 1.700 ευρώ ετησίως.
Η εικόνα στην Ελλάδα είναι πολύ διαφορετική. Ο αντίστοιχος μέσος μισθός διαμορφώθηκε στα 18.800 ευρώ, έναντι 18.000 ευρώ το 2024.
Χαμηλότερα από την Ελλάδα βρίσκεται μόνο η Βουλγαρία, με 16.200 ευρώ, ενώ αμέσως υψηλότερα κατατάσσεται η Ουγγαρία, με 20.100 ευρώ.
Στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης βρίσκεται το Λουξεμβούργο, με μέσο ετήσιο μισθό 85.600 ευρώ. Ακολουθούν η Δανία, με 73.500 ευρώ, και η Ιρλανδία, με 64.400 ευρώ.
Οι διαφορές είναι εντυπωσιακές. Ο μέσος ετήσιος μισθός στο Λουξεμβούργο είναι περίπου 4,5 φορές υψηλότερος από τον ελληνικό, ενώ ακόμη και σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ η Ελλάδα βρίσκεται σε τεράστια απόσταση.
Το γεγονός ότι η χώρα εξακολουθεί να συναγωνίζεται τη Βουλγαρία για τις τελευταίες θέσεις της μισθολογικής κατάταξης αποτελεί μια ιδιαίτερα δυσάρεστη υπενθύμιση των ορίων της ελληνικής οικονομικής ανάκαμψης.
Το χάσμα μεγαλώνει: 22.700 ευρώ πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Η πιο αποκαλυπτική πλευρά των στοιχείων δεν είναι μόνο η χαμηλή θέση της Ελλάδας. Είναι η εξέλιξη της απόστασης που τη χωρίζει από την υπόλοιπη Ευρώπη.
Το 2024, η διαφορά ανάμεσα στον μέσο ετήσιο μισθό στην Ελλάδα και στον αντίστοιχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανερχόταν σε 21.800 ευρώ.
Το 2025, η διαφορά αυξήθηκε στα 22.700 ευρώ.
Μέσα σε έναν χρόνο, δηλαδή, το απόλυτο μισθολογικό χάσμα διευρύνθηκε κατά 900 ευρώ.
Ο ελληνικός μέσος μισθός αντιστοιχεί μόλις στο 45,3% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αντιστρόφως, ο μέσος ετήσιος μισθός στην ΕΕ είναι περίπου 120,7% υψηλότερος από τον ελληνικό.
Η εξέλιξη αυτή δεν αναιρεί ότι και στην Ελλάδα καταγράφηκε ονομαστική αύξηση αποδοχών. Φανερώνει, όμως, ότι η αύξηση αυτή δεν επαρκεί για να περιορίσει την απόσταση σε απόλυτα ποσά.
Αξίζει να διευκρινιστεί ότι η Eurostat χρησιμοποιεί έναν εναρμονισμένο δείκτη μεικτών ετήσιων αποδοχών, προσαρμόζοντας στατιστικά την εργασία μερικής απασχόλησης σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης. Τα ποσά δεν αποτελούν καθαρές αποδοχές που εισπράττει κάθε εργαζόμενος ούτε είναι διορθωμένα με βάση τις διαφορές στο κόστος ζωής μεταξύ των κρατών.
Παρ’ όλα αυτά, η κατάταξη αποτυπώνει με σαφήνεια την αδύναμη θέση της Ελλάδας ως προς το επίπεδο των ονομαστικών μισθών.
Πληθωρισμός 5,6%: Η ακρίβεια επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα εισοδήματα
Η δυσμενής μισθολογική εικόνα συνοδεύεται από νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού.
Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat για τον Οκτώβριο του 2026, ο ετήσιος εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα έφτασε στο 5,6%, από 5,1% τον Σεπτέμβριο.
Την ίδια περίοδο, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 4%.
Η ελληνική οικονομία, επομένως, βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν δυσάρεστο συνδυασμό: εξαιρετικά χαμηλές αποδοχές σε ευρωπαϊκή σύγκριση και ρυθμό αύξησης των τιμών υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Η σύγκριση απαιτεί μια διευκρίνιση: οι μισθολογικές αποδοχές αφορούν το 2025, ενώ ο πληθωρισμός το φθινόπωρο του 2026. Δεν μπορεί, επομένως, να υπολογιστεί από τα δύο αυτά στοιχεία μια ενιαία μεταβολή της πραγματικής αγοραστικής δύναμης. Αναδεικνύεται, όμως, η πρόσθετη πίεση που δέχονται σήμερα οι εργαζόμενοι.
Για τα νοικοκυριά, άλλωστε, το ζήτημα δεν εξαντλείται στο ποσοστό της αύξησης ενός μισθού. Κρίνεται από το ποσό που απομένει μετά την πληρωμή του ενοικίου, των λογαριασμών, των μετακινήσεων και των καθημερινών αγορών.
Τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν κατά μέσο όρο 1.820 ευρώ τον μήνα
Την πίεση αυτή καταγράφει και η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025.
Η μέση μηνιαία δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών ανήλθε σε 1.820,20 ευρώ, από 1.724,54 ευρώ το 2024. Η αύξηση έφτασε το 5,5% σε τρέχουσες τιμές.
Πρόκειται για τη μέση καταγεγραμμένη δαπάνη των νοικοκυριών και όχι για επίσημη εκτίμηση του ελάχιστου ποσού που απαιτείται για αξιοπρεπή διαβίωση. Είναι, ωστόσο, ένας χαρακτηριστικός δείκτης του οικονομικού βάρους που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες.
Από το σύνολο των μηνιαίων δαπανών:
- Το 20,4% κατευθύνεται σε τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά.
- Το 14,7% αφορά τη στέγαση.
- Το 13,6% απορροφούν οι μεταφορές.
Οι τρεις αυτές κατηγορίες συγκεντρώνουν συνολικά το 48,7% του μέσου οικογενειακού προϋπολογισμού.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για όσους κατοικούν σε ενοικιαζόμενη κατοικία. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η στέγαση απορροφά κατά μέσο όρο το 23,4% του μηνιαίου προϋπολογισμού τους, με το 17,3% να αφορά ειδικά την καταβολή ενοικίου.
Και φυσικά, οι μέσοι όροι δεν περιγράφουν με την ίδια ακρίβεια την κατάσταση όλων των οικογενειών.
Στο φτωχότερο 20% των νοικοκυριών, η διατροφή και η στέγαση απορροφούν μαζί το 54,4% των συνολικών δαπανών. Στο πλουσιότερο 20%, το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 34,5%.
Η διαφορά δείχνει πόσο δυσανάλογα επιβαρύνονται τα χαμηλότερα εισοδήματα από τις βασικές ανάγκες.
Ακριβότερο το οικογενειακό τραπέζι – Πού αυξήθηκαν οι δαπάνες
Η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει σημαντικές αυξήσεις και στις δαπάνες για συγκεκριμένα τρόφιμα.
Το 2025, σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 11,9% για καφέ, τσάι και κακάο, κατά 9,9% για το κρέας και κατά 8% για τα ψάρια.
Ακολούθησαν η ζάχαρη, το μέλι και τα συναφή προϊόντα με 6,5%, τα φρούτα με 5,4% και τα γαλακτοκομικά προϊόντα με τα αυγά με 4,9%.
Τα συγκεκριμένα ποσοστά αφορούν τη μεταβολή της καταναλωτικής δαπάνης και όχι αποκλειστικά την αύξηση των τιμών των προϊόντων. Η διάκριση είναι σημαντική, καθώς οι δαπάνες επηρεάζονται τόσο από τις τιμές όσο και από τις ποσότητες που αγοράζονται.
Το βασικό συμπέρασμα, πάντως, παραμένει: ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων των ελληνικών νοικοκυριών κατευθύνεται στις καθημερινές και ανελαστικές ανάγκες, περιορίζοντας τα περιθώρια αποταμίευσης και άλλων επιλογών.
Η ανάπτυξη των αριθμών και η πραγματικότητα των εργαζομένων
Τα νέα ευρωπαϊκά στοιχεία επαναφέρουν ένα ερώτημα που η κυβέρνηση αποφεύγει να αντιμετωπίσει στην πραγματική του διάσταση: πόσο έχει βελτιωθεί η θέση του Έλληνα εργαζομένου σε σχέση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους;
Η αύξηση του ΑΕΠ, η ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας και η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών μπορούν να αποτελούν ενδείξεις οικονομικής προόδου. Δεν σημαίνουν, όμως, αυτομάτως ότι το αποτέλεσμα φτάνει με επαρκή τρόπο στους μισθωτούς.
Η προτελευταία θέση της Ελλάδας στους ετήσιους μισθούς, το χάσμα των 22.700 ευρώ από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και η συνεχιζόμενη πίεση της ακρίβειας συνθέτουν μια εικόνα που δύσκολα συμβιβάζεται με τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς.
Η ελληνική οικονομία μπορεί να εμφανίζει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από ορισμένους ευρωπαϊκούς εταίρους της. Παραμένει, ωστόσο, μια οικονομία στην οποία ο μέσος εργαζόμενος αμείβεται με λιγότερο από το μισό του αντίστοιχου ευρωπαϊκού μισθολογικού μέσου όρου.
Και αυτή είναι μια πραγματικότητα που δεν αλλάζει με ανακοινώσεις, παρουσιάσεις και αισιόδοξες κυβερνητικές δηλώσεις. Αλλάζει μόνο όταν η ανάπτυξη αρχίσει να αποτυπώνεται ουσιαστικά στους μισθούς και στην καθημερινή ζωή των πολιτών.
https://periodista.gr/
